Συνέντευξη: Kenney Jones (Small Faces, Faces, The Who)

-

Στηρίξτε μας με ένα like

5,988ΥποστηρικτέςΚάντε Like
69ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
856ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
2,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Νοέμβριος 2020. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό μουσικό: τον Kenney Jones. Είναι περισσότερο γνωστός ως drummer και ιδρυτικό μέλος των Small Faces και Faces. Το 1978, εντάχθηκε στους The Who μετά τον θάνατο του Keith Moon. Έχει παίξει επίσης με τους The Law (με τον Paul Rodgers), Rolling Stones, Paul McCartney, Status Quo, John Lodge και άλλους. Από το 2001, παίζει με το συγκρότημά του, τους The Jones Gang, κυκλοφορώντας το studio album “Any Day Now” το 2005. Το 2018, κυκλοφόρησε τα απομνημονεύματά του με τίτλο “Let the Good Times Roll: My Life in Small Faces, Faces, and The Who”. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

Είστε ικανοποιημένος με την ανταπόκριση που λάβατε για την αυτοβιογραφία σας, “Let the Good Times Roll”;

Απόλαυσα το βιβλίο. Το βιβλίο έγινε ωραία. Δεν το βιάστηκα. Ήταν όλο πολύ συναρπαστικό. Είμαι πολύ χαρούμενος που άρεσε το βιβλίο σε τόσους πολλούς ανθρώπους.

 

Ήταν δύσκολο να θυμηθείτε όλες αυτές τις εντυπωσιακές λεπτομέρειες και ημερομηνίες σχετικά με τους Small Faces στο βιβλίο σας “Let the Good Time Roll”;

Είχα έναν ερευνητή που εργάστηκε μαζί μου, τον David, και είναι πολύ καλός τύπος. Θέλω να πω, δεν μπορούσα να θυμηθώ μερικές από τις ημερομηνίες, τις πραγματικές ημερομηνίες ή το πού ακριβώς παίζαμε κάποιες φορές. Έτσι, χρειάστηκε πολλή έρευνα για να βρούμε τις πραγματικές ημερομηνίες.

 

Ποια είναι τα τελευταία νέα από τους Jones Gang;

Ω, οι Jones Gang! Μαζευόμαστε και παίζουμε όσο μπορούμε. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές όταν βρισκόμαστε σε lockdown, με τον ιό τριγύρω… Θέλω να πω, ξανακλείσαμε αυτές τις συναυλίες, επειδή οι αρχικές δεν ισχύουν και έχουν στην πραγματικότητα ακυρωθεί ή αναβληθεί. Τώρα συναντιόμαστε μια φορά κάθε δύο εβδομάδες και παίζουμε μαζί, για να κρατηθούμε σε φόρμα.

 

Τι σας έκανε να σχηματίσετε το δικό σας συγκρότημα, τους The Jones Gang και να κυκλοφορήσετε το studio album “Any Day Now” το 2005;

Ήμουν πολύ τυχερός που συναντήθηκα με τον Rick Willis (σ.σ: Foreigner, Peter Frampton -μπάσο) εκείνη την εποχή. Ήταν καλός φίλος μου και μετακόμισε πολύ κοντά σε μένα. Πάνε περίπου 15 χρόνια από τότε. Έτσι, δημιουργήσαμε ένα συγκρότημα μαζί με τον Robert Hart (σ.σ: Bad Company -φωνητικά), που του άρεσε πολύ η ιδέα. Ο Robert Hart και εγώ, γράψαμε μαζί μερικά υπέροχα τραγούδια. Απλώς ταιριάξαμε, μας αρέσει πολύ να παίζουμε μεταξύ μας και αποφασίσαμε να κάνουμε ένα album. Το album ήταν διασκεδαστικό να το κάνουμε, τα τραγούδια ήταν πολύ καλά. Ήμουν πραγματικά ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα των τραγουδιών, επειδή τα τραγούδια ήταν πολύ σημαντικά για εμάς. Έτσι, η δημιουργία του “Any Day Now” ήταν σπουδαίο επίτευγμα και επίσης το να το κυκλοφορήσουμε στην Αμερική. Ήμασταν πολύ τυχεροί να έχουμε ένα #1 single στην Αμερική με το “Angel”, ένα υπέροχο τραγούδι.

 

Πέρυσι (14 Σεπτεμβρίου 2019) οι Faces επανενώθηκαν για μια συναυλία για το The Prostate Project. Πόσο συναισθηματικό ήταν για σας;

Ήταν πολύ διασκεδαστικό γιατί κάθε φορά που μαζευόμαστε και παίζουμε μαζί, το διασκεδάζουμε. Τίποτα δεν έχει αλλάξει στους Faces. Θέλω να πω, η σύνθεση έχει αλλάξει: Δύο από εμάς δεν βρίσκονται πλέον εδώ. Ο Ronnie Lane (μπάσο) και Ian McLagan (πλήκτρα), δεν είναι πλέον μαζί μας. Μας λείπουν, ξέρεις, τους σκεφτόμαστε όταν είμαστε στη σκηνή και παίζουμε μαζί. Ήταν πολύ διασκεδαστικό. Ήταν μια καλή ευκαιρία να μαζέψουμε χρήματα για τον καρκίνο του προστάτη. Έτσι, ναι, το κάναμε. Συγκεντρώσαμε περίπου 200.000 λίρες για την φιλανθρωπική οργάνωση, που είναι πολλά χρήματα. Πρόσφατα, συναντηθήκαμε για να κάνουμε τα Brit Awards στο Λονδίνο στο O2. Παίξαμε το “Stay With Me” με την Royal Philharmonic Orchestra και ήταν πραγματικά συναρπαστικό. Ήταν υπέροχα.

 

Όταν ηχογραφήσατε το “Ogdens’ Nut Gone Flake” (1968) με τους Small Faces, είχατε συνειδητοποιήσει ότι δημιουργήσατε ένα εξαιρετικό album;

Ήταν διασκεδαστικό και συναρπαστικό να το κάνουμε και γνώριζα αμέσως ενώ το κάναμε ότι είναι υπέροχο και μια πραγματικά σημαντική πρόοδος. Ήταν χαρά μου που κατάφερα να παίξω σε τέτοιου είδους album. Μπορούσα να το καταλάβω από τον τρόπο που έπαιζαν όλα αυτά τα άτομα. Απλώς λάτρευα τα πράγματα που υπάρχουν σε αυτό το album. Το να παίζεις drums ήταν προφανές στο “Ogdens’ Nut Gone Flake”, οπότε είμαι πολύ χαρούμενος με αυτό.

 

Το “Tin Soldier” (1967) ήταν μεγάλη επιτυχία για τους Small Faces και διασκευάστηκε από πολλούς καλλιτέχνες (Todd Rundgren, The Guess Who, Paul Weller, Scorpions, Transatlantic). Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτό το υπέροχο τραγούδι;

Το “Tin Soldier” είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια, γιατί βασικά δείχνει το πνεύμα των Small Faces και τον τρόπο που παίζαμε μαζί. Μου θυμίζει επίσης το “Here Come the Nice”. Πολύ παρόμοιο τραγούδι.

 

Έχετε πει ότι οι Small Faces δεν πειραματίζονταν μόνο με τη μουσική, αλλά και με τα ρούχα. Αποτελούσε η εικόνα σημαντικό μέρος της καριέρας των Small Faces;

Γίναμε mods επειδή δεν μπορούσαμε να κολλήσουμε σε ένα στυλ. Μας άρεσε πολύ να ντυνόμαστε και να δοκιμάζουμε διαφορετικά πράγματα. Ναι, η μουσική και η μόδα πήγαιναν χέρι-χέρι και ήταν υπέροχη εποχή να ζεις στο Λονδίνο της δεκαετίας του ‘60.

 

Κατά τη γνώμη σας, ο Don Arden (manager των Small Faces και πατέρας της Sharon Osbourne) βοήθησε ή έβλαψε τους Small Faces;

Νομίζω και τα δύο. Βασικά, νομίζω ότι βοήθησε αρχικά επειδή ήταν καλός manager και τα πηγαίναμε υπέροχα μαζί του. Εργαζόμασταν πυρετωδώς. Όντως είπε: «Φρόντιζα για τα χρήματά μας» και φρόντιζε για τα χρήματα μας, για τον εαυτό του στην πραγματικότητα (γέλια).

 

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο προσόν που είχε ο Steve Marriott (Small Faces -φωνητικά, κιθάρα);

Δύο πράγματα: Η φωνή του και το παίξιμό του στην κιθάρα. Δεν μπορούσα να πιστέψω το πόση δύναμη έβγαινε από τη φωνή του. Ήταν επίσης πολύ καλός κιθαρίστας. Ήταν εξαιρετικός τύπος για να παίζεις μαζί του.

 

Έχετε αναμνήσεις από τη θρυλική περιοδεία των Small Faces με τους The Who στην Αυστραλία το 1968;

Ναι, τα έβαλα όλα στο βιβλίο μου, “Let the Good Times Roll”. Όλοι απολαύσαμε το να περιοδεύουμε μαζί. Η μόνη φορά που υπήρξε κάποια ένταση στην περιοδεία ήταν όταν προσγειωθήκαμε στο Sydney. Πήγαμε κατευθείαν σε μια συνέντευξη τύπου και ο αυστραλιανός Τύπος μας κατηγόρησε αμέσως ότι παίρναμε ναρκωτικά και κάναμε κάθε είδους πράγματα και το θεωρήσαμε προσβλητικό και ήμασταν πραγματικά αναστατωμένοι.

 

Πώς είναι να είστε το μόνο εν ζωή μέλος των Small Faces;

Είμαι πολύ περήφανος και είναι τιμή μου να είμαι μέλος των Small Faces. Πρέπει να το εκτιμώ για πάντα.

 

Πώς σας έπεισε ο Pete Townshend να γίνετε μέλος των The Who;

Βασικά, μιλήσαμε μερικές ώρες για αυτό. Πήγα στο γραφείο του manager τους και μιλήσαμε για δύο ώρες και αυτός (σ.σ: ο Pete) είπε: «Πρέπει να το κάνεις» και είπα ότι δεν μπορούσα να ενταχθώ στους The Who, επειδή είχα ήδη ξεκινήσει ένα συγκρότημα μαζί με τον Glyn Johns, τον παραγωγό των δίσκων μας (σ.σ: μηχανικός ήχου των Small Faces, Faces, Led Zeppelin) και ήταν μισό Αμερικάνικο και μισό Αγγλικό. Είπα: «Κοίτα, δεν μπορώ. Έχω ήδη ξεκινήσει ένα συγκρότημα. Δεν θα μπορούσαν να το πιστέψουν». Είπα «Όχι» και μετά ο Pete είπε: «Πρέπει να μπεις στο συγκρότημα, είσαι ένας από εμάς. Είσαι mod». Είπα: «Θα ρωτήσω το συγκρότημά μου γιατί πρέπει να βρίσκονται στην Αγγλία σήμερα το βράδυ και θα σ’ ενημερώσω για το ποια είναι η αντίδρασή τους». Είπε: «Εντάξει, πήγαινε». Είπα στο υπόλοιπο συγκρότημά μου: «Μου ζητήθηκε να ενταχθώ στους The Who» και όλοι είπαν: «Kenney, πρέπει να μπεις στους The Who. Είναι απαραίτητο. Το καταλαβαίνουμε εντελώς». Έτσι, ήταν πολύ ευγενικοί και μ’ αυτό τον τρόπο κατέληξα να ενταχθώ στους The Who. Αλλά μπήκα στους The Who με μία προϋπόθεση. Είπα: «Δεν θ’ αντιγράψω τον Keith Moon. Ο Keith είχε το δικό του στυλ και δεν πρόκειται να το κάνω αυτό. Υπάρχουν ορισμένα γεμίσματα, κάποια πράγματα που θα ήθελα να τα κάνω, επειδή πιστεύω ότι είναι υπέροχα. Θα ήθελα να παίξω μερικά πράγματα, αλλά δεν θα τον αντιγράψω. Είμαι τελείως διαφορετικός drummer». Έτσι μπήκα στους The Who.

 

Συναντήσατε τον Keith Moon το βράδυ πριν πεθάνει και παρακολουθήσατε μαζί την ταινία “The Buddy Holly Story” στην οποία έκανε παραγωγή ο Paul McCartney. Σοκαριστήκατε το επόμενο πρωί όταν μάθατε τα νέα για το θάνατό του;

Ναι, ήμουν πολύ σοκαρισμένος. Θέλω να πω, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μου είπε καληνύχτα. Πρέπει να ήταν 1 η ώρα όταν φύγαμε και οι δύο. Είπα: «Τα λέμε, Keith. Χάρηκα που σε είδα» και είπε: «Ναι, Kenney. Τα λέμε σύντομα». Στη συνέχεια, πήγα για ύπνο και ξύπνησα το επόμενο πρωί, άνοιξα την τηλεόραση και είχε ειδήσεις και αμέσως οι ειδήσεις είπαν: «Ο Keith Moon πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών». Σκέφτηκα: «Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό. Κάνει πάλι τις φάρσες του». Δεν ήμουν αρκετά σίγουρος αν είναι αλήθεια.

 

Οι Who είχαν έναν lead κιθαρίστα και έναν lead μπασίστα. Πόσο δύσκολο ήταν για σας να ακουστείτε ως drummer;

Δεν ήταν δύσκολο να ακουστώ ως drummer επειδή ήταν σαν να παίζεις με δύο lead κιθαρίστες, έναν στο μπάσο και τον άλλο στο άλλο άκρο. Ήταν διασκεδαστικό να το κάνω επειδή κατέληξα να αναπτύξω ένα πολύ γρήγορο πόδι στην μπότα για να συμβαδίζω με τον John Entwistle (μπάσο). Δουλεύαμε πολύ καλά μαζί.

 

Ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία να παίξετε στο Live Aid με τους Who το 1985;

Ήταν υπέροχο. Ήταν υπέροχο επειδή ήταν για καλό σκοπό. Ήταν εξαιρετική εμπειρία. Η μόνη τραγωδία ήταν ότι παίξαμε μόνο για 20 λεπτά, οπότε κάθε συγκρότημα είχε ένα 20λεπτο set. Είχαν φανάρια στη σκηνή στραμμένα προς το συγκρότημα. Ήταν όλα πράσινα και ξαφνικά έγιναν κόκκινα και έπρεπε να σταματήσουμε. Είπαν: «Αν συνεχίσετε, θα τραβήξουμε την πρίζα». Ήταν μια καταπληκτική δήλωση. Έτσι, ούτως ή άλλως, σιγά-σιγά αποχωρήσαμε (γέλια). Όμως, από την άλλη πλευρά, περάσαμε υπέροχα.

 

Ήταν διασκεδαστικό να κάνετε τις ARMS συναυλίες το 1983 με τους Eric Clapton, Jimmy Page, Jeff Beck και άλλους;

Ναι, πραγματικά το απόλαυσα, ήταν υπέροχο να το κάνω. Το να δουλεύεις με τους Jimmy Page, Jeff Beck, Eric Clapton, Stevie Winwood, Joe Cocker, τον Bill Wyman (Rolling Stones) στο μπάσο, τους Chris Stainton (Eric Clapton, Spooky Tooth) και James Hooker (Steve Winwood) στα πλήκτρα. Ξεχνάω κάποιους ανθρώπους… Στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχαμε επίσης τον Paul Rodgers (Free, Bad Company) στα φωνητικά. Ναι, ήταν διασκεδαστικό.

 

Πώς συνέβη να ηχογραφήσετε το “It’s Only Rock ‘n’ Roll (But I Like It)” με τους Rolling Stones το 1973;

Ο Ronnie Wood έμενε στο Richmond Park. Δεν ξέρω αν το γνωρίζουν όλοι, το Richmond Park είναι ένα πάρκο λίγο έξω από το Λονδίνο, στο Richmond. Έμενα κοντά σε μια από τις εισόδους, το ίδιο και ο Ronnie Wood. Τη νύχτα, έκλειναν τις εισόδους, οπότε το πάρκο ήταν κλειστό. Ο Ronnie είχε φτιάξει ένα studio στο υπόγειό του και κάθε δεύτερη νύχτα περίμενε μέχρι την στιγμή που ήμουν έτοιμος να πέσω για ύπνο. Έπαιρνε τηλέφωνο και έλεγε: «Kenney, δεν έχουμε drummer». Έτσι έλεγα: «Εντάξει Ronnie, θα έρθω σύντομα». Έπρεπε να οδηγήσω μέχρι το τέλος του πάρκου και έπρεπε να πηγαίνω πολύ προσεκτικά επειδή μου άρεσε να πίνω. Έτσι, ήταν εκνευριστικό. Έφτανα εκεί και το ένα βράδυ έπαιζε εκεί ο Bob Dylan, το άλλο βράδυ ο David Bowie. Ο Eric Clapton ήταν επίσης εκεί και απλώς τζαμάραμε όλοι μαζί. Εκείνο το βράδυ πήγα επειδή ξανατηλεφώνησε και ήταν εκεί ο Mick Jagger. Έτσι, ο Mick και εγώ, απλώς παίζαμε μαζί στο studio. Ο Ronnie Wood είχε μόλις αγοράσει πολλά περιφερειακά (outboard) μηχανήματα ηχογράφησης και βρισκόταν στο control room, επειδή δεν είχαμε μηχανικό ήχου. Ο Ronnie έκανε λίγο και απ’ τα δύο (σ.σ: βρισκόταν στο control room και επίσης έπαιζε μπάσο). Έτσι, την περισσότερη ώρα, ο Mick (σ.σ: στην κιθάρα) και εγώ ήμασταν στο studio, μόνοι μας και παίζαμε απλώς αυτό το riff. Μετά από λίγο -επειδή ήταν πολύ αργά, περίπου 2 ή 3 το πρωί- είπα: «Mick, παίξε αυτή την ωραία γραμμή ταυτόχρονα μ’ εμένα. Έτσι κι αλλιώς, είναι μόνο rock ‘n’ roll» και είπε: «Αλλά μου αρέσει». Έτσι άρχισε να παίζει αυτό το riff, το “It’s Only Rock ‘n’ Roll (But I Like It)”. Έτσι συνέβη.

 

Ποιες είναι οι επιρροές σας ως drummer;

Τον πρώτο καιρό, ήταν ο Buddy Rich, ο Joe Morello και ένας Άγγλος drummer ονόματι Kenny Clare. Ήταν όλοι φανταστικοί drummers και όλοι έπαιζαν jazz και ήταν υπέροχοι να τους βλέπεις. Στην πραγματικότητα είδα τον Joe Morello να παίζει live. Επίσης, ο Brian Bennett από τους Shadows είναι μεγάλη επιρροή για μένα. Όλοι από τους Shadows είναι σπουδαίοι. Έχουμε τον Bobby Elliott από τους Hollies. Λατρεύω επίσης αυτούς τους drummers. Και τον Al Jackson από τους Booker T. and the M.G.’s.

 

Θεωρείτε επιτυχημένη τη συνεργασία σας με τον Paul Rodgers (Free, Bad Company -φωνητικά) στους The Law;

Νομίζω ότι ήταν πολύ επιτυχημένη επειδή βασικά είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε. Κάναμε δύο υπέροχα albums: Το ένα που κυκλοφορήσαμε (σ.σ: “The Law” -1991) και το άλλο που δεν κυκλοφορήσαμε. Σκεφτόμαστε να το κυκλοφορήσουμε σύντομα. Και στους δυο μας αρέσει περισσότερο από αυτό που κυκλοφόρησε.

 

Υποθέτω ότι περνάτε πολύ ώρα στο Hurtwood Park Polo Club σας. Σας αποσπά αυτό από το να δημιουργήσετε περισσότερη μουσική;

Όχι, το ακριβώς αντίθετο. Με κάνει να δημιουργώ περισσότερη μουσική επειδή έχουμε ένα studio και σηκωνόμαστε και κάνουμε πολλά τραγούδια. Έχουμε άδεια μουσικής εδώ και πολλά χρόνια. Κάνουμε ανοιχτές συναυλίες, φεστιβάλ και πανηγύρια και έτσι είμαστε πολύ τυχεροί που μπορούμε να βγούμε και να παίξουμε μουσική και υπάρχουν επίσης πολλά άλλα συγκροτήματα εκεί. Επιπλέον, εκεί έχουν παίξει οι Faces μαζί μου και οι The Who έχουν παίξει μαζί μου εκεί. Πολλοί άλλοι διάσημοι άνθρωποι έχουν παίξει εκεί όλα αυτά τα χρόνια.

 

Πώς ήταν να παίζετε πόλο (με άλογα) με τον Ginger Baker (Cream -drums);

Ο Ginger ήταν ο μόνος που μπορούσε να παίζει πόλο και να ιππεύει ταυτόχρονα. Τουλάχιστον, μπορούσα να ιππεύω όταν μ’ άφηνε να παίξω πόλο. Έτσι, όταν ήμουν έτοιμος να χτυπήσω την μπάλα, ο Ginger ερχόταν καβάλα στο άλογο και χτύπαγε τις μπάλες και μετά από μερικούς γύρους, ήταν εξαντλημένος. Είναι ένα άθλημα που δεν μπορείς να κρατάς δυνάμεις. Μας άρεσε και στους δύο και δεν το μετανιώσαμε ποτέ. Είναι υπέροχο άθλημα.

 

Περάσατε καλά κατά την ηχογράφηση του “Natural Avenue”” (1977) album του John Lodge (Moody Blues -μπάσο); Πρωταγωνιστείτε ακόμη και στο video του για το “Street Café”!

Ναι, πέρασα. Ο John είναι πολύ καλός και στενός φίλος μου. Το θυμάμαι, νομίζω ότι ήταν το 1976 στο studio. Ήταν μια πολύ ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Θέλω να πω, ήταν μια από τις πιο ζεστές μέρες του χρόνου και ήμασταν κολλημένοι στο studio εκείνη την ημέρα, για περίπου τρεις εβδομάδες συνολικά. Θυμάμαι ότι είχε πολύ ζέστη. Ήταν υπέροχο να δουλεύεις με τον John. Ο John είναι πάντα διασκεδαστικός και είναι υπέροχος τύπος. Είχε γράψει μερικά υπέροχα τραγούδια και έπρεπε να παίξω drums. Νομίζω ότι ήταν υπέροχα. Δεν θυμάμαι το video. Έχω χρόνια να δω το video.

 

Στο βιβλίο σας, γράφετε ότι δεν ήσασταν μεγάλος οπαδός των Humble Pie (με τον Steve Marriott). Θα θέλατε να μας το εξηγήσετε;

Μου άρεσαν όλοι από τους Humble Pie. Ποτέ δεν έμαθα πολύ καλά τη μουσική τους επειδή ήμουν πολύ απασχολημένος με τους Faces, την ίδια στιγμή που ο Steve ήταν απασχολημένος περιοδεύοντας με τους Humble Pie. Φυσικά, συναντηθήκαμε σε ένα festival και απλώς είπα ένα «γεια» στον Steve και περάσαμε υπέροχα κουβεντιάζοντας μεταξύ μας. Δεν υπήρχε καμμιά διαφωνία, απλώς οι δρόμοι μας δεν συναντήθηκαν ποτέ.

 

Πιστεύετε ότι η δημοφιλής μουσική που γράφτηκε στη δεκαετία του ‘60 και του ‘70 είναι καλύτερη από τη σημερινή μουσική;

Πιστεύω, για να είμαι ειλικρινής, ότι η μουσική της δεκαετίας του ‘60 και της δεκαετίας του ‘70, ακόμη και η μουσική της δεκαετίας του ‘50, δεν θα υπάρξει ξάνα. Ήταν μια επιδραστική εποχή και αυτό το είδος της μουσικής δημιουργήθηκε τότε. Σήμερα υπάρχει κάποια μουσική που μου αρέσει και κάποια που δεν μου αρέσει. Θέλω να πω, δεν μ’ αρέσει πραγματικά η rap μουσική. Υπάρχει κάποια καλή rap μουσική και κάποια που δεν την αντέχω. Δεν θέλω να πω ότι δεν μου αρέσει η μουσική, αλλά όσο είναι συνεχώς διασκεδαστική, μου αρέσει η μουσική. Είναι πραγματικά η ιστορία της κάθε εποχής.

 

Πώς συνέβη να παίξετε το “Red Sky” με τους Status Quo στο Top of the Pops το 1986;

Με πήραν τηλέφωνο από τους Quo επειδή ήταν παλιοί φίλοι μου. Ο Francis (σ.σ: Rossi -κιθάρα, φωνητικά) και ο Rick (σ.σ: Parfitt -κιθάρα, φωνητικά) με κάλεσαν και μου είπαν: «Θα κάνουμε το Top of the Pops. Ο drummer μας (σ.σ: Jeff Rich) είναι κολλημένος κάπου αλλού στη Βρετανία». Είπα: «Ναι, κανένα πρόβλημα». Το έκανα και το απόλαυσα.

 

Παρεμπιπτόντως, υπάρχει μια τρομερή φωτογραφία στα παρασκήνια μετά την -υποτιθέμενη- «αποχαιρετιστήρια» συναυλία των Status Quo στο Selhurst Park το 1984 με τους Status Quo, τον John Entwistle, τον Rick Wakeman, τον Roger Taylor και τον Lemmy. Έχετε αναμνήσεις από αυτή τη βραδιά ;

Όχι, δεν το θυμάμαι αυτό. Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωτογραφία. Ναι, είχα δει τη φωτογραφία πριν πολύ καιρό… Ακόμα δεν μπορώ να τη θυμηθώ (γέλια).

 

Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε τις ηχογραφήσεις του “Rockestra Theme” (1978) single του Paul McCartney; Υπήρχε ένα φανταστικό line up εκεί!

Ήμουν εγώ και ο John Bonham στα drums, μαζί με τον drummer των Wings (σ.σ: Steve Holley). Ήταν καταπληκτικά. Ήμασταν στα studios της EMI, στο Abbey Road και ήταν υπέροχη εμπειρία. Ο Paul ανέκαθεν ήταν καλός φίλος και μου άρεσε να παίζω με τόσους πολλούς ανθρώπους εκεί. Ο Hank Marvin (σ.σ: The Shadows) ήταν επίσης στην ηχογράφηση και είναι ένας από τους ήρωες μου στην κιθάρα. Ο John Bonham και εγώ, τα πήγαμε πολύ καλά. Οι Zeppelin και οι Faces περιόδευαν στην Αμερική και συναντιόμασταν αρκετά στη Νέα Υόρκη. Ο John κι εγώ, πηγαίναμε συχνά σε ένα από τα αγαπημένα μας μέρη για ποτό, που ήταν μια αγγλική pub, γιατί του άρεσε η (σ.σ: μπύρα) Watney’s Red Barrel. Στον John άρεσαν τα μεγάλα ποτήρια μπύρας (σ.σ: pint). Δεν μπορούσα ποτέ να πιω τόσα πολλά μεγάλα ποτήρια μπύρας, αλλά αυτός έπινε.

 

Υπήρχε ένα υποτιμημένο mod συγκρότημα που λεγόταν The Creation και ο Ronnie Wood (Faces, Rolling Stones -κιθάρα, Jeff Beck Group -μπάσο ) ήταν μέλος τους για κάποιο χρονικό διάστημα ως τραγουδιστής και κιθαρίστας. Σας άρεσαν οι The Creation, ιδιαίτερα ο αρχικός κιθαρίστας τους, Eddie Phillips;

Ναι, μου άρεσαν οι The Creation, ήταν ένα σπουδαίο συγκρότημα. Θα παίξω μερικούς από τους δίσκους τους αργότερα επειδή θέλω να το ξαναζήσω αυτό. Ήταν υπέροχοι. Καλό συγκρότημα.

 

Υπάρχει μια ιστορία στο βιβλίο σας για τον David Jones, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός ως David Bowie και τους Small Faces. Θέλετε να την μοιραστείτε μαζί μας;

Γίναμε φίλοι πριν γίνουμε γνωστοί. Συνηθίζαμε να τα πίνουμε στη Denmark Street σε ένα μικρό καφέ που λεγόταν La Gioconda. Έτσι, συναντιόμασταν εκεί, κουβεντιάζαμε και ανταλλάσσαμε δίσκους. Μια μέρα, παίζαμε μια συναυλία τοπικά στο Ανατολικό Λονδίνο (σ.σ: Romford) και είπε: «Μπορώ να έρθω να παίξω με το συγκρότημά σας;» Είπαμε: «Ναι, κανένα πρόβλημα. Αλλά θα πρέπει να μας βοηθήσεις να φορτώσουμε το van και να το ξεφορτώσουμε όταν τελειώσουμε». Ανέβηκε στη σκηνή και τραγούδησε. Ήταν στην πραγματικότητα ένας Small Face. Πραγματικά, ένα πέμπτο μέλος του συγκροτήματος.

 

Μετανιώνετε για κάτι στην καριέρα σας;

Ναι, μετανιώνω. Πέρασα θλιβερές στιγμές όταν πέθανε ο Keith και στην συναυλία των The Who στο Cincinnati (σ.σ: όταν σκοτώθηκαν 11 οπαδοί στις 3 Δεκεμβρίου 1979). Αυτό ήταν τραγικό.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Kenney Jones για τον χρόνο του.

Official Kenney Jones website: https://kenneyjones.com

Official Kenney Jones Facebook page: https://www.facebook.com/kenneyjonesdrums

Hurtwood Park Polo Club website: http://www.hurtwoodparkpolo.co.uk

Γράψτε το σχόλιό σας