HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Αύγουστος 2018. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’έναν θρυλικό μουσικό: τον Randy Bachman. Είναι περισσότερο γνωστός ως  lead κιθαρίστας, ιδρυτικό μέλος και συνθέτης των Guess Who και Bachman-Turner Overdrive (BTO). Έγραψε ή συνέγραψε πολλά τραγούδια που έγιναν επιτυχίες όπως τα American Woman”, You Ain’t Seen Nothing Yet”, These Eyes” και Undun”. Νωρίτερα φέτος κυκλοφόρησε το πιο πρόσφατο studio album του, το By George – By Bachman”, ένα tribute στον κιθαρίστα των Beatles, George Harrison. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ  ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε ο Randy:

 

Πόσο δύσκολο ήταν να φανταστείτε τα τραγούδια του George Harrison με διαφορετικό τρόπο, για το τελευταίο σας album “By George – By Bachman”;

Λοιπόν, ήταν αρκετά δύσκολο γιατί πίστευα ότι οι ενορχηστρώσεις του George Harrison και των Beatles ήταν τέλειες, όπως πιστεύει και ο υπόλοιπος κόσμος. Θέλω να πω, ήταν επιτυχίες σε όλο τον κόσμο. Έτσι, το να τις πάρεις και να τις επανασχεδιάσεις, ας πούμε, ήταν αρκετά δύσκολο. Κάθε κομμάτι είχε 4, 5 ή 6, μερικά είχαν 10 διαφορετικές ενορχηστρώσεις, ακολουθίες συγχορδιών, tempos και ρυθμικά πράγματα πίσω από αυτό. Τέλος, επέλεξα κάποια που ήταν άνετα, που μπορούσα να τραγουδήσω και ακόμα θα σου θυμίζουν το πρωτότυπο, την στιγμή που θα αντιληφθείς τον ρυθμό και τις νέες συγχορδίες, μπορείς να το τραγουδήσεις. Ήταν μια πολύ ευχάριστη, θαυμάσια εμπειρία να το κάνεις αυτό. Ήταν δύσκολο, αλλά ξέρεις, αν κάτι είναι δύσκολο και σ’ αρέσει να το κάνεις, δεν είναι τόσο δύσκολο.

 

Ποιο είναι το νόημα του τραγουδιού “Between Two Mountains”, το μοναδικό πρωτότυπο του album;

Η αρχική ιδέα ήταν: Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα ήταν αν ήμουν ο George Harrison και πήγαινα σε μια ηχογράφηση των Beatles με τον John Lennon να έχει 25 τραγούδια και τον Paul McCartney να έχει 20 τραγούδια. Όταν τελείωναν με τα τραγούδια των Lennon και McCartney, μπορούσαν να πουν: «Έι George, έχεις ένα τραγούδι;» και θα έλεγα αν ήμουν ο George: «Ναι, έχω ένα τραγούδι που λέγεται “Taxman”, “Here Comes the Sun” ή “Something”» και στη συνέχεια ηχογραφούσαν το τραγούδι. Αντί να είναι πικραμένος και θυμωμένος με αυτούς τους τύπους, λέω στους στίχους: «Έμαθα να περιμένω/ η ώρα μου θα έρθει/ γιορτάζω επειδή είμαι ο μοναδικός/ ανάμεσα σε δύο βουνά». Και όταν τα δύο βουνά εξαντλούνταν, άφηναν χώρο. Αυτοί ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη των Beatles, αλλά την στιγμή  που είχαν έναν δισταγμό ή μια μικρή δυσκολία με τη δημιουργικότητά τους, υπήρχε ο George και τα τραγούδια του . Έτσι, αυτή είναι η σημασία του. Ήταν εκεί και περίμενε ήσυχα και όταν ήρθε η ώρα του, έγινε κι ο ίδιος ένα βουνό. Στάθηκε ανάμεσα στα δύο αυτά βουνά, με το δικό του βουνό. Μετά, η δεύτερη στροφή του τραγουδιού μιλάει για μας και για τις ζωές μας που ήρθαν σε αυτόν τον κόσμο και υπάρχει το Βουνό του Καλού και το Βουνό του Κακού και εσύ επιλέγεις σε ποιο θα ζήσεις. Εάν επιλέξεις το λάθος βουνό, μπορείς να επιστρέψεις και να ξανασκεφτείς τι κάνεις. Έτσι, αυτά είναι τα στοιχεία πίσω από αυτό το τραγούδι.

 

Είστε ικανοποιημένος με την ανταπόκριση που λάβατε από τους οπαδούς κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το “By George –By Bachman”;

Οι οπαδοί ήταν συνεπαρμένοι. Περνούν υπέροχα. Αγοράζουν το album ή το CD, οδηγούν το αυτοκίνητο με τους φίλους τους, παίζουν το album και προσπαθούν να μαντέψουν ποιο τραγούδι είναι, επειδή δεν ξέρουν ποιο είναι. Όλα τα τραγούδια των Beatles έχουν τόσο χαρακτηριστικές κιθαριστικές εισαγωγές και μπορείς να πεις ποιο ήταν αμέσως. Τα δικά μου έχουν διαφορετικές χαρακτηριστικές κιθαριστικές εισαγωγές και ξεκινάει ένα τραγούδι και δεν ξέρουν ποιο είναι. Όταν αρχίζω να τραγουδάω, μπορούν να το τραγουδήσουν. Το τραγούδι ξεκινά και όταν διαπιστώνουν ότι αυτό είναι το “You Like Me Too Much” ή το “Taxman” ή οποιοδήποτε άλλο, όλοι λένε: «Είναι τόσο διαφορετικό. Το λατρεύουμε πραγματικά», το οποίο είναι φανταστικό. Έτσι, στους οπαδούς των Beatles άρεσε πολύ. Πολλοί από αυτούς είπαν ότι άκουγαν συνεχώς το κανάλι των Beatles στον Sirius XM, 24 ώρες το 24ωρο και γίνεται λίγο κουραστικό να ακούς τις ίδιες εκτελέσεις των Beatles, ξανά και ξανά. Και ακούν αυτές τις νέες εκτελέσεις των τραγουδιών και είναι πολύ συναρπαστικό και αναζωογονητικό για τραγούδια που γνωρίζουν πραγματικά και τους αρέσουν. Έτσι, με άλλα λόγια, παίζω τις μεγαλύτερες επιτυχίες κάποιου άλλου στο ραδιόφωνο.

 

Ήταν ο Walter Trout μια προφανής επιλογή για το εκπληκτικό solo στο “While My Guitar Gently Weeps”;

Συνάντησα τον Walter Trout στο πάρτι για 50ά γενέθλια του Jeff Healey. Ο Jeff Healey είχε πεθάνει, αλλά γιορτάσαμε τα 50ά γενέθλιά του και αυτό έγινε στο Τορόντο, στο Massey Hall. Έτσι, πήγα εκεί μαζί με τον Sonny Landreth, τον Philip Sayce, ο οποίος έπαιζε με τον Jeff Healey για πολλά χρόνια και τον Walter Trout. Όλοι παίξαμε τα τραγούδια μας και στο τέλος τζαμάραμε και ο Walter Trout ήρθε και δήλωσε ότι ήταν οπαδός μου και εγώ είπα στον Walter ότι ήμουν οπαδός του και είπε: «Ας κάνουμε κάτι μαζί». Είχε κάνει ένα album, το τελευταίο του blues album (σ.σ: “We’re All In This Together” -2017), μου έστειλε ένα κομμάτι και το τραγούδησα μαζί του και έπαιζα κιθάρα μαζί του και στη συνέχεια κυκλοφόρησε και πήγε στο No.1 των Billboard Blues charts, το συγκεκριμένο τραγούδι του album (σ.σ: “Got Nothin’ Left”). Έτσι, έκανα αυτό το album και σκέφτηκα ότι πραγματικά χρειάζομαι κάτι ιδιαίτερο σε ένα από τα κιθαριστικά τραγούδια, είτε στο “While My Guitar  Gently Weeps” είτε στο “Taxman”. Του έστειλα και τα δύο και μου έστειλε  το “While My Guitar Gently Weeps” και ήταν απλά απίστευτο. Κράτησα κάθε νότα που έπαιξε και ήταν φανταστικό!

 

Είμαι μεγάλος οπαδός του προηγούμενου album σας, “Heavy Blues” (2015). Αισθανθήκατε άνετα παίζοντας αυτό το είδος της μουσικής ως trio;

Παρόλο που ήταν μία κι έξω για εμένα, μ’ άρεσε που έπαιξα σε αυτό. Είμαι οπαδός του, επειδή είναι πραγματικά ένα album για κιθάρα/κιθαρίστα. Έγραψα κάθε τραγούδι του ώστε να είναι πραγματικά bluesy rock. Οι άνθρωποι σε αυτό ήταν δύο γυναίκες σε drums (σ.σ: Dale Anne Brendan) και μπάσο (σ.σ: Anna Ruddick),  που έπαιξαν απίστευτα. Είχα ως guest κιθαρίστες τους Scott Holiday (Rival Sons), Neil Young, Jeff Healey, Peter Frampton, Robert Randolph, Luke Doucet, Joe Bonamassa. Ήταν πραγματικά γαμάτο  και πιστεύω ακόμα ότι είναι πολύ δημοφιλές. Παίζω ακόμα πολλά τραγούδια live. Πολλοί οπαδοί τα ζητάνε όταν παίζω ζωντανά. Υπάρχει τόσο πολύ υλικό, δεν μπορώ να τα παίξω όλα. Κάθε βράδυ κάποιος φωνάζει: «Παίξτε κάτι από το “Heavy Blues”!» Παίζω το “Heavy Blues” ή το “Wild Texas Ride”, το “Ton of Bricks” ή κάτι τέτοιο. Τα κάνουμε όλα.

 

Περιμένατε την τεράστια εμπορική επιτυχία του τραγουδιού “American Woman” (1969);

Όταν ηχογραφείς ένα τραγούδι, πάντα ελπίζεις για το καλύτερο, αλλά δεν έχεις ιδέα εάν το ραδιόφωνο θα το παίξει. Εάν δεν το παίξει το ραδιόφωνο, τότε οι οπαδοί δεν γνωρίζουν ότι βρίσκεται εκεί έξω. Δεν το αγοράζουν. Πιστεύω ότι ένα από τα καλύτερα τραγούδια μου είναι το “Between Two Mountains”. Εάν το ραδιόφωνο δεν το παίξει, οι οπαδοί δεν θα ξέρουν ότι βρίσκεται εκεί έξω. Πολλοί DJ’s, πολλοί οπαδοί του George Harrison με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε: «Πού βρήκες αυτό το τραγούδι του George Harrison; Είναι φανταστικό!» Τους λέω: «Δεν είναι τραγούδι του George, το έγραψα σαν να ήμουν ο George» και όλοι λένε: «Ω, είναι εκπληκτικό!» Έτσι, αν το ραδιόφωνο δεν το παίζει, οι οπαδοί δεν θα ξέρουν ότι υπάρχει εκεί έξω. Εξαρτώμαι από τύπους σαν κι εσένα που το βάζουν σε ένα άρθρο στο Διαδίκτυο λέγοντας: «Αυτό είναι ένα σπουδαίο τραγούδι. Είναι έτσι όπως θα αισθανόταν ο George. Ακούγεται σαν να το έγραψε ο George ή ο Randy το συνέγραψε με το φάντασμα του George», κάτι που έκανα μια νύχτα -και αυτή ήταν η νύχτα που κατόρθωσα να γράψω το τραγούδι- αισθανόμενος  την παρουσία του George στο δωμάτιο και ήταν μια πολύ καταπληκτική, πνευματική εμπειρία για μένα. Πίστευα ότι ήταν η έγκρισή του γι’αυτό.

 

Πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του παραγωγού Jack Richardson στην καριέρα των Guess Who;

Ήταν ο πυρήνας του συγκροτήματος. Κάτσε. Ο Jack Richardson έμοιαζε πολύ με τον George Martin . Πηγαίναμε με το ολοκληρωμένο τραγούδι ουσιαστικά και θα μπορούσε να προτείνει αλλαγές στην ενορχήστρωση, επειδή ήταν πολύ μεγάλο σε διάρκεια. Γιατί αν δεν παιχτεί το τραγούδι σου στο ραδιόφωνο, κανείς δεν ξέρει ότι υπάρχει εκεί έξω. Ειδικά τις παλιές εποχές όταν υπήρχαν singles. Εάν δεν είχες ένα single για το ραδιόφωνο, κανείς δεν ήξερε ότι είχες κυκλοφορήσει κάποιο δίσκο. Έτσι, έπρεπε να το κόψεις στα 3:00, 3:30. Όταν παρουσιάζαμε ένα τραγούδι που ήταν πολύ μεγάλο, ο παραγωγός θα ‘λεγε: «Κόψτε αυτή την στροφή, γιατί την επαναλαμβάνετε ούτως ή άλλως ή κόψτε το ρεφρέν στο μισό ή αφήστε όλα τα κιθαριστικά solos για το τέλος». Αν ένα συγκρότημα είχε μεγαλύτερα σε διάρκεια κομμάτια στο album με solos ηλεκτρικής κιθάρας, έπρεπε να τα κάνεις edit για το ραδιόφωνο. Αν δεν το έκανες edit για το ραδιόφωνο, το ραδιόφωνο θα έκανε το δικό του edit και κάθε πόλη θα είχε διαφορετική βερσιόν των τραγουδιών σου. Έπρεπε να κάνεις το δικό σου radio edit στο τραγούδι, κάτω από 3:30, κάτω από 3:40, όταν το κομμάτι από το album σου είχε διάρκεια 4:30-5:00.

 

Ποιο ήταν το μουσικό σας όραμα όταν δημιουργήσατε τους Bachman-Turner Overdrive το 1973;

Το όραμά μου ήταν να μην πεινάσω. Έφυγα από τους Guess Who, ήταν το No.1 συγκρότημα στον κόσμο, το No.1 album και single και προσπάθησα να δημιουργήσω τη δική μου μουσική που δεν έμοιαζε πολύ στους Guess Who και δημιούργησα τον δικό μου ήχο. Βασικά, εγώ χρηματοδότησα το συγκρότημα, εγώ έκανα την παραγωγή στο συγκρότημα, δοκίμασα τα πάντα. Συνέχισα να δοκιμάζω τα πάντα. Συνειδητοποίησα τι ήταν το rock ‘n’ roll και επέστρεψα στο παλιό American Bandstand και τα παλιά αυτοσχέδια συγκροτήματα (σ.σ: juke joints), όπως αυτά που έπαιζαν οι Chuck Berry και Muddy Waters. Ήταν όλα αυτοσχέδια συγκροτήματα που οι άνθρωποι σηκώνονταν και χόρευαν. Έτσι, άρχισα να παίζω heavy rock μουσική που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να χορέψουν. Μετά, κατάφερα να γράψω το “Takin’ Care of Business” και το “You Ain’t Seen Nothing Yet”. Ήμασταν εκεί και ο κόσμος χόρευε. Περίπου την ίδια εποχή, υπήρχαν οι Creedence Clearwater Revival, όλοι χόρευαν το “Proud Mary” και το “Jumpin’ Jack Flash” των Rolling Stones. Ήταν μια πολύ σπουδαία εποχή για το rock ‘n’ roll, όλοι χόρευαν. Σε ό,τι με αφορά, νομίζω ότι οι BTO έπαιξαν πολύ καλή μουσική, είχαν σπουδαίο ρυθμό, όλοι μπορούσαν να τον χορέψουν, όλοι μπορούσαν να τραγουδήσουν τα ρεφρέν και ήταν ευτυχισμένοι.

 

Πως ήταν να είστε στο ίδιο συγκρότημα με τον Ringo Starr το 1995;

Ήταν κάτι το σουρεαλιστικό, ήταν εξωπραγματικό. Ήταν σαν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Θυμάμαι ότι παρακολουθούσα το PBS στις ΗΠΑ, το οποίο είναι δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο και έχουν πάντα ένα Σαββατοκύριακο που παίζουν παλιές ταινίες και παλιά doo-wop συγκροτήματα και στη συνέχεια ζητούν από τους συνδρομητές του σταθμού να προσφέρουν χρήματα, για να συντηρηθεί ο σταθμός επειδή δεν έχει διαφημίσεις. Έτσι, παρακολουθούσα ένα Σαββατοκύριακο του PBS, όπου έπαιζαν ξανά και ξανά, για τρεις μέρες, τα “Help!” (1965), “A Hard Day’s Night” (1964), “Magical Mystery Tour” (1967), προσελκύοντας κόσμο που ενίσχυε οικονομικά. Και αφού τελειώσε αυτό, το επόμενο πρωί καθόμουν στο σπίτι μου και χτύπησε το τηλέφωνό μου και μια φωνή έλεγε (σ.σ: μιμείται βαθιά φωνή): «Αγόρι, είμαι ο Ringo Starr. Θέλω να παίξεις στο συγκρότημά μου» και το έκλεισα. Νόμιζα ότι ήταν ο manager μου που μου τηλεφώνησε, κάνοντας πλάκα. Και μετά το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. «Γεια, είμαι ο Ringo. Καλώ από την Monica. Θα σου δώσω τον αριθμό μου για να με καλέσεις. Είμαι πραγματικά εγώ» . Και έτσι σκέφτηκα: «Ω, Θεέ μου! Είναι ο Ringo Starr. Ήθελε να μπω στο συγκρότημά του». Είπα «Ναι» και περιόδευσα μαζί του για 10 μήνες. Έτσι, εντάχτηκα στο συγκρότημα μαζί του και με τον Zak (σ.σ: Starkey –The Who), τον γιο του, στα drums, τον Billy Preston (σ.σ: πλήκτρα), τον Mark Farner  (σ.σ: Grand Funk Railroad –κιθάρα, φωνητικά) και τον Felix Cavaliere (The Rascals – φωνητικά, όργανο, πλήκτρα). Ήταν μια εκπληκτική περίοδος στη ζωή μου.

 

Απολαύσατε την επανένωση της κλασικής σύνθεσης των Guess Who το 1999 για τους Παναμερικανούς Αγώνες;

Ναι, επειδή όλοι είχαμε διαφορετικά προγράμματα, διαφορετικές καριέρες και δεν μιλούσαμε ο ένας με τον άλλο. Κάτι σαν έναν τύπο που ήταν σε μια ομάδα ποδοσφαίρου ή μια ομάδα χόκεϊ και ήσασταν συμπαίκτες και παίρνει μεταγραφή. Με κάθε ομάδα που θα επιστρέψει και θα παίξει αγώνες, θα θέλεις να τον κερδίσεις. Όταν είστε μαζί σ’ένα συγκρότημα και διαλυθείτε, θες να κερδίσεις αυτούς τους τύπους, κάνοντας κάτι δικό σου ή με διαφορετικό συγκρότημα. Έτσι, όλοι είχαμε διαφορετικές ατζέντες. Το να μας καλέσει ο Δήμαρχος της πόλης του Winnipeg και διοργανωτής των Παναμερικανικών Αγώνων και ο Πρωθυπουργός της επαρχίας Manitoba, λέγοντας: «Παρακαλώ, επανενωθείτε. Είστε το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν του Winnipeg, της Manitoba, στον κόσμο. Όλος ο κόσμος θέλει πραγματικά να παίξετε τέσσερα τραγούδια». Το σκεφτήκαμε πολύ και αποφασίσαμε ότι θέλουμε να μείνει το συγκρότημά μας στις επόμενες γενιές. Θα παίζαμε, επειδή είχαμε παίξει στους Παναμερικανούς Αγώνες πολλά χρόνια νωρίτερα, στο Winnipeg, τα ίδια τραγούδια. Μόνο που όταν τα παίξαμε την πρώτη φορά, βρισκόμασταν σε μια τέντα και τάιζαν τους αθλητές σε μια μεγάλη σειρά για το φαγητό -ξέρεις, όπως στη φυλακή, η ουρά, ήταν μια μεγάλη σειρά για το φαγητό- μόνο για το προσωπικό και τους παίκτες. Παίζαμε τα ίδια τραγούδια και κανείς δεν μας έδωσε σημασία. Και είμαστε εδώ, χρόνια αργότερα, μας ζήτησαν να παίξουμε τα ίδια τέσσερα τραγούδια και όλος ο κόσμος ξέρει τα τραγούδια και όλοι οι αθλητές ήταν εκεί χειροκροτώντας, στριφογυρίζοντας, χορεύοντας τα τραγούδια. Έτσι, ήταν μεγάλος θρίαμβος το να βρίσκεσαι εκεί και αυτό κάναμε.

 

Ξαφνιαστήκατε όταν σας ζήτησαν να κάνετε μια guest εμφάνιση στους Simpsons το 2000;

Ναι, ήμουν αρκετά έκπληκτος. Καθόμουν στο σπίτι -ήταν πριν τους υπολογιστές, υπήρχε μια συσκευή φαξ- και ένα πράγμα ήταν έξω από το φαξ μου, που έλεγε: «Υπάρχει ένα αίτημα να χρησιμοποιήσουν τα δύο τραγούδια σου “Takin’ Care of Business” και “You Ain’t Seen Nothing Yet” στους Simpsons». Υπήρχε ένας αριθμός τηλεφώνου. Έτσι, κάλεσα τον αριθμό τηλεφώνου και είπα: «Γιατί θέλετε να χρησιμοποιήσετε αυτά τα τραγούδια; Τι συμβαίνει;» Είπαν: «Ω, δεν σας το είπαμε. Σας κάνουμε καρτούν στην εκπομπή. Κάνουμε καρτούν τους Bachman-Turner Overdrive, τους BTO. Πρόκειται να κάνουμε ένα δικό σας καρτούν και ένα του Turner και του συγκροτήματος να παίζει και θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τα τραγούδια». Είπα: «Ουάου!» Κάποιος έκανε ένα σκίτσο και το έστειλε με το φαξ. Ήταν υπέροχο. Έτσι λοιπόν, πήγα αεροπορικώς στο L.A και έκανα την φωνή μου και ο Fred Turner (σ.σ: φωνητικά, μπάσο) πήγε και έκανε τη φωνή του και το καρτούν ήταν ένα ακόμη highlight της ζωής μου.

 

Πώς ήταν να παίζετε στο φεστιβάλ Toronto Rocks το 2003 με τους Rolling Stones, τους AC/DC και τους Rush;

Αυτό ήταν καταπληκτικό. Νομίζω ότι ήταν ένα από τα μεγαλύτερα pop festivals με εισιτήριο. Υπήρχαν 500.000 άνθρωποι εκεί. Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή μέρα. Η σκηνή ίσως να είχε ύψος 5-6 μέτρα. Ήμουν 60 ετών, τα μάτια μου διάβαζαν περίπου 9 μέτρα ύψος, έτσι το να βρίσκομαι στη σκηνή και να κοιτάζω όσο πιο μακριά μπορώ στον ορίζοντα, μπροστά μου, τέρμα δεξιά και τέρμα αριστερά και να βλέπω μόνο ανθρώπους να χειροκροτούν, να στριφογυρίζουν και να διασκεδάζουν, μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, ήταν καταπληκτικό! Και να είσαι σε μια συναυλία με τους Rush και τους AC/DC και στη συνέχεια τους Stones! Έχουμε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε μετά, με όλους εμάς μαζί σε ένα δωμάτιο και ήταν πολύ αξέχαστη εμπειρία. Κάναμε το “American Woman” και το κοινό τρελάθηκε. Έκανα το τραγούδι μου “Takin’ Care of Business”. Ήταν η καλύτερη, η πιο ξεχωριστή συναυλία της ζωής μου.

 

Τι αναμνήσεις έχετε στις περιοδείες σας με τον Frank Zappa; Ήθελε μέχρι και ν’ αγοράσει την  Les Paul του ‘59 που χρησιμοποιήσατε στο “American Woman”!

Ω, την εποχή που ο Frank Zappa έπαιζε την Les Paul του ‘59, δεν είχα συνειδητοποιήσει τι ήταν δικό μου. Αυτό συνέβη περίπου το 1968. Ταξίδευαμε με τον Frank Zappa, τους Mothers και ο Alice Cooper άνοιγε τις συναυλίες, που ο Frank ανακάλυψε -ανακάλυψε πραγματικά τον Alice Cooper, του ηχογράφησε τα πρώτα του demos- και κάθε βράδυ την ώρα που θα κάναμε soundcheck , ο Frank ερχόταν και έλεγε: «Μπορώ να παίξω με την κιθάρα;» και λέγαμε: «Σίγουρα, μπορείς να παίξεις με την κιθάρα». Έλεγε: «Μπορώ ν’αγοράσω αυτήν την κιθάρα; Μπορώ να σου δώσω 300 δολάρια». «Όχι, όχι, όχι». «Θ’ αγοράσω αυτή την κιθάρα. Μπορώ να σου δώσω 350 δολάρια». «Όχι, όχι, όχι». Η κιθάρα που ήθελε ο Frank Zappa, με την οποία έπαιζα, έγινε ο ήχος του “American Woman” και του “No Time” των Guess Who και πολύς από τον ήχο των πρώιμων BTO. Τότε, συνειδητοποίησα ότι αν μου δώσεις 130 φέτος, σε τρία χρόνια, παντού στον κόσμο κάνει 400. Τώρα, η αξία της είναι πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια και είναι στο Μουσείο του Rock ‘N’ Roll στο Κάλγκαρι, στην Αλμπέρτα.

 

Ο Brian May (Queen) το 2014 σας έδωσε μια υπογεγραμμένη Black ‘n’ Gold Special. Πώς συνέβη αυτό;

Ξέρω τον Brian May από τη δεκαετία του ‘70. Ήμουν στη Disneyland, με τα παιδιά μου, στην ουρά, αυτή έκανε μια μικρή στροφή, και ο γιος μου, που ήταν τότε περίπου 13, ο Tal, είναι τώρα στο συγκρότημά μου. Κοίταξα την ουρά, γιατί η γραμμή έκανε ζιγκ-ζαγκ και εκεί ήταν ο Brian May που κρατούσε ένα μικρό κορίτσι στην αγκαλιά του. Είχαμε τον ίδιο ατζέντη, τον Howard Rose. Ο Howard Rose ήταν ατζέντης του Elton John, δικός μου και των Queen. Είχε τρεις καλλιτέχνες. Έτσι, πήγα στον Brian May. Είχαν κυκλοφορήσει δύο albums τότε: «Γεια σου Brian, είμαι ο Randy Bachman από τους BTO. Ανήκουμε στο ίδιο στρατόπεδο» και τέτοια πράγματα. Καταφέραμε στην τελική να κάνουμε μια μικρή συζήτηση μαζί με τα παιδιά μας και κάθε φορά που έκαναν μια συναυλία, οδηγούσα για να του πω ένα «Γεια». Τον έχω δει πολλές φορές με τον Freddie Mercury. Μετά τον είδα στο O2 στο Λονδίνο με τον Paul Rodgers και τον έχω δει περίπου 6 φορές με τον Adam Lambert, ήταν αρκετά εκπληκτικοί. Περιόδευσε στον Καναδά ίσως πριν από 4 χρόνια με τον Adam Lambert και του τηλεφώνησα.

Βασικά, πήγα σε μία από τις συναυλίες με τον Paul Rodgers στο O2 και ήμουν backstage, δειπνώντας με τον Paul κι ήρθε ο Brian και είπε ένα «Γεια». Κάθισε και δείπνησα μαζί του και ο Brian μίλαγε για την κιθάρα του, την Red Special. Πήγα να δω το “We Will Rock You” περίπου 3, 4 ή 5 φορές. Λατρεύω το μιούζικαλ. Παρατήρησα ότι στο τέλος του μιούζικαλ οι τύποι βγαίνουν και ένας τους παίζει μια λευκή (σ.σ: BMG –Brian May Guitar) και ο Brian May έπαιζε με μια μαύρη και του εξέφρασα το θαυμασμό και μου έδωσε μια μαύρη. Αυτή η φωτογραφία νομίζω έγινε είδηση στο Winnipeg, την γενέτειρά μου, όταν έπαιξαν οι Queen, και ο Brian μου έδωσε μια υπογεγραμμένη. Υπάρχει μια φωτογραφία κάπου στην ιστοσελίδα. Τον είδα μόλις τον προηγούμενο μήνα. Ήμουν στο Λονδίνο τον περασμένο μήνα και τον είδα στο O2 με τον Adam Lambert και ήταν φανταστικοί. Έπαιξαν καινούργια τραγούδια από το νέο album, τα οποία απλά είναι φανταστικά και είναι ένας από τους σπουδαιότερους πρωτότυπους κιθαρίστες όλων εποχών και οι ήχοι της κιθάρας του. Κανένας δεν ακούγεται σαν αυτόν και κανένας δεν παίζει όπως αυτός. Όποιος το κάνει, τον μιμείται. Δημιούργησε αυτόν τον ήχο και αυτό τον τρόπο παιξίματος, ο οποίος είναι ένα τόσο παράξενο μείγμα κλασικών και blues riffs και πολύ μελωδικών κομματιών εγχόρδων, σαν να παίζεις βιολί ή τσέλο ή κάτι τέτοιο.

 

Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν παρακολουθήσατε τον Lester Bangs (Philip Seymour Hoffman) στην ταινία “Almost Famous” να λέει: «Δωσ’ μου τους Guess Who. Έχουν το θάρρος να είναι μεθυσμένοι καραγκιόζηδες, κάτι που τους κάνει ποιητικούς».

Σωστά. Ήμουν πραγματικά έκπληκτος. Πολλές φορές δεν ξέρεις ότι η μουσική σου είναι σε μια ταινία. Επειδή είσαι στο δρόμο, βρίσκεσαι σε περιοδεία, βρίσκεσαι σε διακοπές, ο εκδότης (σ.σ: publisher) σου ή ο manager σου δεν σ’ ενημερώνει. Έτσι, κάθομαι και παρακολουθώ πολλές ταινίες με τα παιδιά μου και ξαφνικά πετιέται το τραγούδι μου ή αναφέρουν τους Guess Who ή τους BTO, και είμαι εντελώς συγκλονισμένος που επιστρέφω στο δωμάτιό μου και παίρνω τηλέφωνο: «Ω , το τραγούδι μου είναι σε αυτή την ταινία!» ή «Μας αναφέρουν σ’ αυτή την ταινία». Αυτοί λένε: «Α, κάναμε αυτήν την συμφωνία πέρυσι. Πιστεύαμε ότι ήξερες γι’ αυτό». Συμβαίνει πάντα με αυτόν τον τρόπο.

 

Πιστεύετε ότι η δημοφιλής μουσική που γράφτηκε στη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 είναι πολύ καλύτερη από τη σημερινή μουσική;

Ναι, πολύ καλύτερη. Στη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 είχαμε σπουδαίους συνθέτες. Αν κοιτάξεις το Billboard, υπήρχαν η Carole King και ο Gerry Goffin, ο Burt Bacharach και ο Hal David, ο Lennon και ο McCartney, ο Jagger και ο Richards και ο Brian Wilson. Η μουσική γραφόταν από συνθέτες που εφηύραν την pop μουσική. Ακόμη και πηγαίνοντας πίσω στους Chuck Berry και Bo Diddley, αυτοί εφηύραν την pop μουσική και τώρα απλά είναι όλα ένα αντίγραφο αυτού. Είναι σχεδόν σαν την ζωγραφική ή την μόδα: Δεν υπάρχει τίποτα το νέο. Πηγαίνουν σε μια νέα έκθεση ζωγραφικής ή μια επίδειξη μόδας και λένε: «Αυτό είναι δανεισμένο από τη δεκαετία του ‘30» και αντιγράφουν τα πάντα από τη δεκαετία του ‘30. «Αυτό είναι από τη δεκαετία του ‘60» και αντιγράφουν τα πάντα από τη δεκαετία του ‘60, όπως τα χίπικα πράγματα. Απλώς ανακυκλώνουν τα πάντα για μια νέα γενιά. Οι νέοι ανακυκλώνουν από τους μεγαλύτερους, αλλά αυτό είναι μια επανάληψη. Κάθε 20 χρόνια όλα επαναλαμβάνονται και έτσι η μουσική που κυκλοφορεί τώρα, δεν νομίζω ότι είναι πολύ εμπνευσμένη. Είναι όλα πολύ ψηφιοποιημένα, όλα είναι τέλεια και σε κανέναν δεν αρέσει το τέλειο. Σ’όλους αρέσουν τα ατελή πράγματα. Στην πραγματικότητα, ο κόσμος τώρα στην τηλεόραση, σε τηλεπαιχνίδια ερωτάται: «Ποιο είναι το χόμπι σας; Τι σας αρέσει να κάνετε;» και λένε: «Μας αρέσει να πηγαίνουμε και να βλέπουμε ζωντανή μουσική». Σκέφτομαι: «Πω! Είναι ακριβώς όπως τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60». Η μουσική ήταν στο ραδιόφωνο, αλλά πραγματικά πήγαινες να δεις το συγκρότημα να παίζει. Τώρα, όταν μιλάνε για ζωντανή μουσική, μιλάνε για jazz και classic rock. Δεν είναι τα νέα EDM πράγματα ή η χορευτική μουσική. Είναι όλα ψηφιοποιημένα, μπορείς να τα έχεις στον υπολογιστή σου στο σπίτι. Θέλουν να δουν αληθινούς ανθρώπους να παίζουν. Θέλουν να δουν τον Steve Winwood, τον Eric Clapton, τους Beach Boys και τους Queen. Θέλουν να δουν αληθινούς ανθρώπους να παίζουν αληθινά τραγούδια.

 

Πιστεύετε ότι οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Youtube και το Facebook έχουν βοηθήσει νεώτερους ακροατές να μάθουν για τη μουσική των Guess Who και των BTO;

Ω, αυτό είναι αλήθεια. Το θέμα με αυτά τα Μέσα είναι ότι επιτρέπουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε όλα τα μικρά παιδιά και τώρα με το iTunes, μπορούν να τα αγοράσουν. Επειδή πολλή μουσική εκείνης της εποχής υπήρχε στο ραδιόφωνο πριν μπορέσεις να την αποκτήσεις. Τώρα που υπάρχει ψηφιακά, και υπάρχει το Youtube, το Amazon και το Spotify, τα μικρά παιδιά μπορούν ν’αποκτήσουν τη μουσική. Έχω πολλά εγγόνια. Η μικρή εγγονή μου, η οποία είναι 13 ετών, τις προάλλες ήμασταν στο αυτοκίνητο και πηγαίνουμε καθημερινά για κολύμβηση. Είχαμε επιστρέψει από την κολύμβηση ή την πηγαίναμε για κολύμβηση. Είπε: «Θες ν’ ακούσεις την playlist μου;» και είπα: «Σίγουρα» και την ξεκινάει και είναι οι Zombies. Είπα: «Ουάου! Ξέρω όλα αυτά τα τραγούδια. Ξέρω αυτούς τους τύπους» και τραγουδάω . Είπε: «Ουάου! Αυτό είναι. Είδα ένα από τα τραγούδια σε μια ταινία, το γκούγκλαρα και το αγαπημένο μου συγκρότημα είναι οι Zombies». Ρώτησα: «Έχεις ακούσει για τους Kinks;» και είπε: «Ναι». Έπαιξε τα “Dedicated Follower of Fashion” και “Waterloo Sunset”. Είπα: «Πω!» Αυτή η νεαρή έφηβη ανακαλύπτει αυτούς τους σπουδαίους συνθέτες και τα συγκροτήματα από τη δεκαετία του ‘60, όπου τα πάντα ήταν ζωντανά στην σκηνή. Υπήρχε ένα μικρόφωνο για να παίξουν και να τραγουδήσουν.

 

Έχετε μουσικές φιλοδοξίες που θέλετε να εκπληρώσετε;

Ναι, οι μουσικές μου φιλοδοξίες δεν θα πεθάνουν ποτέ. Έχω ακόμα φιλοδοξίες. Σχεδιάζω σύντομα να κάνω ένα album με τον γιο μου, Tal. Ο γιος μου, ο Tal, είχε ένα μεγάλο hit πριν από περίπου 18 ή 19 χρόνια, που ονομάζεται “She’s So High”. Εάν γράψεις στο Google “Tal Bachman”, δίνει “She’s So High”. Το παίζει τώρα στο set μου και είναι τόσο καλό που είναι στο συγκρότημά μου, αλλά και στα τραγούδια του George Harrison, γιατί μερικά από τα τραγούδια –τ’ ακούς στην ηχογράφηση- έχουν μια δίδυμη slide κιθάρα, κι έτσι παίζει slide μ’έναν άλλο κιθαρίστα που παίζει slide και στην μέση παίζω εγώ τον ρυθμό του George. Μετά, κάνει κάποια rock φωνητικά στο συγκρότημα. Έτσι, θα μπορούσα να κάνω ένα album εγώ κι αυτός, που ν’ ονομάζεται “Bachman & Bachman”. Έχει ηχογραφήσει τα τραγούδια του. Ίσως ένα τραγούδι του, και ένα δικό μου και ένα τρίτο που γράφουμε μαζί και θα το κυκλοφορήσουμε για πλάκα, έτσι ώστε ο κόσμος να δει την σύνδεση πατέρα/ γιου. Επειδή κανένας δεν έχει κάνει ένα τέτοιο album. Ο Leonard Cohen ή ο Stephen Stills ή οποιοσδήποτε άλλος του οποίου ο γιος ασχολείται μ’ αυτό, δεν έχει κάνει πραγματικά ένα album πατέρα/γιου,  απ’όσο γνωρίζω. Έτσι, θα είναι ένα album “Bachman & Bachman” πατέρα/γιου .

 

Είμαι τεράστιος οπαδός ενός άλλου Καναδού κιθαρίστα, του Frank Marino  (Mahogany Rush). Τον γνωρίζετε;

Ναι, τον ξέρω πολύ καλά.

 

Νομίζω ότι είναι ο καλύτερος εν ζωή παίκτης τραγουδιών του Hendrix.

Ναι, ήταν πολύ καλός. Η ιστορία που υπάρχει γι’ αυτόν, ότι ήταν σε κώμα ή σε τροχαίο ή έβγαινε από κώμα και ονειρεύτηκε ότι έπαιζε σαν τον Hendrix. Νομίζω ότι είναι μια αρκετά καλή ιστορία, είτε είναι αλήθεια είτε όχι (σ.σ: είναι μύθος)… Δεν παίζει πολύ σαν τον Hendrix.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Randy Bachman για τον χρόνο του.

Official Randy Bachman website: http://randybachman.com

Official Randy Bachman page: https://web.facebook.com/RandyBachmanOfficial

Αφήστε το σχόλιό σας