Λόγκαν: Ξεκινήσαμε να μετράμε αντίστροφα… 2 Μαρτίου η πρεμιέρα

Ανυπομονούμε…

Από τον οραματιστή σκηνοθέτη, Τζέιμς Μάνγκολντ, έρχεται το καθοριστικό κεφάλαιο στην κινηματογραφική ιστορία ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες που δημιουργήθηκαν ποτέ. Ο υποψήφιος για Όσκαρ, Χιού Τζάκμαν, επιστρέφει στον εμβληματικό του ρόλο ως Γουλβερίν, σε μια ιστορία θυσίας και λύτρωσης.

Είναι 2029. Οι μεταλλαγμένοι έχουν εξαφανιστεί – σχεδόν. Ένας απομονωμένος, μελαγχολικός Λόγκαν περνάει τις μέρες του πίνοντας σε ένα κρησφύγετο στα σύνορα του Καναδά και βγάζοντας τα προς το ζην ως οδηγός προς ενοικίαση. Οι εξορισμένοι σύντροφοί του είναι ο Κάλιμπαν και ο Καθηγητής Ξαβιέ, ο οποίος υποφέρει από ολοένα και αυξανόμενες επιληπτικές κρίσεις.

Οι προσπάθειες του Λόγκαν να κρυφτεί από τον κόσμο και την ίδια του την κληρονομιά τελειώνουν απότομα, όταν εμφανίζεται μία μυστηριώδης γυναίκα με ένα περίεργο αίτημα: ο Λόγκαν πρέπει να προστατεύσει μία νέα κοπέλα από τον εγκληματία Ντόναλντ Πιρς. Πολύ σύντομα, ο Λόγκαν χρειάζεται να ξαναβγάλει τα… νύχια του προκειμένου να αντιμετωπίσει τις σκοτεινές δυνάμεις κι έναν κακοποιό από το παρελθόν του, σε μια αποστολή ζωής και θανάτου, μία αποστολή που θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του.

Δημιουργώντας τον ανθρώπινο Γουλβερίν

Ο Χιού Τζάκμαν έφερε για πρώτη φορά την ηλεκτρισμένη ενέργεια του μεταλλαγμένου Γουλβερίν το 2000, με την ταινία «XMen» σε σκηνοθεσία Μπράιαν Σίνγκερ. Από τότε, ο διάσημος ηθοποιός έχει υποδυθεί τον Γουλβερίν 10 φορές στη μεγάλη οθόνη. Αυτή τη φορά όμως, ο Τζάκμαν είχε  την ευκαιρία να δημιουργήσει κάτι εντελώς διαφορετικό με τον χαρακτήρα του Λόγκαν.

«Θέλαμε κάτι εντελώς διαφορετικό, πολύ φρέσκο και πολύ ανθρώπινο», λέει ο Τζάκμαν, «επειδή μου φαίνεται ότι η δύναμη των XMen και του Γουλβερίν βρίσκεται περισσότερο στην ανθρώπινη υπόστασή τους παρά στην υπερδύναμή τους. Αυτή τη φορά ήθελα να δω περισσότερο την καρδιά αυτού του χαρακτήρα, παρά τα νύχια του…».

Ο Τζάκμαν είχε εντοπίσει την ανθρωπιά του Λόγκαν, κάτω από τον τραχύ και βαθιά πληγωμένο χαρακτήρα του, από την αρχή. Αλλά με αυτή τη μοναδική, απόλυτα  συγκινητική του ερμηνεία, ο ηθοποιός καταφέρνει να κλείσει τον κύκλο αυτού του δύστροπου, μοναχικού χαρακτήρα, προσδίδοντάς του τα στοιχεία εκείνα που τον καθιστούν ανθρώπινο: τη βαθιά πίστη απέναντι στους συντρόφους του και τη διάθεσή του να θυσιάσει τα πάντα για τα πιστεύω του.

Φυσικά, τόσο ο Τζάκμαν όσο και ο σκηνοθέτης του Λόγκαν, Τζέιμς Μάνγκολντ, είχαν ήδη οδηγήσει τον χαρακτήρα του σε νέες, μακρινές περιοχές, με την ταινία «Γουλβερίν» του 2013. Η ταινία αγαπήθηκε από τους κριτικούς, κερδίζοντας τις εντυπώσεις, επειδή εστίασε κυρίως στην εσωτερική διαμάχη του Λόγκαν, παρά σε εντυπωσιακές σκηνές δράσης.

«Σκεφτόμασταν με τον Χιού ότι, εάν επρόκειτο να ασχοληθούμε ξανά με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, θα θέλαμε να τον κάνουμε πιο προσιτό, να δημιουργήσουμε μια ιστορία βασισμένη πάνω στον χαρακτήρα του, να εξερευνήσουμε τους φόβους και τις αδυναμίες του, να βρούμε το ανθρώπινο στοιχείο του», σχολιάζει ο Μάνγκολντ.

«Η φύση με έκανε τέρας. Ο άνθρωπος με μεταμόρφωσε σε όπλο. Και ο Θεός με έκανε Αθάνατο».

Στην αρχή της ταινίας, ο Λόγκαν βρίσκεται σε μια πολύ ευάλωτη και εύθραυστη ψυχολογική κατάσταση. Από τη μία, η κατάρα της αθανασίας έχει αρχίζει και τον κουράζει και από την άλλη φροντίζει τον εξασθενισμένο Τσαρλς Ξαβιέ (Πάτρικ Στιούαρτ) σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Στην παρέα προστίθεται και ο μεταλλαγμένος Κάλιμπαν (Στίβεν Μέρτσαντ), ενώ πολύ σύντομα ο Λόγκαν βρίσκεται υπεύθυνος και για ένα μικρό κορίτσι, τη Λώρα (Ντάφνι Κιν), το οποίο έχει περιέργως υπερδυνάμεις που μοιάζουν με τις δικές του.

Στην αρχή, ο Γουλβερίν δεν θέλει καθόλου να αναλάβει μια τέτοια ευθύνη. «Δεν θέλει να βοηθήσει. Καθόλου. Έχει πλέον ξεπεράσει τη φάση της ζωής του που βοηθούσε όποιον τον χρειαζόταν. Στην πραγματικότητα, έχει φτάσει στο συμπέρασμα ότι όταν τελικά βοηθάς τους ανθρώπους, τα πράγματα καταλήγουν χειρότερα από ό,τι ήταν πριν. Οι άνθρωποι που αγαπάει, πληγώνονται και όταν έρχεται πολύ κοντά με κάποιον, όλα καταστρέφονται», λέει ο Τζάκμαν.

«Η Λώρα γενετικά έχει το ίδιο DNA με τον Γουλβερίν και υπάρχουν στοιχεία δικά του στην προσωπικότητά της, αλλά και στην εξωτερική της εμφάνιση», σχολιάζει ο Τζάκμαν. «Πραγματικά η Ντάφνι έπαιξε εκπληκτικά τον ρόλο αυτό. Είναι τιμή μου που παίζω στην ίδια ταινία με αυτήν. Μου ήταν δύσκολο να τα βγάλω πέρα με τον συγκεκριμένο ρόλο όταν ήμουν ήδη τριάντα χρονών, φαντάσου να είσαι μόνο έντεκα. Είναι μια εκπληκτική ηθοποιός!».

Κι εάν ο Λόγκαν χρησιμεύει ως πατρικό υποκατάστατο για τη Λώρα, ο ίδιος είναι ο άσωτος γιος του Τσαρλς Ξαβιέ, ο οποίος υποφέρει από μία εξουθενωτική αρρώστια που απειλεί να βλάψει και τους άλλους.  «Είναι γέρος, άρρωστος κι επικίνδυνος. Οι δυνάμεις του είναι εκτός ελέγχου και πρέπει να περιοριστούν. Βρίσκεται σε κίνδυνο και ο μόνος άνθρωπος που τον φροντίζει και τον περιποιείται είναι ο Λόγκαν», σχολιάζει ο Στιούαρτ.

«Ο Στιούαρτ έχει δοθεί στον ρόλο του Ξαβιέ. Είναι μια σπαρακτική, πολυεπίπεδη, όμορφη ερμηνεία – και πολύ συχνά απίστευτα διαυγής και ξεκάθαρη. Είναι στην ουσία μια σχέση πατέρα-γιου σε όλες τις εκφάνσεις της: περηφάνια, απογοήτευση, θυμός, αγάπη. Τα περιλαμβάνει όλα», λέει ο Τζάκμαν.

Τα οικογενειακά συναισθήματα βγαίνουν ακόμη περισσότερο στην επιφάνεια όταν όλοι μαζί καλούνται να αντιμετωπίσουν τον γιατρό Ζάντερ Ράις (Ρίτσαρντ Γκραντ), τον μοχθηρό γενετιστή ο οποίος δεν δίστασε ποτέ να κάνει απάνθρωπα πειράματα προκειμένου να δημιουργήσει τους μεταλλαγμένους.

«Είναι ένας ψυχοπαθής που δεν τρέφει κανένα συναίσθημα για τους μεταλλαγμένους που δημιουργεί», σχολιάζει ο Γκραντ. «Βλέπει τους ανθρώπους σαν κλώνους. Είναι πάντα πολύ επιστημονικός και πνευματώδης. Δεν έχει κανένα συναισθηματικό δέσιμο με κανέναν και τίποτα».

Λένε συχνά ότι μία ταινία είναι τόσο καταπληκτική όσο καταπληκτικός είναι και ο κακός πρωταγωνιστής της. «Ο Μπόιντ Χόλμπρουκ είναι ένας ηθοποιός-φαινόμενο, ένας πραγματικά χαρισματικός καλλιτέχνης», λέει ο Τζακμαν. «Όταν διάβασα το σενάριο, του είπα ότι ο χαρακτήρας του Πιρς ήταν από τους πιο δύσκολους. Οι πιο συναρπαστικοί κακοί είναι αυτοί που περνάνε καλύτερα σε μια ταινία, και ο Μπόιντ το βγάζει αυτό τόσο καλά! Μπορούσε από τη μία στιγμή στην άλλη να γίνει κακός, και μετά αστείος και μετά πάλι κακός», λέει ο Τζάκμαν.

«Είναι μια ταινία που διαπραγματεύεται το θέμα της οικογένειας», λέει ο Μάνγκολντ. «Είναι μια ταινία για την πίστη και την αγάπη και πιο συγκεκριμένα για τον Λόγκαν, ο οποίος πεισματικά απέφευγε την οικειότητα όλα αυτά τα χρόνια κι αποφασίζει επιτέλους να αφεθεί».

Ο Χιού Τζάκμαν κάνει τον επίλογο για έναν από τους πιο εμβληματικούς αντιήρωες. «Κάποια στιγμή, έπρεπε να το πάρω απόφαση ότι αυτή ήταν η τελευταία μου εμφάνιση ως Γουλβερίν. Τον αγαπώ αυτόν τον χαρακτήρα. Θα έλεγα ψέματα αν έλεγα ότι νιώθω ότι το κεφάλαιο αυτό έχει κλείσει. Κάθε μέρα, κάθε σκηνή ήταν ένα είδος μάχης που έδινα προκειμένου να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου. Υπήρχε ένα στοιχείο ζωής και θανάτου. Το ξέρω ότι ακούγεται δραματικό, αλλά έτσι ένιωθα».

2 Μαρτίου στους κινηματογράφους από την ODEON

Αφήστε το σχόλιό σας