Συνέντευξη: Bill Nelson (Be-Bop Deluxe, Red Noise, solo)

-

Στηρίξτε μας με ένα like

5,979ΥποστηρικτέςΚάντε Like
69ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
849ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
2,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Ιούλιος 2020. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν θρυλικό μουσικό: τον Bill Nelson. Είναι περισσότερο γνωστός ως ιδρυτικό μέλος, lead κιθαρίστας και τραγουδιστής των πρωτοπόρων του art rock, Be-Bop Deluxe. Μετά από ένα album με τους Red Noise, ακολούθησε μια επιτυχημένη solo καριέρα. Νωρίτερα φέτος (2020), κυκλοφόρησε την πιο πρόσφατη solo δουλειά του, “The Jewel”. Στις 17 Ιουλίου, η Esoteric Recordings κυκλοφόρησε ένα τετραπλό Limited Edition Box Set του “Axe Victim”, του ντεμπούτου των Be-Bop Deluxe από το 1974. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

Θα θέλατε να μας δώσετε μερικές πληροφορίες για το νέο solo album σας, “The Jewel”;

Το “The Jewel”, αν και κυκλοφόρησε πρόσφατα, ηχογραφήθηκε το 2016. Είναι ένα μόνο από τα δώδεκα ίσως albums που έχω ηχογραφήσει αλλά δεν βρήκα τον χρόνο να κατασκευάσω (σ.σ: manufacture)  και να κυκλοφορήσω. Ηχογραφώ σχεδόν συνέχεια στο σπίτι μου και έχω ένα τεράστιο αρχείο από υλικό για να διαλέξω. Η διαδικασία κατασκευής και κυκλοφορίας ήταν πάντα εκνευριστική για μένα. Το σύστημα, ανεξάρτητα από το πόσο καλές προθέσεις έχει, είναι απογοητευτικά αργό σε σχέση με τον ρυθμό παραγωγικότητάς μου, οπότε οι εκκρεμότητες αυξάνονται. Όμως, αναφορικά με το “The Jewel”: Είναι ένα instrumental album, κάποιες φορές ονειρικά ambient, κάποιες φορές jazzy, γεμάτο με φωτεινές κιθάρες και είναι, αν μου επιτρέπεται να το πω, ήσυχα όμορφο.

 

Το “Axe Victim” (1974) είναι η τελευταία επανακυκλοφορία των Be-Bop Deluxe από την Esoteric Recordings. Είστε ικανοποιημένος με το τελικό αποτέλεσμα;

Η Esoteric έκανε καλή δουλειά με την επανέκδοση των albums των Be-Bop Deluxe, ειδικά όσον αφορά τα πολυτελή box sets με remix εκτελέσεις, DVD υλικό και πλούσια συνοδευτικά βιβλία και αφίσες κ.λπ… Αλλά, πρέπει να είμαι ειλικρινής και να παραδεχτώ ότι πολύ σπάνια ακούω τους Be-Bop Deluxe σήμερα. Το album κυκλοφόρησε αρχικά πριν από 44 χρόνια και μερικά από τα τραγούδια γράφτηκαν ακόμη νωρίτερα. Μοιάζει σαν ένας άλλος κόσμος, μια άλλη εποχή, σχεδόν ένα άλλο άτομο. Είναι σαν να κοιτάζεις παλιές παιδικές φωτογραφίες, ξέρεις ότι είναι δικές σου, αλλά είναι δύσκολο ν’ αναγνωρίσεις τον τωρινό εαυτό σου σε αυτές. Ο χρόνος είναι άστατη ερωμένη. Φυσικά, έχω ηχογραφήσει πάνω από εκατό albums από τότε, οπότε δεν είναι ότι οι Be Bop Deluxe ήταν η μόνη μουσική που έκανα ποτέ, είναι μόνο ένα κλάσμα της δημιουργικής μου παραγωγής, αν και ίσως η πιο γνωστή εμπορικά. Αλλά με ενδιαφέρει περισσότερο ο δρόμος μπροστά. Το ένστικτό μου ήταν πάντα να κοιτάζω μέσα από το παρμπρίζ και όχι τον καθρέφτη. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά απ’ αυτό που βρίσκεται πίσω.

 

Πιστεύετε ότι οι πρόσφατες επανακυκλοφορίες είναι μια καλή ευκαιρία για νεότερους ανθρώπους να μάθουν για τη μουσική των Be-Bop Deluxe;

Λοιπόν, υποθέτω ότι μπορεί να υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον, μεταξύ των νεότερων ανθρώπων, στη μουσική της δεκαετίας του 1970, ως περιέργεια, θα μπορούσες να πεις. Μου αρέσει να ακούω μουσική της δεκαετίας του 1940 και του ‘50, καμιά γενιά δεν είναι απολύτως απρόσβλητη από τη νοσταλγία και το ρομαντισμό των εποχών του παρελθόντος. Το οποίο είναι καλό και ελπίζω η ανακάλυψη των Be-Bop Deluxe να μπορέσει να προκαλέσει την περιέργεια ενός νεότερου ατόμου να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο η μουσική μου έχει εξελιχθεί όλα αυτά τα χρόνια και ίσως τελικά να τους οδηγήσει στη μουσική που κάνω τώρα.

 

Γιατί υπήρξε αλλαγή στην σύνθεση των Be-Bop Deluxe μετά την περιοδεία για το “Axe Victim” (1974);

Νομίζω ότι η ιστορία καταγράφεται αρκετά συχνά, αλλά, βασικά, η πρώτη σύνθεση αποτελούταν από φίλους από το Wakefield στο Yorkshire. Δεν είχαμε μεγάλα σχέδια να γίνουμε επαγγελματίες μουσικοί, όλοι είχαμε κανονικές δουλειές και το να παίζουμε σε συγκροτήματα ήταν απλώς ένα χόμπι, κάτι αρκετά διασκεδαστικό. Αλλά πριν τους Be Bop Deluxe είχα κυκλοφορήσει ένα solo album στη δική μου ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία και αυτό το άκουσε η EMI Records που με πλησίασε έχοντας κατά νου ένα solo δισκογραφικό συμβόλαιο. Τότε, μόλις είχα δημιουργήσει τους Be-Bop Deluxe και είπα στην EMI ότι εκεί βρισκόμουν τώρα. Ήρθαν να δουν το συγκρότημα αλλά δεν πίστευαν ότι οι άλλοι μουσικοί ήταν αρκετά καλοί. Ωστόσο, ακόμα μου πρόσφεραν ένα solo συμβόλαιο. Αρνήθηκα και, μετά από περισσότερες επισκέψεις για να τσεκάρουν το συγκρότημα, συμφώνησαν τελικά να το υπογράψουν, εξ ου και το “Axe Victim” album. Αλλά συνέχισαν να λένε ότι χρειαζόμουν δυνατότερους μουσικούς γύρω μου, και τελικά κατέληξα να συμφωνήσω με την άποψή τους, οπότε εγκατέλειψα την πρώτη σύνθεση και ξεκίνησα να ψάχνω άλλους μουσικούς. Δεν ήταν εύκολη απόφαση γιατί τα αρχικά μέλη του συγκροτήματος ήταν όλοι προσωπικοί μου φίλοι. Ήταν μια δύσκολη απόφαση, αλλά συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να την πάρω.

 

Γιατί δεν ήσασταν ικανοποιημένος με την παραγωγή του Roy Thomas Baker (παραγωγός των Queen) στο album “Futurama” (1975);

Δεν ήταν η παραγωγή ή ο ήχος του “Futurama” που μ’ ενοχλούσε, καμία σχέση μ’ αυτό, νομίζω ότι ακούγεται υπέροχα ο δίσκος. Το πρόβλημα ήταν η σύγκρουση προσωπικοτήτων με τον παραγωγό Roy Thomas Baker. Υποθέτω ότι ήμασταν διαφορετικά είδη ανθρώπων. Πολλά από αυτά που έκαναν το “Futurama” να ακούγεται τόσο καλό ήταν στην πραγματικότητα έργο του Pat Moran, του μηχανικού ήχου των Rockfield Studios, ο οποίος ηχογράφησε τα περισσότερα κομμάτια στο album. Ήταν ένας από τους σπουδαίους μηχανικούς ήχου στο Ηνωμένο Βασίλειο εκείνη την εποχή και ήταν απαραίτητος για τον ήχο του δίσκου. Είχα μεγάλο σεβασμό γι’ αυτόν.

 

Ο Joe Bonamassa είναι τεράστιος οπαδός του “Sister Seagull” από το “Futurama” (1975). Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια γι’ αυτό το ωραίο τραγούδι;

Το “Sister Seagull” είναι εμπνευσμένο από ένα όνειρο που είχε η πρώην σύζυγός μου. Στο όνειρο φαντάστηκε τον εαυτό της ως καλόγρια που μαγικά μεταμορφώθηκε σε γλάρο. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει το σημείο εκκίνησης για ένα τραγούδι και το “Sister Seagull” ήταν το αποτέλεσμα. Ήταν κολακευτικό να διαβάζω ότι αρέσει το τραγούδι στον Joe, αλλά όσον αφορά την κιθάρα, νομίζω ότι το “Crying to the Sky” έχει το πλεονέκτημα.

 

Πώς ήταν να ηχογραφείτε το “Sunburst Finish” (1976) στο Abbey Road; Χρησιμοποιήσατε στο “Sleep That Burns” μέχρι και το ίδιο mellotron που χρησιμοποίησαν οι Beatles στο “Strawberry Fields Forever”!

Ήμουν για λίγο στο Abbey Road για ένα από τα mixing sessions για το “Axe Victim”. Φυσικά, το studio ήταν θρυλικό, ακόμη και πίσω στη δεκαετία του ‘70. Ήταν προνόμιο να ηχογραφώ εκεί και ήταν πολύ άνετα και παραγωγικά. Και ναι, υπήρχαν όλα τα είδη πραγμάτων που είχαν συνδεθεί με τους Beatles, συμπεριλαμβανομένης μιας marimba που είχαν χρησιμοποιήσει και την οποία χρησιμοποίησα σε μερικά κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου του τραγουδιού “Japan”. Τελικά αγόρασα την marimba όταν το studio έκανε ξεκαθάρισμα. Την έχω ακόμα εδώ στο σπίτι, ένα κομμάτι της ιστορίας των Beatles, υποθέτω.

 

Ποια ήταν η συνεισφορά του John Leckie στον ήχο των albums των Be-Bop Deluxe;

Ο Joe και εγώ κάναμε συμπαραγωγή σε όλα τα albums των Be Bop Deluxe από το “Sunburst Finish” και μετά. Ήταν η πρώτη προσπάθεια του John και δική μου στην παραγωγή. Γίναμε μια υπέροχη ομάδα. Ήταν τόσο εύκολο να ταιριάξω με τον Joe, ειδικά μετά την όχι και πολύ ευχάριστη εμπειρία μου με τις ηχογραφήσεις του “Futurama”. Διδάξαμε ο ένας τον άλλον πώς να κάνουμε παραγωγή. Ο John ήταν μηχανικός ήχου στο Abbey Road, αλλά δεν είχε κάνει ποτέ παραγωγή σε κανέναν νωρίτερα. Είχα πολλές ιδέες σχετικά με τις ενορχηστρώσεις και ούτω καθεξής, αλλά πολύ λίγη εμπειρία στην ηχοληψία, οπότε οι δυο μας ανταλλάξαμε ιδέες και γνώσεις και γίναμε μια πολύ δυνατή ομάδα παραγωγής. Κρατάω ακόμη επαφή με τον John, είναι πολύ αγαπητός φίλος.

 

Ξαφνιαστήκατε όταν συναντήσατε τον Paul McCartney στο πάρκινγκ του Abbey Road;

Λοιπόν, ναι, ήταν μια πολύ ωραία έκπληξη! Και ο Paul ήταν εξαιρετικά κολακευτικός για το συγκρότημα. Προφανώς άκουγε έξω από την πόρτα του studio μας και είπε ότι ακουγόταν υπέροχο. Το οποίο ήταν ένα ωραίο κομπλιμέντο από έναν καλό μουσικό.

 

Πόσο αυθόρμητος ήταν ο λιγότερο προσανατολισμένος στην κιθάρα ήχος του “Modern Music” (1976) album των Be-Bop Deluxe;

Πάντα έκανα demos των τραγουδιών στο σπίτι για να τα μάθει το συγκρότημα, προτού πάμε στο studio. Οι περισσότερες από τις ενορχηστρώσεις δουλεύτηκαν πριν το συγκρότημα ηχογραφήσει τα τραγούδια στο studio, οπότε το “Modern Music” δεν διέφερε σ’ αυτό. Υπήρχαν πάντα προσεκτικά σχεδιασμένες δομές που δουλεύτηκαν πριν την ηχογράφηση. Στα albums που ήταν περισσότερο προσανατολισμένα στην κιθάρα, φυσικά, η πλειοψηφία των solos ήταν καθαρά αυτοσχεδιασμοί, αν και τα θεμέλια που τα υποστήριζαν ήταν προσεκτικά προετοιμασμένα. Δεν είμαι σίγουρος αν το “Modern Music” ήταν πραγματικά διαφορετικό απ’ αυτή την άποψη, αλλά σίγουρα, πράγματα όπως η “The Modern Music” σουίτα, η οποία ήταν αρκετά φιλόδοξη στο εύρος της, έπρεπε να είναι πολύ αυστηρά δομημένη λόγω της πολυπλοκότητας και της διάρκειάς της.

 

Έχετε χαρούμενες αναμνήσεις από τις εμφανίσεις των Be-Bop Deluxe στο The Old Gray Whistle Test το 1975 και το 1976;

Ήμουν πάντα απίστευτα νευρικός σε αυτές τις τηλεοπτικές εκπομπές (και εξακολουθώ να είμαι αν κάποιος με τραβάει με μια κάμερα). Δεν ήμουν ποτέ αυτό που θα μπορούσες να αποκαλέσεις «γεννημένος» performer, πάντα προτιμούσα το studio από τη σκηνή. Υποθέτω ότι θα μπορούσες να πεις ότι είμαι περισσότερο μοναχικός ζωγράφος παρά λαϊκός ηθοποιός. Αλλά χαίρομαι που κάναμε αυτές τις τηλεοπτικές εμφανίσεις καθώς παρέχουν τώρα μια καταγραφή των εποχών, ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας.

 

Είναι κολακευτικό που επηρεάσατε τον Randy Rhoads; Εντυπωσιάστηκε πολύ από το lead παίξιμό σας στο “Ships In the Night”.

Είμαι κολακευμένος και έκπληκτος που η δουλειά μου φαίνεται να έχει εμπνεύσει ή επηρεάσει αρκετούς μουσικούς. Με εκπλήσσει αυτό. Η αποδοχή των συναδέλφων μου σημαίνει πολλά για μένα και είμαι ευγνώμων.

 

Ποια είναι η σημασία της πεντάλφας στο εξώφυλλο του “Live! In The Air Age” (1977);

Η εικόνα στο εξώφυλλο προέρχεται από την ταινία “Metropolis” του Fritz Lang. Αλλά η πεντάλφα έχει αποκρυφιστική σημασία στη Δυτική μαγική παράδοση. Συμβολίζει τα τέσσερα εσωτεριστικά στοιχεία, τη γη, τον αέρα, το νερό και τη φωτιά, συν το πέμπτο στοιχείο που είναι πνεύμα.

 

Πόσο σημαντικός ήταν ο John Peel στην καριέρα σας;

Εξαιρετικά σημαντικός. Ο Joe έπαιξε στην ραδιοφωνική του εκπομπή το solo album μου που κυκλοφόρησα ως ανεξάρτητη παραγωγή το 1971, και μ’ αυτό τράβηξα την προσοχή της EMI Records.

 

Συμφωνείτε όταν κάποιοι περιγράφουν τη μουσική των Be-Bop Deluxe ως “progressive rock”;

Οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν την ανάγκη να βάζουν ετικέτες στη μουσική, να την βάζουν στο ένα κουτί ή στο άλλο, αλλά δεν σκέφτομαι τη μουσική κατ’ αυτόν τον τρόπο. Οι Be-Bop Deluxe περιγράφτηκαν με διάφορες κατηγοριοποιήσεις στην καριέρα του συγκροτήματος, αλλά νομίζω ότι είναι δίκαιο να πούμε ότι δεν ήμασταν τόσο εύκολοι ώστε να μπούμε σ’ ένα κουτί. Πάντα αποφεύγω να χαρακτηρίζομαι ως αυτό ή το άλλο. Δεν θέλω να ζω σ’ ένα κουτί που φτιάχνει κάποιος άλλος.

 

Πιστεύετε ότι οι Be-Bop Deluxe θα έπρεπε να έχουν λάβει περισσότερη αναγνώριση;

Ποτέ δεν ανησυχούσα πάρα πολύ για αυτό. Νομίζω ότι έχουμε τον σωστό βαθμό αναγνώρισης χωρίς να πέσουμε στην παγίδα να γίνουμε στερεότυπα από τη δική μας εμπορική επιτυχία. Στην πραγματικότητα, ο λόγος που ήθελα να σταματήσω το συγκρότημα και να σχηματίσω τους Red Noise ήταν επειδή οι Be-Bop άρχισαν να γίνονται καθιερωμένοι, πολύ επιτυχημένοι.

 

Απογοητευτήκατε όταν η EMI αρνήθηκε να κυκλοφορήσει το δεύτερο album των Red Noise, “Quit Dreaming and Get On the Beam” το 1979;

Λοιπόν, δεν ήταν μια καλή εποχή, αν και δεν ήμουν μόνο εγώ που πήρε πόδι. Η διοίκηση της EMI είχε αλλάξει και ήθελαν μόνο να διατηρήσουν τους μεγάλους πωλητές, τους πιο mainstream καλλιτέχνες. Συγκροτήματα όπως οι Red Noise θεωρήθηκαν πολύ αντιεμπορικά ή κάτι τέτοιο. Όμως, όπως πολλά πράγματα, αποδείχτηκε ότι ήταν εντάξει και το ξεπέρασα και προχώρησα σε καλύτερα πράγματα.

 

Εκπλαγείτε όταν ο Robert Wyatt ζήτησε το αυτόγραφό σας στο γάμο του John Peel;

Φυσικά! Και εξακολουθώ να γελάω μ’ αυτό…

 

Απολαύσατε την καταπληκτική συνέντευξη με τον Robert Wyatt για το περιοδικό Musician το 1992;

Δεν έχω τίποτα άλλο παρά θαυμασμό και σεβασμό για τον Robert, είναι ένας σπουδαίος μουσικός, ένας υπέροχος καλλιτέχνης, απλώς υπέροχος. Η συνέντευξη που κάναμε μαζί ήταν πολύ ξεχωριστή για μένα και θα την θυμάμαι για πάντα με μεγάλη αγάπη.

 

Γιατί προτιμάτε τα studio albums περισσότερο από τις συναυλίες;

Λοιπόν, όπως είπα και πριν, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ως γεννημένο performer. Προτιμώ περισσότερο το studio, αντιμετωπίζοντας κάθε κομμάτι μουσικής σαν μια ζωγραφιά, χρησιμοποιώντας το studio ως καμβά. Μοιάζει περισσότερο με το φυσικό μου σπίτι.

 

Πιστεύετε ακόμα ότι κανείς δεν έχει προχωρήσει περισσότερο από τον Jimi Hendrix;

Ήταν δύσκολο να ξεπεράσεις τον Jimi. Αλλά το αν οι άνθρωποι έχουν προχωρήσει περισσότερο ή όχι, είναι ανοιχτό σε συζήτηση, και μάλλον όχι τόσο σημαντικό πράγμα ώστε να πρέπει ν’ ανησυχείς. Αυτό που έκανε ο Jimi προκάλεσε αλλαγές στην συγκεκριμένη εποχή που έζησε και αυτό είναι παραπάνω από αρκετό.

 

Τι το ξεχωριστό έχει ο Jean Cocteau;

Αυτή είναι μια ερώτηση που χρειάζεται πολύ μεγάλη και λεπτομερή απάντηση, υπερβολικά μεγάλη και λεπτομερή για να χωρέσει εδώ. Το μόνο που θα πω είναι ότι όποιος δεν έχει διαβάσει το έργο του, δεν έχει δει τις ταινίες και την τέχνη του, πρέπει να ερευνήσει και να προετοιμαστεί για να μαγευτεί. Για μένα, το έργο του απλώς τραγουδά στην ψυχή μου.

 

Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για την επιρροή των Terry Riley και Karlheinz Stockhausen στη μουσική σας;

Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει «επιρροή», πιθανώς περισσότερο έμπνευση. Πάνε πολλά-πολλά χρόνια από τότε που άκουσα και τους δύο, αλλά σίγουρα το “A Rainbow in Curved Air” του Riley ήταν ένα album που άκουσα πολύ όταν πρωτοκυκλοφόρησε.

 

Ξέρω ότι οι πρώιμοι Be-Bop Deluxe συγκρίθηκαν λανθασμένα από ορισμένα μέσα ενημέρωσης με τον David Bowie. Πώς νιώσατε όταν ο Andy Clark (πλήκτρα) έπαιξε στο “Scary Monsters” (1980) album του David Bowie;

Ξέρεις, η πρώτη σύνθεση των Be Bop Deluxe επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Bowie. Ξεκινήσαμε ως glam συγκρότημα, απλώς παίζοντας σε τοπικές pubs για πλάκα. Ήταν όλα ξέγνοιαστα, όχι σοβαρά. Δεν είχαμε ιδέα ότι θα γίνουμε επαγγελματικό συγκρότημα. Αλλά από τη στιγμή που τελικά υπογράψαμε με την EMI, είχα αρχίσει να προχωράω όσον αφορά τις συνθέσεις μου και στην πραγματικότητα δούλευα ήδη σε μερικά τραγούδια που τελικά θα γίνονταν κομμάτια στο “Futurama” album. Ωστόσο, η EMI πίστευε ότι πρέπει να εμμείνουμε στο glam image καθώς είχαμε δημιουργήσει ένα καλό κοινό στην περιοχή μας και οι οποδοί θα ήθελαν να μπουν σ’ ένα album τα τραγούδια που γνώριζαν. Ήταν μια αρχή και ήμουν αρκετά χαρούμενος να το ακολουθήσω (σ.σ: το glam) εκείνη την εποχή, αλλά υπήρχαν περισσότερα από αυτό στην φαρέτρα μου και άφησα πίσω μου αυτό το image το συντομότερο δυνατό. Δυστυχώς, δημοσιογράφοι που δεν συμβαδίζουν με τη δουλειά μου εξακολουθούν να κάνουν τις παλιές συγκρίσεις με τον Bowie, κάτι που μπορεί να γίνει εκνευριστικό. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο Bowie φαίνεται ότι ήταν κρυφός οπαδός της δουλειάς μου, κάτι που είναι κολακευτικό να το γνωρίζω.

 

Πιστεύετε ότι το punk rock είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μουσική ή ήταν απλώς μια εφεύρεση του marketing; (Εγώ πιστεύω το δεύτερο).

Εμπορεύτηκε πολύ και υπήρχε πολύ hype, αλλά μερικά από αυτά χρειάζονταν για να διώξουν τους ιστούς αράχνης από την μουσική σκηνή. Μερικά από αυτά ήταν καλοπροαίρετα, αλλά όχι πολύ ενδιαφέροντα για τ’ αυτιά μου, αλλά οδήγησαν στην post-punk περίοδο με συγκροτήματα όπως οι Wire και οι Magazine και οι PIL, που όλοι τους μου άρεσαν πολύ. Κάθε γενιά έχει τη δική της σκηνή, τα πράγματα κινούνται, κάνουν κύκλους, φεύγουν και επιστρέφουν. Όλα προσθέτουν στο χρώμα της πλούσιας ποικιλίας της ζωής. Πάντα περιμένω περισσότερα θαύματα …

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Bill Nelson για τον χρόνο του.

Βασική φωτογραφία: Martin Bostock

Bill Nelson official website: https://www.billnelson.com/

Bill Nelson official Facebook page: https://www.facebook.com/bill.nelson.54943600

Αφήστε το σχόλιό σας