Ο Γιώργος Ζαμπέτας ήταν μία από τις χαρακτηριστικές φιγούρες του λαϊκού τραγουδιού. Αεικίνητος, σπιρτόζος και οξυδερκής.

Ήταν 10 Μαρτίου 1992 όταν ο Γιώργος Ζαμπέτας, το πιο διάσημο μπουζούκι, έπαψε πια να ρίχνει τις πενιές του.

Από πολύ μικρή ηλικία, ο Γιώργος Ζαμπέτας έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, αφού παράλληλα με την απασχόλησή του στο κουρείο του πατέρα του ως βοηθός, «σκάρωνε» κρυφά στο μπουζούκι τις πρώτες του μελωδίες. Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη βιογραφία του, λίγο πριν το θάνατό του.

Η επαγγελματική του καριέρα ωστόσο ξεκινά τη δεκαετία του 1950, όταν αρχίζει να παίζει μπουζούκι σε λαϊκά κέντρα.

Το ταλέντο του τον κάνει να διακριθεί σύντομα, ενώ από το 1952 ξεκινάει να συνθέτει και μουσική και το 1953 ηχογραφεί για πρώτη φορά. Δημιουργεί σταθερά τραγούδια ενώ συνεχίζει να παίζει σε λαϊκά κέντρα, διαμορφώνοντας το προσωπικό του στιλ που τον καθιέρωσε ως το σπουδαιότερο μουσικό μπουζουκιού της χώρας.

Μανταλένα - Γιώργος Ζαμπέτας - Δημήτρης Μητροπάνος - Hit Channel
Ο Γιώργος Ζαμπέτας στο κέντρο, αριστερά του η Μανταλένα και τέρμα δεξιά ο νεαρός τότε Δημήτρης Μητροπάνος.

Δημιουργίες του όπως «Τα Δειλινά», «Τα Ξημερώματα», «Δεν Έχει Δρόμο Να Διαβώ» κ.ά. παραμείναν αξεπέραστες και τον κατατάσσουν στις υψηλότερες βαθμίδες του μουσικού στερεώματος, σύμφωνα και με τη δήλωση του πολυγραφότατου Λευτέρη Παπαδόπουλου:

«Ο Ζαμπέτας ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού. Ως μπουζουκτσής ήταν ο καλύτερος, από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σώου-μαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που αν είχε γεννηθεί στην Αμερική θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή!»

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν τα ήθη αρχίζουν να αλλάζουν, ο Ζαμπέτας κάνει στροφή στη σάτιρα υπό μορφή σόου, με τις γνωστές του επιτυχίες «Ο Θανάσης», «Ο πενηντάρης», «Μάλιστα κύριε» κ.λ.π. να δημιουργούν και πάλι αίσθηση στο κοινό.

Πολλές από τις μελωδίες του στηρίζονται στο μακρινό απόηχο της Αθηναϊκής καντάδας. Ένας δυτικότροπος συνθέτης που είναι εντελώς λαϊκός όχι μόνο για τους ρυθμούς που επιλέγει για τα τραγούδια του, αλλά και από τη γνησιότητα και τον αυθορμητισμό σε όλη τη δουλειά του.

Ανάλαφρος – Λυρικός, έχει ύφος ευδιάκριτο που ενισχύεται και από τον τρόπο με τον οποίο εκτελεί ο ίδιος στο μπουζούκι τη μουσική του. Το στοιχείο επίσης εκείνο που κάνει τα τραγούδια του αναγνωρίσιμα είναι οι μελωδικές και ευρηματικές εισαγωγές του.

Μάνος Χατζιδάκις - Γιώργος Ζαμπέτας
Μάνος Χατζιδάκις – Γιώργος Ζαμπέτας

Ο Γιώργος Ζαμπέτας ανήκει στις περιπτώσεις εκείνες των δημιουργών οι οποίοι κατάφεραν διατηρώντας τον αυθορμητισμό και την αμεσότητα της λαϊκής φόρμας, να μιλήσουν μία γλώσσα που χωρίς να αρνιέται και να αγνοεί το κύριο λεξιλόγιο και τη σημερινή καταγωγή της να είναι πιο καινούρια και πιο σημερινή.

Το 1959 είναι η χρονιά που ο Μάνος Χατζιδάκις τον κάνει σολίστ στα έργα του και ταξιδεύουν μαζί, καθώς και με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Ζυλ Ντασέν, στις Κάννες για το «Ποτέ την Κυριακή» – το πάρτι υπό τους ήχους του Ζαμπέτα άφησε ιστορία στο φεστιβάλ. Το παίξιμο του Ζαμπέτα γίνεται το μέτρο επιδεξιότητας του οργάνου.

Η κόντρα με την εξουσία

Ένα διάταγμα του ’78 – ’79, της τότε κυβέρνησης Κων/νου Καραμανλή, ήταν η αιτία για τη δημιουργία ενός τραγουδιού με μία γεύση πολιτικοποίησης που ξεσήκωσε το κοινό και ανάγκασε την ίδια την κυβέρνηση να επισκεφτεί το Γιώργο Ζαμπέτα στο κέντρο όπου εμφανιζόταν!

Σύμφωνα με εκείνο το διάταγμα όλα τα νυχτερινά κέντρα έπρεπε να κλείνουν στις 2 τα μεσάνυχτα και κάπως έτσι άρχισαν όλα. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως υπουργός πλήρωσε τα… σπασμένα. Ο Γιώργος Ζαμπέτας εμφανιζόταν στη «Φαντασία» (ουδεμία σχέση με τη σημερινή) και το εν λόγω τραγούδι έγινε επιτυχία στόμα με στόμα.

«Βγάλανε διάταγμα να κλείνουμε στις 2, και την Αθήνα κάνανε σωστό νεκροταφείο, το διάταγμα το έβγαλε ο Μήτσος και ο Τάκης, ο μπρόκουλας, ο σέσκουλας, ο μπάμιας και ο σπανάκης. Πολλά τα διατάγματα, τα ίδια και τα ίδια, μα όσο κι αν γκαρίζουμε μας γράφουν στα… Μα ο καιρός πλησίασε και θα μας θυμηθούνε και θα τους απαντήσουμε να παν’ να…»

Αυτή ήταν οι περίφημοι στίχοι που ανάγκασαν ολόκληρη την οικογένεια Μητσοτάκη να βρεθεί στη «Φαντασία» για να ακούσει το μύθο που είχε διαδοθεί σε όλη την παραλιακή. Ο Γιώργος Ζαμπέτας βέβαια εκείνη τη βραδιά παρουσίασε στους παρευρισκόμενους μία πιο light εκδοχή του τραγουδιού.

Οι Κάννες

Ο Γιώργος Ζαμπέτας μπορεί να αποτελούσε ένα μεγάλο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού, όμως φέρεται να μη γνώριζε καθόλου από μουσική.

Σύμφωνα με τον αστικό θρύλο, δε γνώριζε να διαβάζει τις νότες στο πεντάγραμμο, ούτε να τις αποτυπώνει σε αυτό. Δε χρησιμοποιούσε καθόλου με παρτιτούρες, καθώς έπαιζε μουσική και σύνθετε χωρίς αυτές, παρ’όλα αυτά κατάφερνε να μαγέψει με το ταλέντο του.

Χαρακτηριστικό γεγονός συνέβη και με το Γερμανό μαέστρο Erwin Halletz κατά τη διάρκεια προβών για την εμφάνιση με τη Μελίνα Μερκούρη στις Κάννες, όπου ο Έλληνας σολίστας απαρνούμενος τις παρτιτούρες εντυπωσίασε με τις ικανότητές του.

Η νυχτερινή Αθήνα μιας άλλης εποχής - Η διασκέδαση το 1968 - Γιώργος Ζαμπέτας & Μανταλένα

Βέβαια υπήρξαν και οι περιπτώσεις όπου ο Γιώργος Ζαμπέτας έπαιζε κρατώντας τη γραμμή παρτιτούρων. Όταν ο Μίμης Πλέσσας καλέστηκε να διευθύνει τη τότε μεγαλύτερη συμφωνική ορχήστρα του κόσμου στο Βέλγιο με 104 όργανα πήρε μαζί του ως σολίστα και το Γιώργο Ζαμπέτα για να δώσει το ελληνικό χρώμα, γράφοντάς του μία σουίτα με όλους τους λαϊκούς ρυθμούς.

Ο Ζαμπέτας έπαιξε ότι του είχε γράψει ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης όμως όταν ήρθε η ώρα για το ελεύθερο παίξιμο «έδωσε τα ρέστα του». Σηκώνεται από την καρέκλα με το μπουζούκι του, πλησιάζει το βάθρο του μαέστρου Πλέσσα, ανεβάζει το πόδι του επάνω του και δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Αποτέλεσμα ανάμεσα σε 32 χώρες να κερδίσουν το πρώτο βραβείο.

Το παράπονο για τον Μίκη Θεοδωράκη

Το 1963 ο Γιώργος Ζαμπέτας θα συμμετείχε μουσικά στη «Γειτονιά των Αγγέλων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και στο δίσκο με τα τραγούδια του έργου.

Ο Μίκης Θεοδωράκης ως συνθέτης είχε συμφωνήσει με το Ζαμπέτα να αναγραφόταν στο δίσκο και το όνομα του τελευταίου, διαφορετικά δε θα έπαιζε μπουζούκι.

Παρά την αρχική υπόσχεση το όνομά του δεν τοποθετήθηκε, με το Γιώργο Ζαμπέτα κάποια χρόνια αργότερα να δηλώνει σχετικά με μεγαλοψυχία: «Δεν πειράζει. Εγώ τον αγαπώ. Δε μου έβαλε το όνομα… Και τον ευχαριστώ γιατί είναι πάρα πολύ μεγάλος.»

Ο δρόμος προς το τέλος

Τα χρόνια του ’80 αρχίζει η παρακμή του είδους του, με τον Ζαμπέτα να αντιμετωπίζει προβλήματα στις συνεργασίες του, αφού η εποχή δεν αναγνωρίζει πια τις αξίες του παρελθόντος.

Ωστόσο, από το 1990 και μετά, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα Μ.Μ.Ε. «ανακαλύπτουν» τα τραγούδια του, τα οποία κυριαρχούν ξανά, γνωρίζοντας νέα άνθηση, στις προτιμήσεις των ακροατών.

Δυστυχώς, ο ίδιος δε βρίσκεται μόνο στη δύση της καριέρας, αλλά και της ζωής του. Μετά από πολύμηνη ασθένεια, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Σωτηρία», στις 10 Μαρτίου του 1992. Ήταν μόνο 67 ετών.

 

Αφήστε το σχόλιό σας