Συνέντευξη: Jan Hammer (solo, Mahavishnu Orchestra, Jeff Beck)

-

Στηρίξτε μας με ένα like

5,990ΥποστηρικτέςΚάντε Like
69ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
851ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
2,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Απρίλιος 2020. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό πληκτρά: τον Jan Hammer. Ήταν ιδρυτικό μέλος των πρωτοπόρων του jazz rock, Mahavishnu Orchestra και έχει συνεργαστεί με τους Jeff Beck, Tommy Bolin, Neal Schon, Al Di Meola, Jack Bruce, Jeremy Steig και άλλους. Έχει κυκλοφορήσει πολλά solo albums και έχει γράψει μουσική για τηλεοπτικές σειρές και ταινίες. Το “Miami Vice Theme” που έγραψε για την τηλεοπτική σειρά “Miami Vice” έφτασε στο #1 των Billboard charts το 1985. Μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο solo album του με τίτλο “Sketches in Jazz”. Διαβάστε παρακάτω τα όσα πολύ ενδιαφέροντα μας είπε:

 

Πώς σας ήρθε η ιδέα να επανέλθετε στις πρώιμες jazz επιρροές σας, όπως οι Miles Davis, John Coltrane και Bill Evans για το νέο σας album “Sketches in Jazz”;

Δούλευα πολλά χρόνια και άρχισα να θυμάμαι τις ρίζες μου, από πού ήρθα και πώς ξεκίνησα στη μουσική. Αρχικά έπαιζα απλώς jazz πιάνο και αυτό ήταν το μόνο που έκανα και τελικά όταν ήρθα στην Αμερική, μπήκα περισσότερο στο rock, την ηλεκτρονική pop και επίσης την μουσική για τον κινηματογράφο και όλα αυτά ήταν τόσα διαφορετικά στυλ, αλλά πάντα θυμόμουν ότι ο αυτοσχεδιασμός ήταν το πιο αγαπημένο μου πράγμα και απλώς έπρεπε να κάνω ένα δίσκο που να δείχνει την πραγματική, πρωτότυπη jazz προσέγγιση με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

 

Πόσο συναισθηματικό ήταν για εσάς να γράψετε το “My Father’s Vibes” στο album “Sketches in Jazz”;

Βασικά, άκουγα τον ήχο. Το βιμπράφωνο είναι ένα τόσο όμορφο όργανο και θυμόμουν όταν ήμουν μικρός, τον πατέρα μου που έπαιζε βιμπράφωνο σε jazz συγκροτήματα. Θυμάμαι, αν και ήμουν πολύ μικρός, ότι στο διαμέρισμά μας στην Πράγα, πρόβαρε το συγκρότημα και άκουγα τον πατέρα μου να παίζει βιμπράφωνο. Έτσι, όταν έγραψα αυτό το τραγούδι, αποφάσισα να το ονομάσω “My Father’s Vibes”, θυμούμενος το βιμπράφωνο του πατέρα μου.

 

Ποια είναι η ιδέα πίσω από τα μικρότερα σε διάρκεια κομμάτια στο “Sketches in Jazz”;

Επειδή αυτό ακριβώς είναι τα σκίτσα. Είναι μικρά κομμάτια χαρτιού όπου γράφεις μια ιδέα. Βασικά, είναι παρόμοιο με τον τρόπο που ένας ζωγράφος προετοιμάζει ένα έργο για έναν μεγάλο πίνακα. Μπορείς να δεις ότι το πρωτότυπο έργο εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε σκίτσα. Έτσι σκέφτηκα ότι ήταν πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνω τον τρόπο με τον οποίο ενώθηκαν στο τέλος διαφορετικά πράγματα.

 

Το αγαπημένο μου κομμάτι στο “Sketches in Jazz” είναι το “First Light”. Χρησιμοποιήσατε keytar σε αυτό;

Χαίρομαι που σ’αρέσει, γιατί είναι και το δικό μου αγαπημένο κομμάτι στο album. Δεν παίζω keytar. Το μόνο που κάνω είναι ότι έχω έναν ήχο που βγάζω από το synthesizer που ακούγεται πολύ σαν κιθάρα. Έχει γίνει ο αγαπημένος μου ήχος που χρησιμοποιώ στα solos. Αυτό είναι βασικά ένα sample στο synthesizer και δεν παίζω keytar.

 

Γιατί αποφασίσατε να κάνετε μια jazz εκτέλεση του “Magic Theater” (από το “Beyond the Mind’s Eye” -1992) στο album “Sketches in Jazz”;

Αυτό συνέβη όταν δούλευα αρχικά στο album “Beyond the Mind’s Eye” και είχα διαφορετικές ιδέες στο πώς να προσεγγίσω αυτή τη μελωδία και αυτή τη σύνθεση. Όσον αφορά την εκτέλεση που ήταν στο “Beyond the Mind’s Eye”, ήταν περισσότερο ηλεκτρονική pop και στην συνέχεια είχα ακόμα αυτήν την ιδέα. Θυμήθηκα ότι ακούγεται πολύ καλό και ως jazz κομμάτι, γι’ αυτό επέστρεψα και θυμήθηκα πώς το έκανα και το ξανάκανα με jazz τρόπο.

 

Πόσο σημαντικός είναι για σας ο αυτοσχεδιασμός;

Νομίζω ότι ο αυτοσχεδιασμός κάνει τα πάντα δυνατά για μένα. Όταν σκέφτομαι συνθέσεις, δουλεύοντας ως συνθέτης, είναι ακόμα μερικός αυτοσχεδιασμός που γίνεται μόνιμος. Στην περίπτωσή μου, πρέπει να είσαι σε θέση να αυτοσχεδιάζεις πρώτα απ’ όλα για να δημιουργήσεις νέα μουσική και επίσης να επικοινωνήσεις όταν παίζεις με άλλους μουσικούς: παίζεις και ακούς άλλους ανθρώπους να παίζουν και μετά να τους απαντάς με τη μουσική σου δήλωση. Έτσι, ο αυτοσχεδιασμός είναι σχεδόν το πιο σημαντικό πράγμα για μένα δουλεύοντας στη μουσική.

 

Μπορείτε να μας περιγράψετε το μουσικό όραμα που είχατε στο “Seasons, Pt. 1” (2018) album;

Και πάλι, ξεκινά με σκίτσα, όπως σου είπα γι’ αυτό το τελευταίο album. Η μουσική που έβγαινε όταν σκεφτόμουν να γράψω και να ηχογραφήσω, ήταν πιο κινηματογραφική και λειτούργησε πολύ καλά με την ιδέα της απεικόνισης διαφορετικών εποχών. Έτσι, κατέληξα σε πολλές διαφορετικές ιδέες, γι’ αυτό το ονόμασα “Seasons, Pt.1” και δουλεύω τώρα στο “Seasons, Pt.2” το οποίο θα κυκλοφορήσει σύντομα κάποια στιγμή, αργότερα αυτή την χρονιά.

 

Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για το τραγούδι “Who Are They?” από το album “Melodies” (1977) των Jan Hammer Group;

Ναι, είναι ενδιαφέρον που το θυμάσαι αυτό. Είναι μια έκφραση ατομικής ελευθερίας. Ξέρεις: «Κανένας δεν θα με συγκρατήσει. Κανένας μην μου πει κάτι που το γνωρίζω και θα κάνω ό,τι πιστεύω ότι είναι σωστό», όσον αφορά το ίδιο το τραγούδι. Επίσης, ο ρυθμός και η μπασογραμμή, όλα αυτά, ήταν απλώς τόσο -όπως λένε στα Αγγλικά- «στα μούτρα σου» (γέλια). Κανένας δεν μας συγκρατούσε.

 

Λατρεύω τη διασκευή σας στο “Manic Depression” του Jimi Hendrix από το album “Black Sheep” (1978). Πώς καταλήξατε σε αυτήν την ιδέα;

Λοιπόν, ήταν απλώς κάτι προφανές. Επηρεάστηκα τόσο πολύ από το παίξιμο του Jimi Hendrix γιατί παρόλο που ξεκίνησα ως πιανίστας, πηγαίνοντας στην ηλεκτρονική μουσική και το synthesizer, άρχισα να παίζω κάτι που ήταν πιο παρόμοιο με κιθάρα και αυτή η μελωδία είναι τόσο τέλεια και βοήθησε πραγματικά τον ήχο μου ώστε να μπορέσει ν’ αποτίσει φόρο τιμής στον Jimi. Συνάντησα τον Jimi λίγο πριν πεθάνει στη Νέα Υόρκη, στο studio του και μας άκουγε να ηχογραφούμε και μιλούσαμε προσπαθώντας ίσως να βρεθούμε όλοι μαζί και δυστυχώς πέθανε. Λοιπόν, αυτό είναι το tribute μου στον Jimi Hendrix.

 

Τι αναμνήσεις έχετε από τη συνάντησή σας με τον Jimi Hendrix στα Electric Lady Studios όταν ηχογραφoύσατε το album “Energy” (1971) του Jeremy Steig;

Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο χαλαρός, πόσο ευγενική ψυχή και ωραίο άτομο ήταν. Θα περίμενες κάποιος που είναι γιγάντιος superstar, μουσικός γίγαντας, να μην είναι προσιτός και ήταν απλώς πολύ φυσιολογικός και ένας αληθινός μουσικός. Άκουγε πραγματικά την μουσική: μπορούσε να πει ότι άκουσε το πράγμα που κάναμε και το ‘πιανε. Έπιανε αυτό που προσπαθούσαμε να κάνουμε.

 

Είχατε συνειδητοποιήσει τότε ότι η μουσική των Mahavishnu Orchestra ήταν τόσο μπροστά από την εποχή της;

Όταν συναντηθήκαμε, προφανώς γνωρίζαμε ότι θα ήταν διαφορετική και επαναστατική, κατά κάποιον τρόπο, αλλά μόλις ξεκινήσαμε να προβάρουμε και να δημιουργούμε μουσική έτοιμη να παρουσιαστεί, ήταν πολύ εκρηκτική. Νιώθαμε ότι τα πράγματα άλλαζαν κάθε μέρα, σχεδόν σαν σεισμός. Ένιωθες τη γη να τρέμει (γέλια) όταν παίζαμε και ήταν απλώς ένα φανταστικό συναίσθημα. Ήταν απλώς το καλύτερο!

 

Ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία η περιοδεία των Mahavishnu Orchestra με τον Frank Zappa τον Μάιο του 1973;

Ήταν φανταστικός συνδυασμός γιατί ο Frank Zappa ήταν επίσης λαμπρός εκπρόσωπος πολύ μεγάλης αλλαγής και πολύ πρωτότυπος. Έτσι, αυτά τα δύο συγκροτήματα να παίζουν στην ίδια συναυλία ήταν τέλειος συνδυασμός. Ήταν καταπληκτικό! Μου άρεσε πολύ.

 

Γιατί η αρχική σύνθεση των Mahavishnu Orchestra δεν επανενώθηκε ποτέ;

Δεν υπήρξε ποτέ κάποια σωστή στιγμή και καθώς μεγαλώναμε και γερνούσαμε, ένιωθα πραγματικά ότι η μουσική που παίζαμε είναι για νεότερους μουσικούς. Πρέπει να έχεις αυτό το είδος ενέργειας και την ορμή για να είσαι τόσο ελεύθερος, και απλώς απομακρύνθηκα από αυτό. Είμαι σίγουρος ότι θα ήταν πραγματικά ψυχαγωγική για τον κόσμο (σ.σ: μια επανένωση), αλλά όταν το κάναμε, κάναμε το καλύτερο που μπορούσαμε για χρόνια.

 

Είμαι μεγάλος θαυμαστής του album “Like Children” (1974) με τον Jerry Goodman, ιδιαίτερα του τραγουδιού “Steppings Tones”. Τι σημαίνει αυτό το album για εσάς;

Ήταν πολύ σημαντικό album γιατί ήταν το πρώτο μεγάλο βήμα μετά τους Mahavishnu Orchestra και ο Jerry και εγώ, ήμασταν πολύ κοντά μουσικά και γράφαμε τραγούδια μαζί. Ήταν μια πολύ καλή κυκλοφορία, με βοήθησε να ελευθερωθώ και ν’ αρχίσω να δοκιμάζω κάτι άλλο, γιατί με τους Mahavishnu Orchestra προς το τέλος, η μουσική ήταν τόσο περίπλοκη και πραγματικά γεμάτη ένταση. Το τραγούδι “Steppings Tones” γράφτηκε από τον Rick Laird, τον μπασίστα μας από τους Mahavishnu και είναι απλώς ένα απίστευτα έξυπνο κομμάτι μουσικής. Έτσι, ήμουν πολύ χαρούμενος που μπόρεσα να το συμπεριλάβω στο album.

 

Υπάρχει κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία σχετικά με το εκπληκτικό τραγούδι “Blue Wind” από το “Wired” album του Jeff Beck (1976);

Μιλώντας για κιθάρα, μια μέρα καθόμουν εδώ στο σπίτι μου, χαζολογούσα στην ακουστική μου κιθάρα και βασικά έγραψα και εμπνεύστηκα ολόκληρο το τραγούδι μόνο στην κιθάρα, παρόλο που δεν είμαι κιθαρίστας (γέλια). Έτυχε να βρω το δρόμο μου και έτσι ξεκίνησε. Όταν ο Jeff ήρθε στο σπίτι για να ηχογραφήσει μαζί μας, το έπαιξα σ’ αυτόν στην ακουστική κιθάρα και το πήρε και απλώς το έκανε το μεγάλο hit που έγινε.

 

Γιατί δεν συναντήσατε τον George Martin κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων του “Wired”;

Δεν συνάντησα ποτέ τον George Martin προσωπικά, αλλά του μίλησα στο τηλέφωνο αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της παραγωγής του “Wired” επειδή τα κομμάτια μιξαρίστηκαν από εμένα, εδώ στο Red Gate Studio και ο Jeff κατέληξε να επιλέξει αυτές τις μίξεις. Μίλησα με τον George όσον αφορά την προσέγγιση στην μίξη αυτών των κομματιών, επειδή ήταν απλώς ένας απίστευτος, μεγαλοφυής παραγωγός. Θυμάμαι να του μιλάω στο τηλέφωνο και ήταν μαγική στιγμή. Ο Jeff ήρθε στο σπίτι μας εδώ για να ηχογραφήσει τα solos και ολόκληρο το κομμάτι “Blue Wind” ηχογραφήθηκε στο σπίτι μου.

 

Ποιο ήταν το μυστικό της πολύ επιτυχημένης συνεργασίας σας με τον Jeff Beck;

Νομίζω ότι ήμασταν πολύ παρόμοιοι, παρόλο που προερχόμασταν από τα δύο άκρα του μουσικού σύμπαντος. Ήταν ένα rock ίνδαλμα, ένας γίγαντας του rock ‘n’ roll και ήμουν γνωστός μουσικός της σύγχρονης jazz, αλλά προσπαθούσα να μπω περισσότερο στο rock και εκείνος προσπαθούσε να μπει περισσότερο στην jazz και συναντηθήκαμε ακριβώς στη μέση. Γι’ αυτό η συνεργασία μας λειτούργησε τόσο καλά.

 

Απολαύσατε να παίζετε το “Star Cycle” με τον Jeff Beck (από το album “There & Back” -1980) στο Hollywood Bowl το 2016;

Δεν θυμάμαι πολλές συναυλίες όπως την συναυλία που κάναμε στο Hollywood Bowl και το “Star Cycle” με τα φώτα ν’ αναβοσβήνουν γύρω από το ίδιο το Bowl, την ενέργεια του τραγουδιού και το να βλέπεις τον κόσμο έξω στο σκοτεινό αμφιθέατρο, ήταν απλώς μια μαγική στιγμή. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

 

Ήταν μια φυσική απόφαση να αρχίσετε να γράφετε μουσική για την τηλεόραση και για ταινίες;

Στην πραγματικότητα, μπορείς να πάρεις την απόφαση, αλλά δεν θα πετύχεις, εκτός αν κάποιος σε προσλάβει. Έγραφα μουσική για τον εαυτό μου, για τους δίσκους μου με άλλους ανθρώπους και έπειτα υπεύθυνοι, όπως ορισμένοι παραγωγοί και σκηνοθέτες άκουσαν τη μουσική μου και μου ζήτησαν να δουλέψω στο project τους. Ξεκίνησα με μικρότερες ταινίες και μετά με μεγαλύτερες και στην συνέχεια συνάντησα τον Michael Mann που άρχισε να κάνει την τηλεοπτική σειρά που θα γινόταν το “Miami Vice”. Μου είπε ότι ήθελε μουσική που δεν έμοιαζε με ο,τιδήποτε άλλο στην τηλεόραση και είχα μαζί μου μια κασέτα με πρόχειρες ιδέες μου και του έπαιξα ένα κομμάτι και αυτό το κομμάτι ήταν το “Miami Vice Theme”. Είτε το πιστεύεις είτε όχι, το θέμα γράφτηκε πριν καν ακούσω για το “Miami Vice”.

 

Ξαφνιαστήκατε από την τεράστια εμπορική επιτυχία του “Miami Vice Theme”; Έφτασε στο #1 στα charts του Billboard το 1985!

Ήμουν έκπληκτος, αλλά δεν ήταν εντελώς σοκ, γιατί μέχρι τότε, η σειρά και η μουσική σε συνδυασμό με την σειρά είχαν γίνει πολύ μεγάλο φαινόμενο σε όλη την Αμερική και ήταν μια τεράστια επιτυχία, οπότε ήταν απλώς ένα φυσικό επόμενο βήμα ότι η μουσική θα έφτανε επίσης στο #1 στα charts του Billboard.

 

Πόσο σημαντική ήταν για σας η ραδιοφωνική εκπομπή “Jazz Hour” του Willis Conover;

Ω, αυτό ήταν καταπληκτικό! Τον λάτρευα. Ήταν ο πιο εκπληκτικός αγγελιοφόρος της jazz και της ελευθερίας για εμάς πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Στη δεκαετία του ‘60, άκουγα κάθε βράδυ και είχα έτοιμο ένα μαγνητόφωνο και ηχογραφούσα όλη τη μουσική που θα μετέδιδε και η φωνή του ήταν σαν φωνή από τον παράδεισο. Πιστεύω ότι ο Willis Conover είναι υπεύθυνος για τη μεγάλη ανάπτυξη της jazz στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τόσοι πολλοί μουσικοί πρέπει να ευχαριστήσουν τον Willis Conover γι’ αυτό.

 

Νιώθατε κολακευμένος όταν ο Willis Conover έπαιξε το album των Junior Trio (με τον μελλοντικό μπασίστα των Weather Report, Miroslav και τον drummer Alan Vitous) στον αέρα;

Ήταν μαγική στιγμή. Θυμάμαι απλώς ότι η μουσική που μετέδιδε στο ραδιόφωνο έχει διαφορετικό ήχο και ακούγεται σαν να έρχεται από τον παράδεισο (γέλια). Ένιωσα ότι αυτό ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα, ότι τα καταφέραμε πολύ καλά, όταν τον άκουσα να μας ανακοινώνει και να παίζει τα κομμάτια μας.

 

Περάσατε καλά παίζοντας στις ARMS συναυλίες για τον Ronnie Lane με τους Eric Clapton, Jimmy Page και Jeff Beck στην ίδια σκηνή το 1983;

Ένιωθα ότι γραφόταν ιστορία, έχοντας όλους αυτούς τους ανθρώπους ταυτόχρονα στη σκηνή μετά από όλα τα χρόνια που είχαν ξεχωριστούς δρόμους. Απλώς βρισκόμουν εκεί, προφανώς απόλαυσα το να παίζω τη μουσική, αλλά ταυτόχρονα, άκουγα αυτούς τους τρεις να παίζουν στην ίδια σκηνή και ήταν εκπληκτικό.

 

Ο Jeremy Steig σας σύστησε στον Tommy Bolin. Τι αναμνήσεις έχετε από τον Tommy Bolin;

Ο Tommy Bolin ήταν απλώς μια καταπληκτική δύναμη της φύσης. Ήταν πιθανώς ένας από τους πιο φυσικούς μουσικούς με τους οποίους συνεργάστηκα ποτέ. Έμοιαζε σαν να μην είχε το δουλέψει καθόλου αυτό, ότι η μουσική απλώς έβγαινε από μέσα του, έρεε σαν νερό, σαν μια πολύ βαθιά ροή και ήταν καταπληκτικό. Λάτρευα να παίζω μαζί του.

 

Γιατί είπατε ότι ο Tommy Bolin πήγε την κιθάρα τουλάχιστον δέκα χρόνια μπροστά από την εποχή του;

Απολύτως! Ήταν επαναστατικός μουσικός και ήταν ο συνδυασμός, όχι μόνο η κιθάρα, αλλά το πώς δούλευε με το reverb και το Echoplex και πώς το συνδύαζε με όλα τα διαφορετικά πράγματα που έκανε ο Jimi Hendrix και το μετέτρεψε σε ένα τελείως προσωπικό στυλ που επηρέασε τους πάντες για πολύ καιρό.

 

Υποθέτω ότι ήσασταν ενθουσιασμένος κάνοντας το video για το “Too Much to Lose” από το album “Snapshots” (1989) με τους Jeff Beck, David Gilmour και Ringo Starr, έτσι δεν είναι;

Αυτή ήταν μία από τις πιο διασκεδαστικές στιγμές που είχα ποτέ. Έκανα πολλές φορές video για τα τραγούδια μου, αλλά αυτό ήταν ίσως το καλύτερο. Θυμάμαι, ήταν πολύ διασκεδαστικό να το κάνω στο Λονδίνο. Έμεινα έκπληκτος που κατάφερα να συγκεντρώσω αυτούς τους τρεις τύπους. Όλοι τους ενδιαφέρθηκαν και είπαν: «Σίγουρα, θα εμφανιστούμε. Θα το κάνουμε». Ναι, αυτό ήταν φανταστικό.

 

Πόσο δημιουργικό είναι να δουλεύετε μόνος στο studio;

Δουλεύω έτσι το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας μου. Μετά τους Mahavishnu Orchestra και το “Like Children”, έκανα το πρώτο μου πραγματικό solo album, το οποίο ήταν το “The First Seven Days” (1975) και σ’ αυτό ως επί το πλείστον, τα έκανα όλα μόνος μου. Είχα μερικούς καλεσμένους στο δίσκο, αλλά ανακάλυψα ότι αυτός είναι ο αγαπημένος μου τρόπος δουλειάς. Έκανα τα περισσότερα απ’ όσα έχω κάνει, κατ’αυτόν τον τρόπο, μόνος μου.

 

Γιατί οι Mahavishnu δεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, εκτός από τη Νέα Υόρκη;

Επειδή η Νέα Υόρκη είναι ένα τέτοιο μέρος. Όλοι έρχονται στη Νέα Υόρκη. Το ήξερα ακόμα και όταν ζούσα στην Πράγα, ότι προφανώς αν θα τα κατάφερνα, αν ερχόμουν εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα έπρεπε να πάω στη Νέα Υόρκη και να το κάνω και να συνεχίσω και να δικτυωθώ. Νομίζω ότι είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχουν πραγματικά στη Νέα Υόρκη.

 

Έχετε παίξει με πολλούς διαφορετικούς μουσικούς στην καριέρα σας. Είναι το να παίζεις με διαφορετικούς ανθρώπους ένας ακόμα τρόπος εξέλιξης;

Φυσικά και είναι! Για παράδειγμα, ένα εξαιρετικό παράδειγμα ήταν ο Tommy Bolin. Ο Tommy Bolin μου έδειξε πράγματα που ήταν μουσικοί αυτοσχεδιασμοί τους οποίους σκέφτηκε, που δεν γνώριζα πριν και σίγουρα μου πήρε το μυαλό. Το ίδιο πράγμα και με τον John McLaughlin. Πραγματικά, ο John επίσης μου πήρε τελείως το μυαλό.

 

Πώς ήταν να περιοδεύετε με τον Jack Bruce το 1983;

Ω, αυτό ήταν φανταστικό. Προφανώς, λάτρευα τους Cream και μου άρεσε το παίξιμο και η φωνή του Jack πολύ καιρό νωρίτερα και αυτό ήταν κάτι που προέκυψε και οι δυο είπαμε: «Ας το δοκιμάσουμε! Εχουμε χρόνο». Έπαιξα μαζί του σε κάποιους άλλους δίσκους στο παρελθόν και πιστεύαμε ότι θα ήταν υπέροχη ιδέα εάν συνδυάζαμε το μουσικό μας έργο: Έπαιζε ένα σωρό δικά του πράγματα και πολλά από τα δικά μου πράγματα. Νομίζω ότι το αγαπημένο μου τραγούδι που έπαιζα σ’ αυτή την περιοδεία ήταν το “Crossroads”.

 

Έχετε μουσικές φιλοδοξίες που θέλετε να εκπληρώσετε;

Είναι πολύ δύσκολο να το πω. Η μουσική κάνει τη ζωή μου να προχωρά μπροστά. Ποτέ δεν ξέρω τι ακολουθεί. Υπάρχει πάντα κάτι στη μουσική που πρέπει να το σημειώσω στον υπολογιστή ή στο χαρτί, σ’ ο,τιδήποτε. Έτσι, δεν είναι ακριβώς φιλοδοξία, αλλά σαν πορεία ζωής, που με κάνει να συνεχίζω.

 

Γιατί σταματήσατε τις περιοδείες πριν από πολλά χρόνια;

Επειδή το έκανα πριν για πολλά χρόνια. Μπούχτησα και επίσης τα δύο μικρά μου παιδιά γεννήθηκαν την ίδια εποχή και άρχισα να δουλεύω στο “Miami Vice”, το οποίο ήταν πολύ βαρύ πρόγραμμα κάθε εβδομάδα. Έτσι, έπρεπε να είμαι εδώ στο studio για να κάνω την παραγωγή σ’ όλα αυτά. Όλος αυτός ο συνδυασμός των πραγμάτων, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι δεν μπορούσα ν’ απολαύσω το να ταξιδεύω. Το ταξίδι ήταν απλώς μεγάλος μπελάς.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Jan Hammer για τον χρόνο του.

Official Jan Hammer website: https://janhammer.com/home

Official Jan Hammer Facebook page: https://www.facebook.com/OfficialJanHammer/

Αφήστε το σχόλιό σας