Η όμορφη μελωδική φωνή της ελληνικής μουσικής, η Αρλέτα, σίγησε.

Η Αρλέτα έχασε τη μάχη για τη ζωή την Τρίτη 8 Αυγούστου, καταλήγοντας ύστερα από πολύμηνη νοσηλεία, σε ηλικία 72 ετών.

Είχε συμπληρώσει πενήντα χρόνια στο τραγούδι, ακολουθώντας μία πορεία χωρίς τυμπανοκρουσίες και πολλές εμφανίσεις. Με τραγούδια προσωπικά, αφηγηματικά, αληθινά, γήινα και ονειροπόλα, χάραξε πολλούς ανθρώπους και θα συνεχίσει να ζει στις μνήμες μέσα από εκείνα.

Η Αρλέτα δεν ανοιγόταν συχνά στα μέσα ενημέρωσης και στον Τύπο, ειδικά εάν δεν υπήρχε λόγος. Όμως όταν μιλούσε, ήταν αληθινή. Όπως η μουσική της.

Μία από τις πιο εξομολογητικές συνεντεύξεις που έδωσε, όπου αποκάλυψε κάθε πτυχή της προσωπικότητας και της σκέψης της, έλαβε χώρα προ δεκαετίας σχεδόν, το 2008, στην «Καθημερινή» και στη Γιούλη Επτακοίλη.

Η Αρλέτα μέσα από τα λόγια της

Σε μία παράσταση εκείνη την εποχή η Αρλέτα είχε δώσει τον τίτλο «Κάθε αύριο και καλύτερα». Το πίστευε πράγματι αυτό;

«Εχω βαρεθεί αυτήν την γκρίνια και την κινδυνολογία. Ακούω ότι ήρθε το τέλος του κόσμου ακόμη και από ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι σοβαροί. Προτιμώ το κάθε αύριο και καλύτερα από το κάθε πέρυσι και καλύτερα, εκτός και αν κανείς το εννοεί ηλικιακά. Οταν μεγαλώνει κάποιος έχει γενικώς την τάση από τη μια να ζηλεύει τους νεότερους και από την άλλη να προσπαθεί να φαίνεται νεότερος. Με αποτέλεσμα να σπάει τα μούτρα του. Εγώ δέχομαι τη ζωή όπως έρχεται.»

Ήταν αντιδραστική;

«Πάντα ήμουν αντιδραστικός άνθρωπος. Όταν όλοι φέρνουν την καταστροφή εγώ λέω ότι όλα θα πάνε καλύτερα. Δε μου αρέσει η απαισιοδοξία, όπως δε μου αρέσει και η αισιοδοξία. Και τα δύο είναι ψευδεπίγραφα και φάλτσα. Η ζωή είναι ένας συνδυασμός. Είναι περίπλοκη και όποιος δεν μπορεί να δεχθεί την περιπλοκή της καταλήγει να ζει σε μια φετούλα ζωής.»

Ο τελευταίος δίσκος της «Έμπορος Ονείρων» κυκλοφόρησε το 1995. Δεν ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει στη δισκογραφία;

«Νιώθω την ανάγκη να ετοιμάσω μια δουλειά και μου λείπει, αλλά ψάχνω τους κατάλληλους όρους και τον τρόπο που να μη με «σκοτώσουν». Έχω μεγαλώσει πολύ για να ανέχομαι όλη την ηλιθιότητα που υπάρχει στο χώρο. Δεν μπορώ να έχω καμία σχέση με αυτούς που το μόνο που έχουν καταφέρει είναι να γίνουν κάποιοι πατώντας πάνω σε ανθρώπους που δεν τους εκτίμησαν ούτε ποτέ τους αγάπησαν.»

Πώς φαινόταν στην Αρλέτα το γεγονός ότι σχεδόν συνομίληκοί της καλλιτέχνες με εξίσου πολλά χρόνια στο τραγούδι συνεχίζουν αχόρταγα και να «δισκογραφούν» και να εμφανίζονται στη σκηνή;

«Κατ’ αρχάς, όλοι οι συνομίληκοί μου καλλιτέχνες είναι τουλάχιστον τριάντα χρόνια νεότεροι από μένα. Κατά δεύτερον, πιστεύω πως αχόρταγος είναι αυτός που κατά βάθος γνωρίζει ότι είναι υπερτιμημένος. Έστω και υποσυνείδητα. Ο χορτασμένος ξέρει τι είναι. Κιθαρίστας, γλύπτης, ζωγράφος, τραγουδιστής… Έχει όχι αυτοπεποίθηση, γιατί στην τέχνη δεν υπάρχει αυτοπεποίθηση, αλλά τη γνώση του τι είναι.

Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είναι φιλόδοξος, να θέλει να εξελιχθεί, αλλά δεν είναι αχόρταγος. Η σχέση του με την τέχνη του είναι στο χωρόχρονο, δεν είναι στο μήπως δε φανούμε ή δε βγάλουμε εκατομμύρια φέτος.»

Τι εννοούσε η Αρλέτα λέγοντας κάποια στιγμή πως δεν είναι επαγγελματίας;

«Είμαι επαγγελματίας με την έννοια ότι έχω ζήσει από αυτό. Δεν είμαι ούτε εισοδηματίας ούτε πλούσια. Είχα όμως πολύ καλούς δασκάλους που δεν μπορούσα να προδώσω, και αυτό μου άφησε μερικές κακές συνήθειες. Μία από αυτές είναι ότι θεωρώ πως η μεγαλύτερη τέχνη είναι η ίδια η ζωή και το μεγαλύτερο καλλιτέχνημα είναι ο εαυτός μας.

Αυτή είναι η διαφορά με τον καλλιτέχνη – επαγγελματία ο οποίος ασχολείται μόνο με τη δουλειά του και καθόλου με τον εαυτό του. Θεωρεί ότι μπορεί να είναι το χειρότερο τέρας του κόσμου και έχει ως άλλοθι το «εγώ είμαι καλλιτέχνης».»

Τι ήταν καλλιτέχνης για την Αρλέτα;

«Μεγάλη συζήτηση… Διστάζω να χρησιμοποιήσω τη λέξη καλλιτέχνης. Για μένα είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό, ενώ για τους περισσότερους είναι ένα πρόσωπο ύποπτο και κατάπτυστο. Να σας πω μόνο ότι ο πραγματικός καλλιτέχνης σέβεται αυτό που το δόθηκε και γνωρίζει ότι δεν είναι ιδιοκτησία του, είναι ένας απλός φορέας.»

Παρακολουθούσε τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή;

«Παρακολουθώ πολλή τηλεόραση, ακόμη και όλα αυτά τα πανηγύρια, τη Γιουροβίζιον κ.ά. Και τα παρακολουθώ για να είμαι ενημερωμένη, όχι γιατί μου αρέσουν. Σε όλη μου τη ζωή, άλλωστε, παρακολουθούσα αυτά που δε μου άρεσαν για να μπορώ, αν χρειαστεί κάποια στιγμή, να τα αντιμετωπίσω. Η τηλεόραση σαν είδος μου αρέσει πολύ, αλλά έχει αυτοκαταργηθεί. Είναι πολύ ρηχό το επίπεδο. Δε φταίει ο κόσμος.»

Έριχνε ευθύνες στο κοινό γι’ αυτό;

«Δε φταίει ο κόσμος. Η τηλεόραση είναι το ισχυρότερο μέσο που έχει εφευρεθεί από κτήσεως κόσμου. Είναι σαν να πεις ότι θα σε πυροβολήσουν και δε θα σε τρυπήσει η σφαίρα. Ο κόσμος θα είχε ευθύνη αν είχε στα χέρια του τον τρόπο να πυροβολάει κατευθείαν όλους αυτούς στην τηλεόραση που λένε βλακείες, ασχετοσύνες και εγκληματικά πράγματα. Δεν μπορεί, όμως. Είναι μονομερής αυτή η σχέση.

Αλλά ας μην κρυβόμαστε, δε φταίει η τηλεόραση. Αυτό που βλέπω κάθε μέρα να καταρρέει είναι η ουσιαστική παιδεία. {…}

Ξέρετε, χαίρομαι που γεννήθηκα σ’ αυτόν τον τόπο και τον αγαπάω, όχι όμως τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Συμπεριφέρονται εγκληματικά. Οι Έλληνες γίναμε έτσι γιατί είμαστε ένας εξαιρετικά ευαίσθητος λαός και έχουμε πληρώσει πολλές φορές αυτήν την ευαισθησία μας. Οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε τα παιδιά μας γαϊδούρια.»

Συμφωνούσε η Αρλέτα με όσους υποστήριζαν ότι ζούμε σε μια αναβράζουσα εποχή και κάτι θα αλλάξει;

«Έζησα όλη μου τη ζωή στα Εξάρχεια. Γεννήθηκα στο Μεταξουργείο και μικρούλα πήγα στα Εξάρχεια, μέχρι πριν από λίγα χρόνια που μετακόμισα στην Κυψέλη.

Στα Εξάρχεια παρατηρείς όλη την πορεία της Αθήνας και όλη την πορεία της Ελλάδας χωρίς ούτε να διαβάσεις εφημερίδα ούτε να ανοίξεις τηλεόραση. Αρκεί να κάνεις μια βόλτα και να έχεις τα μάτια σου και την καρδιά σου ανοιχτά. Από τη μεταπολίτευση, λοιπόν, λέμε ότι κάτι αλλάζει και πάντα βλέπω ότι υπάρχει και πιο κάτω απ’ αυτό που είμαστε. {…}»

Είχε ξεχωρίσει κάτι η Αρλέτα εκείνο το τελευταίο διάστημα, ένα τραγούδι ή ένα δίσκο που να της έκανε πολύ καλή εντύπωση;

«Ακούω πολλά τραγούδια, που ναι μεν έχουν εικόνες, αλλά δεν έχουν αίμα και κόκαλα. Το τελευταίο τραγούδι που άκουσα και πραγματικά με συγκίνησε ήταν το «Αυτή η νύχτα μένει» του Σταμάτη Κραουνάκη.»

Όταν άκουγε τα δικά της τραγούδια η Αρλέτα, τι ένιωθε;

«Υπάρχουν δουλειές που τις αγαπώ περισσότερο και άλλες λιγότερο. Από όλες όμως δεν υπάρχει καμία που να είπα ότι δεν έπρεπε να την κάνω. Είναι μεγάλη ευλογία να ακούς παλαιότερα τραγούδια σου και να μη σιχαίνεσαι τον εαυτό σου.»

Ζωγραφική ή τραγούδι; Τι θα διάλεγε η Αρλέτα καθώς ήταν απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών;

«Δεν μπορώ να διαλέξω. Δε σταμάτησα ποτέ να σχεδιάζω ή να ζωγραφίζω, αλλά περισσότερο με τρόμαζε το να ακολουθήσω επαγγελματικά τη ζωγραφική απ’ ό,τι το τραγούδι που μου φαινόταν πιο βατό. Δε μετάνιωσα, όμως, που δεν μπόρεσα να γίνω επαγγελματίας ούτε στο ένα ούτε στο άλλο! Η ποίηση μπήκε στο τραγούδι με το Νέο Κύμα.»

Την ενοχλούσε που κάποιοι άνθρωποι την είχαν συνδέσει με κάτι πολύ συγκεκριμένο;

«Γενικώς μου έχουν βάλει πολλές ταμπέλες. Εσείς αναφέρεστε στο Νέο Κύμα με το οποίο με έχουν ταυτίσει. Προσπάθησα με ήπιο τρόπο να βγάλω από πάνω μου τις ταμπέλες αλλά μάλλον δεν το κατάφερα. Σχετικά με το Νέο Κύμα πιστεύω ότι είναι μία από τις πιο συκοφαντημένες περιόδους του ελληνικού τραγουδιού. Ο ρόλος του είναι εξαιρετικά σημαντικός και πολύ διαφορετικός απ’ ό,τι νομίζουν.

Ήταν η πρώτη φορά στην Ελλάδα που έγινε κάτι που ήταν προσωποπαγές. Ήταν η επιθυμία και η δημιουργία μιας ομάδας ανθρώπων και συγκεκριμένα του Αλέκου Πατσιφά και του Κυριάκου Μαραβέλια, και δεν πιστεύω να ξαναγίνει λόγω των συγκυριών και των προσωπικοτήτων των ανθρώπων που είχαν εμπλακεί. Ο Πατσιφάς είχε στην παρέα του τον Δοξιάδη, τον Μόραλη, τον Τσαρούχη, τον Γκάτσο, τον Ελύτη… Τότε, η ποίηση μπήκε για πρώτη φορά στο ελληνικό τραγούδι. Όχι μόνο η ελληνική ποίηση αλλά και η ποίηση κατ’ απόδοσιν όπως ήταν ο Λόρκα. Αυτά δεν είχαν ξαναγίνει.

Το Νέο Κύμα ήταν, πιστεύω, η μοναδική καλλιτεχνική επανάσταση της σύγχρονης Ελλάδας. Έφερε αλλαγές στην ενορχήστρωση, τον τρόπο μελοποίησης, τον στίχο. Κι αυτό που νομίζω δεν αναφέρει κανένας είναι ότι αν δεν είχε υπάρξει το Νέο Κύμα δεν θα υπήρχε το μοντέρνο λαϊκό τραγούδι.»

 

Αφήστε το σχόλιό σας