Έχετε σιχαθεί να διαβάζετε για το πόσο γαμάτο είναι το εκάστοτε τελευταίο album των Nightwish, Neal Morse, Blind Guardian, Amon Amarth, Iced Earth, Kreator και Paradise Lost; Εγώ προσωπικά έχω σιχαθεί.

Επίσης έχω σιχαθεί τους έγκριτους που αβαντάρουν αυτά τα συγκροτήματα με υπερ-προβλέψιμες κριτικές και συνεντεύξεις, όχι λόγω της όποιας καλλιτεχνικής τους αξίας (μικρής, μεγάλης ή ανύπαρκτης), αλλά επειδή τα Μέσα στα οποία εργάζονται, παίρνουν διαφημίσεις από τις δισκογραφικές εταιρίες των συγκεκριμένων καλλιτεχνών. Υπάρχει ασύγκριτα καλύτερη και πιο πρωτότυπη μουσική από αυτή, η οποία δυστυχώς δεν έχει την αναγνώριση που θα έπρεπε. Τι να κάνουμε, δεν δίνουν διαφημίσεις οι διαλυμένοι Matching Mole του εικονιζόμενου Robert Wyatt. Οι Amon Amarth και οι Iced Earth όμως τους δίνουν. Γι’αυτό και βλέπουμε ό,τι βλέπουμε. Παρακάτω θα ασχοληθούμε με κάποια υποτιμημένα albums που καλύπτουν ένα αρκέτα ευρύ φάσμα της rock μουσικής, κυρίως των δεκαετίων ’60 και ‘70. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια με την άνοδο του downloading και μέσω sites σαν τα progarchives και rateyourmusic, πολλά εξαιρετικά αλλά ξεχασμένα albums ανακαλύφθηκαν από νέους και παλιότερους, ακροατές.  Φυσικά, δεν γίνεται να συμπεριληφθούν οι πάντες, ούτε το παρόν επέχει θέση «λίστας» ή «απόλυτου οδηγού» γι’αυτό και η σειρά παρουσίασης των albums είναι συνειδητά τυχαία (βλέπε ΥΓ.1).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παρόν αφιέρωμα θα προστίθενται συνέχεια albums. Τα 19 αρχικά, αφήνουν απ’έξω πολλά αξιόλογα και θα είναι αδικία να μην αναφερθούν. Στα επιπλέον θα αναγράφεται στο τέλος: [Προστέθηκε ΗΗ/ΜΜ/ΕΕ]

 

Bubu – “Anabelas” (1978)

Το μοναδικό album των Αργεντίνων Bubu είναι ένα εξαιρετικό δείγμα απαιτητικού progressive rock. Τρία πράγματα τους χαρακτηρίζουν: 1) Ο συνθέτης και ενορχηστρωτής του album και ιδρυτής των Bubu, Daniel Andreoli, δεν παίζει κάποιο όργανο στην ηχογράφηση. Αρχικά ήταν ο μπασίστας του συγκροτήματος αλλά αποφάσισε να πάρει τον Edgardo “Fleke” Folino στην θέση του και ν’αφοσιωθεί στην σύνθεση τραγουδιών. 2) Η μουσική τους είναι πρωτότυπη. Δηλαδή αν σε ρωτήσουν: «Με τι μοιάζει;» πρέπει να σκεφτείς πολύ ώρα πριν απαντήσεις και 3) Έχουν ως μόνιμα μέλη κι έναν φλαουτίστα, έναν σαξοφωνίστα και ένα βιολιστή. Η παρουσία αυτών των οργάνων τους δίνει την δυνατότητα να μεταπηδούν ακαριαία από το progressive rock σε jazz fusion, avant-garde, συμφωνικές και folk περιοχές μέσα στο ίδιο τραγούδι. Το “El Cortejo de un Día Amarillo” είναι μια πολύπλοκη σύνθεση που αναδεικνύει το ύφος και το ταλέντο τους. Ανάμεσα στα διάφορα μουσικά είδη που καλύπτουν, με δυσκολία ο ακροατής εντοπίζει τις King Crimson επιρροές εποχής David Cross (7.30) και τις δυσαρμονίες των Henry Cow (9.10). Το αγαπημένο μου σημείο είναι το solo σαξόφωνο από το 14.32 και το κιθαριστικό solo που το διαδέχεται. Το “El Viaje de Anabelas” στην αρχή έχει μελωδικά φωνητικά. Στο 6.43 τα εμβατηριακά drums συνεχίζουν με σαξόφωνο, φλάουτο και βιολί αλλά η μεγάλη έκπληξη γίνεται στο 7.46 που μπαίνουν ανδρικά stadium rock (!!!) φωνητικά και χορωδιακά γυναικεία δεύτερα φωνητικά. Το “Sueños de Maniquí” ξεκινάει με ρέον πιάνο à la Ratledge, και sustain κιθάρας. Ο ήχος του μπάσου από το 3.13 επισκιάζει τον υπόλοιπο χαμό. Στην συγκεκριμένη σύνθεση είναι συχνή η εναλλαγή καταιγιστικών ρυθμών και ονειρικών μελωδιών. Τόσο καλό όσο και οι ιστορίες με τον Μαρσέλο Μπιέλσα.

 

Blocco Mentale – “Poa” (1973)

Το συγκρότημα από το Viterbo, κυκλοφόρησε ένα και μοναδικό studio album. Το “Poa” έχει οικολογική θεματολογία, όπως φαίνεται και από τη λέξη που είναι γραμμένη στο εξώφυλλο στα Ελληνικά. Το album παραμένει αδικημένο ακόμα και από τους γνώστες του Ιταλικού progressive rock. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα εξαιρετικά εμπνευσμένο album και το θεωρώ από τα καλύτερα του ιδιώματος. Κανένα τραγούδι δεν μοιάζει με το προηγούμενο, δεν κουράζει καθόλου και σε κάθε ακρόαση πάντα κάτι παραπάνω ανακαλύπτεις και το εκτιμάς ακόμα περισσότερο. Κανένα τραγούδι δεν είναι υποδυέστερο, αλλά αν έπρεπε να ξεχωρίσω δύο είναι τα “Impressioni” και “Verde”. Μπορούμε να πούμε ότι οι Blocco Mentale είναι επηρεασμένοι από τους πρώιμους Genesis, τους Van der Graaf Generator και τους King Crimson, αλλά δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία σ’αυτό. Απλά απολαύστε τη μουσική τους. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι και τα πέντε μέλη του συγκροτήματος τραγουδάνε όπως έκαναν και οι New Trolls και η παρουσία του σαξόφωνου και του φλάουτου που είναι πολύ ουσιαστική. Προσωπικά, μ’αρέσει πολύ εδώ και ο ήχος των drums που ανά στιγμές ακούγονται «μπροστά» όπως στο “La Nuova Forza” και στο bonus κομμάτι “Lei è musica”. Η παραγωγή γενικά είναι πολύ καλή. Στην έκδοση που έχω υπάρχουν ως bonus tracks δύο singles που κυκλοφόρησαν μετά το “Poa” και είναι εξαιρετικά, το ανθεμικό “L’ amore muore a vent’anni” και το μελαγχολικό “Lei è musica” με το ωραίο φλάουτο. Σε αντίθεση με ότι συνηθίζεται, τα bonus κομμάτια εδώ είναι στο ίδιο ποιοτικό επίπεδο με αυτά του album και δεν χρησιμεύουν απλά στο να αυξηθεί η διάρκεια της ακρόασης, αλλά δίνουν μια πληρέστερη και ομορφότερη εικόνα για αυτό το συγκρότημα. Αριστούργημα.

 

Matching Mole – “Little Red Record” (1972)

Αυτό είναι το δεύτερο album του συγκροτήματος που σχημάτισε ο Robert Wyatt, μετά την αποχώρησή του από τους Soft Machine. Το απίστευτο εξώφυλλο είναι ουσιαστικά επεξεργασία της προπαγανδιστικής αφίσας της κομμουνιστικής Κίνας που έγραφε: «Είμαστε αποφασισμένοι ν’ απελευθερώσουμε την Ταϊβάν». Στην παραγωγή του album βρίσκεται ο Robert Fripp των King Crimson, στον οποίο ο Wyatt εκμυστηρεύτηκε στις τουαλέτες των CBS Studios ότι τον ήθελε στο δίσκο ως πολιτικό παράγοντα και όχι για το μουσικό του ταλέντο ή τις ικανότητές του στην μίξη. Τον ήθελε για να συνεργαστεί με τα διαφορετικά και μερικές φορές αλληλοσυγκρουόμενα μέλη του συγκροτήματος. Σε σχέση με το ντεμπούτο τους υπάρχουν δυο σημαντικές αλλαγές: Πρώτον, ο Dave Sinclair (πλήκτρα –Caravan) αποχώρησε και την θέση του πήρε ο Νεοζηλανδός Dave MacRae και δεύτερον, ο Wyatt δεν συμμετέχει στην σύνθεση των τραγουδιών, αλλά μόνο στους στίχους και τα φωνητικά. Κατά την άποψή μου, ο μόνος τρόπος ακρόασης του album είναι από την αρχή μέχρι το τέλος, και όχι ως μεμονωμένα κομμάτια. Το μπάσο είναι η ευχάριστη έκπληξη και ο Wyatt είναι φοβερός στην τελευταία του ηχογράφηση ως drummer, αν και τα φωνητικά του ίσως ξενίσουν κάποιους.Το “Starting in the Middle of the Day We Can Drink Our Politics away” έχει οπερετικά φωνητικά. Το “Marchides” ίσως είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του μουσικού ταλέντου των μελών των Matching Mole. Στο “Nan True’s Hole” μιλάει μια πόρνη, την φωνή της οποίας κάνει η ηθοποιός Julie Christie. Οι Hatfield and the North το έπαιζαν ζωντανά ως instrumental με τίτλο “Oh, Len’s Nature!”, που είναι αναγραμματισμός του “Nan True’s Hole” . Στο “Righteous Rumba” ο κιθαρίστας Phil Miller παίζει ένα πολύ ωραίο solo. Μετά το album έφυγε από το συγκρότημα για να φτιάξει τους προανεφερθέντες Hatfield and the North με τον Dave Sinclair. Το μπάσο του Bill MacCormick (Quiet Sun) στο “Brandy As In Benj” βγαίνει μπροστά μετά το 1.02 και στην συνέχεια αναδεικνύεται το βιτρουόζικο παίξιμο του MacRae στα πλήκτρα. Στο “Gloria Gloom” ένας αντρας και μια γυναίκα μιλάνε ταυτόχρονα, αλλά όχι μεταξύ τους, και στο βάθος ακούγεται και μια άλλη γυναίκα να μιλάει. Αυτή η ιδέα μου θύμισε το “Why Don’t You Eat Carrots?” από το ντεμπούτο των Faust που κυκλοφόρησε το προηγούμενο έτος (1971). Στην συνέχεια, ο Wyatt τραγουδάει -ας πούμε κανονικά- και λέει και τον στίχο: “How long can I pretend that music’s more relevant than fighting for a socialist world?” Οι ambient ήχοι στην αρχή και στο τέλος του τραγουδιού οφείλονται στο VCS3 synthesizer του κυρίου Brian Eno, τον οποίο προσκάλεσε ο MacCormick όταν πήγε να δει τους Roxy Music να ηχογραφούν το ντεμπούτο τους στα Command Studios. Το “God Song” είναι το μοναδικό ακουστικό τραγούδι του μικρού κόκκινου δίσκου. Στο “Flora Fidgit” ο MacRae παίζει παπάδες με το Fender Rhodes ηλεκτρικό πιάνο του. Σ’αυτό το κομμάτι κλονίστηκε η σχέση του Phil Miller με τον Robert Fripp, όταν ο πρώτος δεν μπόρεσε να παίξει το κιθαριστικό μέρος, το οποίο και απουσιάζει από το album. Αν είστε οπαδός της σκηνής του Canterbury και του jazz rock, αυτό το album είναι για σας, σε περίπτωση που δεν το έχετε ήδη ακούσει. Δυστυχώς, μετά την Ευρωπαϊκή περιοδεία που ακολούθησε, οι Matching Mole διαλύθηκαν. Επαναδραστηριοποιήθηκαν λίγο αργότερα, για σύντομο χρονικό διάστημα και με διαφορετική σύνθεση, μέχρι το τραγικό ατύχημα του Wyatt που έβαλε τέλος στην ιστορία τους πριν ηχογραφήσουν το τρίτο album. Ακριβώς πριν το ατύχημα, ο Wyatt πρότεινε στον Fred Frith των Henry Cow, να ενταχθεί στους Matching Mole. Το άγνωστο αυτό γεγονός το αποκάλυψε ο ίδιος σε συνέντευξη που μας έδωσε. Κάποιοι λένε ότι δεν αν έχει συμβεί αυτό το ατύχημα δεν θα είχε κάνει αργότερα το “Rock Bottom”, στο οποίο συμμετέχει και ο Frith.

 

Flower TravellinBand – “Satori” (1971)

Οι Ιάπωνες Flower Travellin’ Band είναι ίσως οι πρώτοι που κυκλοφόρησαν διασκευή σε τραγούδι των Black Sabbath στο πρώτο τους album, το “Anywhere” (1970) με το θρυλικό εξώφυλλο. Το “Satori” ηχογραφήθηκε σε μία μέρα, με την μίξη να παίρνει άλλη μια μέρα. Συγγνώμη αν σοκάρω τους φίλους των Tool που ακόμα περιμένουν/-ουμε το νέο album. Για την πολύ καλή παραγωγή υπεύθυνοι είναι ο ιδρυτής των FTB και μεγάλη μορφή, Yuya Uchida και ο φίλος του και αφεντικό του Ιαπωνικού παραρτήματος της Atlantic Records, Ikuzo Orita. Τους δύο ένωνε η απέχθεια για την ξεπερασμένη -στ’αυτιά τους- Group Sounds σκηνή και οραματίζονταν ένα Ιαπωνικό συγκρότημα με επιρροές από τους νέους τότε Black Sabbath και Led Zeppelin (διαβάστε περισσότερα στο “Japrocksampler” του Julian Cope). Αν και το “Satori” διαρκεί 42 λεπτά, νομίζεις ότι πέρασαν μόνο 15. Ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος και ουσιαστικά πρόκεται για τα μέρη μιας ενιαίας ιδέας, κάτι που φαίνεται και από τους τίτλους των τραγουδιών. Από την πρώτη ακρόαση γίνεται αντιληπτό ότι ξεχωρίζει ο κιθαρίστας Hideki Ishima (ο Ιάπωνας Σπάθας;) Στο 4.17 του “Satori Part I” ο τραγουδιστής με το άκρως μυθιστορηματικό παρελθόν,  Joe Yamanaka αρχίζει μια τρομερή κορώνα. Το “Satori Part II” ξεκινά ως ένας αρκετά funky «διάλογος» κιθάρας-φωνητικών. Στο 3.13 ακούγεται κάτι που μου θυμίζει θυμιατό. Από κει και πέρα ο Ishima κινείται παιχτικά πιο κοντά στον Karoli παρά στον Iommi. Αν και αμφιβάλλω για το αν έχουν ακουστά τον μακαρίτη Michael οι συμπαθείς doom-μεταλλάδες που πήγαν στην συναυλία της Madonna στο ΟΑΚΑ. Το μπάσο είναι εντυπωσιακό στο δεύτερο μισό του “Satori Part II”. Από το 9.16 η κιθάρα προκαλεί ίλιγγο, ενώ το drumming του George Wada είναι κατακλυσμιαίο. Στην εισαγωγή του “Satori Part IV” υπάρχει fuzz κιθάρα. Από τη στιγμή που μπαίνει η φυσαρμόνικα η ατμόσφαιρα γίνεται πιο νοσηρή. Με ένα ωραιό κοφτό riff ξεκινάει το “Satori Part V”. Το κομμάτι μοιάζει να έχει πιο μυστικιστικό/τελετουργικό/λυτρωτικό ύφος σε σχέση με τα υπόλοιπα, και τα φωνητικά του Yamanaka, μάλλον το επιβεβαιώνουν. Παρότι στα credits δεν αναφέρεται η ύπαρξη πλήκτρων, από το 2.47 ακούω «υγρά» πλήκτρα, δύο χρόνια πριν το μοναδικό “No Quarter” των Led Zeppelin!

 

Gary Higgins – “Red Hash” (1973)

Τον Οκτώβριο του 1972 ο χίπης μουσικός από το Connecticut, Gary Higgins, συλλαμβάνεται για διακίνηση μαριχουάνας. Πριν τη δίκη και αναμένοντας μια σίγουρη καταδίκη, μπαίνει στο studio με φίλους του «χίπηδες που ζουν στην εξοχή», με τους όποιους έπαιζε σε συγκροτήματα στο παρελθόν, και ηχογραφούν μέσα σε 40 ώρες αυτό το album. Τον τίτλο του album δεν τον επέλεξε ο ίδιος, επειδή όταν κυκλοφόρησε από την δική του εταιρία, Nufusmoon, βρισκόταν ήδη στην φυλακή εκτίοντας ποινή 13 μηνών. Η απουσία του ήταν και ο λόγος που το album πέρασε τότε απαρατήρητο. Παρότι η μουσική είναι χαλαρή psych folk και το album κυλάει αβίαστα, οι στίχοι του αναφέρονται στη μοναξιά και στη τρέλα. Οι συνθέσεις του Higgins είναι σχεδόν όλες κορυφαίες, τα φωνητικά του είναι πολύ καλά και παίζει κι ακουστική κιθάρα. Διαβάζω κάποιες άστοχες συγκρίσεις και ίσως μερικοί ακροατές άλλα να περιμένουν και άλλα ν’ ακούσουν. Δεν θα βρείτε εδώ την μαυρίλα του Nick Drake ούτε την αθωότητα της Vashti Bunyan (πλην “Unable to Fly”). Φανταστείτε καλύτερα μια πιο εγκρατή, ακουστική έκδοση των Grateful Dead ή έναν λιγότερο ψυχωτικό, ακουστικό Roky Erickson. Το μαντολίνο του Paul Tierney και το τσέλο της ταλαντούχας Maureen Wells ζωγραφίζουν στο “I Can’t Sleep at Night”. Πράγματι, το τσέλο ομορφαίνει πολλά τραγούδια. Το τρομερό “I Pick Notes from the Sky” είναι πιο πιασάρικο. Το πιάνο το εκτοξεύει σε άλλο επίπεδο, όπως εύστοχα είναι τα γυναικεία φωνητικά στο τέλος. Τα πλήκτρα ακούγονται σαν μεταλλόφωνο (ή όντως είναι μεταλλόφωνο;) στο κλειστοφοβικό “Stable the Spuds”. Το “Down on the Farm” ξαφνιάζει με τα μπάσα φωνητικά και την Captain Beefheart άποψη. Οι στίχοι κάνουν χαβαλέ: “Then they ask me to milk cow but I squeeze bull/ Then I see his poor ass was full”. Στο “Looking for June” ο καλλιτέχνης ψάχνει εναγωνίως ναρκωτικά. Με κάποιο τρόπο στους στίχους μπλέκει μια μελλοντική συνάντησή του με τον Πάπα και βλέπει στην έρημο καμήλες και νύφες. Σίγουρα δεν θα είχε καταναλώσει τίλιο όταν τους έγραφε. Στην άρτια επανακυκλοφορία του 2005 μας προσφέρονται δύο επιπλέον τραγούδια: Το “Don’t Ya Know”, ηχογραφημένο στο σπίτι του Higgins στις αρχές της δεκαετίας του ’80, έχει χειροκροτήματα, δύο ακουστικές κιθάρες και την αμεσότητα της ‘60s pop τραγουδοποϊίας. Αντίθετα το “Last Great Sperm Whale” είναι πιο μεγαλόπνοη σύνθεση με εμβατηριακού τύπου drums (μέτρια) και a la Manzarek πλήκτρα στο βάθος, τα οποία μ’αρέσουν πολύ. Κάποιοι καμμένοι όπως ο Ben Chasny των Six Organs of Admittance (διασκεύασαν και το “Thicker Than a Smokie”) και o Zach Cowie, ήταν μεγάλοι θαυμαστές του “Red Hash”. Μετά από μακρά αναζήτηση,  εντόπισαν τον Higgins -δούλευε σαν νοσοκόμος σε τρελάδικο του Connecticut-  και το album τελικά επανακυκλοφόρησε το 2005 από την Drag City του Cowie. Ευχαριστούμε Drag City για αυτή τη δισκάρα.

 

Älgarnas Trädgård – “Framtiden Är Ett Svävande Skepp, Förankrat I Forntiden” (1972)

Στο μοναδικό album που κυκλοφόρησαν στα χρόνια της δράσης τους οι Σουηδοί Älgarnas Trädgård (σημαίνει «Κήπος των Ταράνδων») συναντάμε ψυχεδελικές, krautrock και folk επιρροές. Για να συνεννοούμαστε, θα αναφέρω τους αγγλικούς τίτλους των τραγουδιών. To “Two Hours Over Two Blue Mountains with a Cuckoo On Each Side, Of The Hours…That Is” ξεκινάει με ήχους από καμπάνες. Η ηλεκτρική κιθάρα σ’αυτό όπως και όπου αλλού ακούγεται στο album (“Rings of Saturn” και “5/4”), είναι κορυφαία. Στο 7.35 το βιολί μπαίνει και η κιθάρα σβήνει. Αργότερα εμφανίζεται το Moog synthesizer και ακούγονται κάποια υποβλητικά χορωδιακά φωνητικά άνευ στίχων. Κλείνει με avant-garde ήχους. Το “There Is A Time For Everything, There Is A Time When Even Time Will Meet” αρχίζει με φλάουτο και ένα κρουστό. Μετά ακούγονται κατά σειρά: ένα σκυλί να γαβγίζει, μια πόρτα που τρίζει και οι δείκτες ενός ρολογιού. Ένα βιολί παίζει μια σοβαρή μελωδία και το sitar αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο. Ακολούθως παίρνει σειρά το σαντούρι. Η καλεσμένη Margareta Söderberg κάνει τα φωνητικά του παραδοσιακού ύφους “Children Of Possibilities” και την συνοδεύει το τσέλο του Sebastian Oberg. Στο “La Rotta” υπάρχει βιολί, χειροκροτήματα και κρουστά είναι επίσης παραδοσιακού χαρακτήρα αλλά πιο χορευτικό από το προηγούμενο. Το “Viriditas” έχει ανδρικά φωνητικά με έντονο reverb. Από πίσω ακούγεται το πιάνο και κάποιοι ανορθόδοξοι ήχοι. Το “Rings Of Saturn” δεν γίνεται να μην αρέσει σε κάποιον. Η κιθάρα και τα drums αγγίζουν “Amboss” (Ash Ra Tempel) επίπεδα! Νομίζω έγινα κατανοητός. Το “The Future Is A Hovering Ship, Anchored In The Past” (ο τίτλος του album στα Αγγλικά) υπάρχει σε ένα δικό του χωροχρόνο. Είναι συγκλονιστική η στιγμή που ανακαλύπτεις ότι το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1971 και κυκλοφόρησε το Μάρτιο του ’72, ενώ το εντυπωσιακά ταυτόσημης -με το συγκεκριμένο τραγούδι- αντίληψης,  “Zeit” album των Tangerine Dream ηχογραφήθηκε το Μάιο του του ’72. Υπάρχουν δύο ακόμα κομμάτια ως bonus tracks. Να επαναλάβω ότι είμαι εναντίον των επιπλέον τραγουδιών διότι χαλούν την συνοχή του album. Ο ήχος των drums στο “5/4” είναι ψαρωτικός. Σε συνδυασμό με την κιθάρα κυρίως και τα πλήκτρα δημιουργούν μια αρκετά σκοτεινή ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται να το βαρεθώ ποτέ. Το synthesizer στο “The Mirrors Of Gabriel” θυμίζει επίσης Tangerine Dream, όμως τα drums  και τα κρουστά στο βάθος πηγαίνουν προς την ψυχεδελική περίοδο των Pink Floyd. Πρέπει να σημειωθεί ότι σχεδόν σ’ολο το album νιώθεις μια υφέρπουσα απειλή. Κάτι δυσοίωνο υποβόσκει. Σε σημείο να το θεωρώ ως το ιδανικό soundtrack για μια μελλοντική κινηματογραφική μεταφορά του εξαιρετικού βιβλίου «Ένα Βήμα Πίσω» του Henning Mankell. Το περίεργο είναι ότι γράφω αυτές τις γραμμές 21 Δεκεμβρίου, στο χειμερινό ηλιοστάσιο, όπου συνηθίζονται οι παγανιστικές τελετουργίες. Οι καμμένοι του krautrock ακούστε υπομονετικά το “Framtiden Är Ett Svävande Skepp, Förankrat I Forntiden” album των Älgarnas Trädgård και δεν θα χάσετε.

 

National Health – “Of Queues and Cures” (1978)

Is it “numinousness”, “numinescence» or “numinosity”? Το δεύτερο album των National Health συνουσιάζει και ραπίζει. Ουσιαστικά την σύνθεση του “Of Queues and Cures” αποτελούν τα ¾ των Hatfield and the North συν τον John Greaves των Henry Cow στο μπάσο. Όλοι οι μουσικοί συνεισφέρουν συνθετικά και παίζουν εξαιρετικής ποιότητας progressive rock με αρκετές jazz fusion επιρροές. Το “The Bryden Two-Step (For Amphibians), Pt. 1” δείχνει αμέσως το μουσικό ταλέντο τους και το ύφος τους, τόσο ως μονάδες όσο και ως σύνολο. Στο 6.17 ο Dave Stewart ξεκινά ένα χαρακτηριστικό fuzz solo στο Hammond L-122. Ο τίτλος του “The Collapso” αναφέρεται στο Calypso και ακούγονται steel drums που είναι σήμα-κατατεθέν του συγκεκριμένου μουσικού είδους. Δείτε αμέσως την εκτέλεσή του από το Old Grey Whistle Test. Το “Squarer for Maud” είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια όλων των εποχών! Ο κιθαρίστας Phil Miller σολάρει πωρωτικά, στο 5.26 ακούγεται το κλαρινέτο του Jimmy Hastings και σταματάει μόλις ξεκινάει η απίστευτη απαγγελία του καλεσμένου Peter Blegvad (Slapp Happy). Στην συνέχεια ακούγεται το τσέλο της Georgie Born (Henry Cow), ακολούθως βαράνε όλοι μαζί, και ιδιαιτέρως ο Pip Pyle στα drums και κλείνει με Henry Cow πειραματισμούς. Στο πρώτο μισό του “Dreams Wide Away” ο Dave Stewart παίζει ένα οργιαστικό solo στα πλήκτρα. Τι το ήθελε ο Miller να του πει να παίξει λίγο τρελά;  Σίγουρα, ο Dave θα σκέφτηκε εκείνες τις Δευτέρες του 1967 που -μαθητής ακόμα-πήγαινε μαζί με τον Steve Hillage στο Marquee Club για να δει το είδωλό του, Keith Emerson να γράφει ιστορία επί σκηνής με τους Nice. Το “Binoculars” –σύνθεση του Pyle- είναι το μόνο κομμάτι που κάποιος τραγουδάει και αυτός είναι ο Greaves σε στυλ crooner. Οι δε στίχοι είναι μια κριτική στην τηλεόραση. O πανταχού παρών Jimmy Hastings παίζει ένα ωραίο solo στο φλάουτο, στο μέσον ακούγονται διάφορα πνευστά (τρομπέτες, τρομπόνια, όμποε) και μετά ο Miller σολάρει και πάλι. Είναι κρίμα, που αυτό το album κυκλοφόρησε μέσα στην λαίλαπα του punk. Παρόλα αυτά, θεωρείται δικαιολογημένα ένα από τα καλύτερα της σκηνής του Canterbury.  Ο Dave γράφει στο booklet της “Complete” κυκλοφορίας των National Health: «Την εποχή ακριβώς που η Βρετανική rock βιομηχανία και τα Μέσα άρχισαν να γυρνούν την πλάτη τους στην σωστή μουσική και προετοιμάζονταν να προωθήσουν κάποια από την πιο άξεστη, απλοϊκή, ζωώδη, απαίσια και ηλίθια μουσική που μπορεί να φανταστεί κάποιος, σε μια ατμόσφαιρα όπου η παραδεκτή ανικανότητα να παίξει κάποιος ένα όργανο χαιρετιζόταν ως δείγμα ευφυΐας, ο φίλος και συνάδελφος πληκτράς, Alan Gowen ( Gilgamesh) κι εγώ, αποφασίσαμε να σχηματίσουμε ένα πολυμελές rock σύνολο παίζοντας περίτεχνη, κυρίως instrumental μουσική. Μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν το κάναμε για να γίνουμε της μόδας».

 

Jan Dukes de Grey – “Mice and Rats In the Loft” (1971)

Μετά την ηχογράφηση του ντεμπούτου τους με τίτλο “Sorcerers”, πολλά πράγματα άλλαξαν στους Jan Dukes de Grey. Η ένταξη του drummer Denis Conlan, έδωσε νέες δυνατότητες στους Derek Noy (φωνητικά, κιθάρα) και Michael Bairstow (πνευστά). Με τον Conlan, ο Noy είχε συνυπάρξει στο soul συγκρότημα Buster Summers Express. Μετά από συναυλίες όπου άνοιξαν για τους Pink Floyd και τους The Who, μπαίνουν στο studio και δημιουργούν το “Mice and Rats In the Loft” album, το όποιο σήμερα σχεδόν όλοι συγκρίνουν με το “First Utterance” των Comus, επίσης του 1971. Το 19-λεπτο “Sun Symphonica” ξεκινάει δυναμικά με drums και μπάσο και αργότερα ακούμε το φλάουτο. Στο 1.58 μπαίνει το σαξόφωνο και κυριαρχεί ένας ρυθμός που θυμίζει την jazz πλευρά των King Crimson και ενώ υποθέτουμε ότι θα συνεχιστεί έτσι, στο 4.35 μπαίνει η ορχήστρα (ή τα μέλη του συγκροτήματος που αποτελούν την ορχήστρα) με την ακουστική κιθάρα να τη συνοδεύει φτάνοντας στην σχεδόν διονυσιακή κλιμάκωση στο 14.15. Το μπάσο έχει το βασικό ρόλο μέχρι το τέλος του τραγουδιού και περισταστιακά ακούγονται το μεταλλόφωνo, το φλάουτο, η φυσαρμόνικα και η τρομπέτα. Προοδευτικό πνεύμα στην πράξη. Το “Call of the Wild” κυριαρχείται από την αλληλεπίδραση της ακουστικής κιθάρας με το φλάουτο. Τα φωνητικά εμένα μου θυμίζουν Yes, εσείς μπορεί να έχετε άλλη γνώμη. Πιστεύω ότι ο psych folk ήχος του θ’άρεσει πολύ στους φίλους των Incredible String Band και επίσης είναι φανερό ότι ο Noy δεν είναι τόσο ευφάνταστος κιθαρίστας όσο ο Roger Wootton των Comus. Όταν στο 8.35 μπαίνει το σαξόφωνο, αποκτά μια διαφορετική (fusion;) δυναμική. Το album τελειώνει με το ομώνυμο 8-λεπτο τραγούδι. Ο πολύ εκνευριστικός ήχος της σειρήνας στην εισαγωγή δεν προμηνύει κάτι ήπιο. Για το heavy ψυχεδελικό ξεσάλωμα ευθύνεται το wah-wah της ηλεκτρικής κιθάρας, την ώρα που οι στίχοι περιγράφουν ένα τελετουργικό ανθρωποθυσίας. Τα πνευστά στο τέλος σπάνε λίγο την κυριαρχία της κιθάρας. Album για λιώσιμο!

 

Townes Van Zandt – “Live at the Old Quarter, Houston, TX” (1977)

Δεν επελέγη τυχαία ως το μοναδικό live album του παρόντος αφιερώματος. Για τις ανάγκες του οποίου το άκουσα μετά από 1,5 χρόνο και διαπίστωσα ότι μ’αρέσει ακόμα περισσότερο. Ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο του 1973 όταν ο Townes έδωσε 5 συναυλίες στο Houston του Texas, σε ένα κατάμεστο club με το air condition εκτός λειτουργίας. Ο live χαρακτήρας του album μας δίνει την ευκαιρία να ακούσουμε τον Townes να παίζει με την συνοδεία μόνο της ακουστικής του κιθάρας, δηλαδή όπως έκανε αμέτρητες φορές στην ζωή του. Αυτή η αμεσότητα είναι που κάνει το album τόσο σπουδαίο. Μεταξύ των τραγουδιών λέει αστεία, ανέκδοτα, ιστορίες, παρότι τα περισσότερα τραγούδια είναι μελαγχολικά. Είναι σαν να βρίσκεσαι κι εσύ σ’αυτό το μικρό χώρο. Στα studio albums του, με τους πολλούς μουσικούς, δεν επιτυγχάνεται αυτή η μαγεία. Στα 2 CD’s της κυκλοφορίας περιλαμβάνονται σχεδόν όλα τα κορυφαία τραγούδια του. Και έχει πολλά που οποιοσδήποτε αναγνωρισμένος τραγουδοποιός θα ήθελε να είχε γράψει: “Pancho & Lefty”, “Don’t You Take it too Bad”, “If I Needed You”, “White Freight Liner Blues”, “To Live Is to Fly”, “She Came and She Touched Me”, “No Place to Fall”, “Kathleen”, “Why She’s Acting This Way”, “Tower Song”, “Waitin’ Round to Die”, “Tecumseh Valley”, “Lungs”. Το πιο αγαπημένο μου είναι το “She Came and She Touched Me”. Σ’αυτό κάθε ακόρντο μοιάζει με μαχαιριά. Η μελωδία του “White Freight Liner Blues” συνεπαίρνει το κοινό, ακόμα και τον ακροατή στην καρέκλα του. Το “Fraternity Blues” σατιρίζει σε talking blues ύφος, την εμπειρία του από τις φοιτητικές αδελφότητες των ΗΠΑ, όπου μεταξύ άλλων έπρεπε να μάθει ολόκληρο το ελληνικό αλφάβητο. Το “Brand New Companion” έχει παλιομοδίτικο blues ύφος, όπως και η διασκευή στο “Chauffeur’s Blues” του Lightnin’ Hopkins”. Το κλασικό “Who Do You Love?” του Bo Diddley είναι περισσότερο δυναμικό. Το μεγαλείο του “Tecumseh Valley” δεν μου αποκαλύφθηκε από τις πρώτες ακροάσεις. Αν και έχει τύχει αναγνώρισης ανάμεσα σε συναδέλφους του μουσικούς, για τους περισσότερους μουσικόφιλους –ειδικά στην Ευρώπη- ο Townes Van Zandt παραμένει άγνωστος. Εξοργισμένος από την αδικία ο Steve Earle είπε -ίσως με κάποια δόση υπερβολής- για το ίνδαλμά του και μετέπειτα φίλο του: «Είναι ο καλύτερος τραγουδοποιός του κόσμου και θα στεκόμουν με τις καουμπόικες μπότες μου πάνω στο τραπεζάκι του καφέ του Bob Dylan και θα το έλεγα αυτό». Ξεκίνηστε μ’αυτό το album.

 

Clannad– “Clannad” (1973)

Οι Ιρλανδοί Clannad ήταν μια οικογενειακή υπόθεση: αποτελούνταν από 3 αδέρφια Brennan και τους δύο θείους τους, Noel και Pádraig Duggan, δίδυμα αδέρφια μεταξύ τους. Τρία είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους: 1) Η χρήση της Ιρλανδικής γλώσσας που ήταν και ο λόγος που το Ιρλανδικό παράρτημα της Phillips έκανε 3 χρόνια για να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους 2) Η αγγελική φωνή της Máire (αργότερα Moya) Brennan και 3) η απουσία βιολιού, οργάνου συνδεδεμένου με την folk μουσική. Στο παραδοσιακό “Níl Sé Ina La” προσέξτε το solo στο όρθιο μπάσο του Ciaran Brennan μετά το μέσον του τραγουδιού. Η χρήση των drums είναι εύστοχη και δίνει ένα πιο σύγχρονο αέρα στην μουσική τους. Μπορεί κάποιος να διακρίνει σ’αυτό το τραγούδι αλλά κι αλλού τις Pentangle επιρροές τους. Το “Thíos Chois Na Trá Domh” βγάζει ένα πιο νοσταλγικό συναίσθημα. Το instrumental “Brian Boru’s March” είναι το πιο αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου και η επαναλαμβανόμενη μελωδία του, προκαλεί εθισμό. Το παίξιμο της Máire στην άρπα είναι αριστοτεχνικό και τα λακωνικά bongos αποτελούν το κερασάκι στη τούρτα. Τα drums στο “Siúbhán Ní Dhuibhir” τραβάνε αμέσως την προσοχή και το solo φλάουτο φέρνει στο νου τα καταπράσινα τοπία της πατρίδας τους. Το “Liza” έχει ανδρικά φωνητικά και μπορούμε να πούμε ότι είναι το μοναδικό rock τραγούδι του δίσκου. Στο 1.34 ξεκινάει ένα ωραίο solo στην ακουστική κιθάρα. Οι Clannad από μικρή ηλικία έπαιζαν μεταξύ άλλων διασκευές των Beatles και των Beach Boys στην pub του πατέρα τους, Leo’s Tavern, οπότε ήταν εξοικειωμένοι και με την δημοφιλή μουσική της εποχής. Το λυρικό “Mrs. McDermott” αναδεικνύει καλύτερα απ’ οπουδήποτε αλλού, την χημεία μεταξύ των μελών των Clannad. Το “The Pretty Maid” είναι ένα ντουέτο της Máire με κάποιο αρσενικό μέλος του συγκροτήματος, και το πρώτο τραγούδι που ακούγονται αγγλικοί στίχοι στο album. Το “An Pháirc” μοιάζει με θρησκευτικό ύμνο. Στο “Harvest Home” και πάλι πρωταγωνιστεί η άρπα. Είναι πιο χορευτικό και υπάρχει πιο έντονα το ιρλανδικό χρώμα σε σχέση τα υπόλοιπα. Παρ’όλα αυτά, οι Clannad ποτέ δεν μπαίνουν στο πειρασμό να ανεβάσουν πολύ τον ρυθμό και να προκαλέσουν εύκολο εντυπωσιασμό, κάτι που τους διαφοροποιεί από τα περισσότερα ιρλανδικά παραδοσιακά συγκροτήματα. Το “Morning Dew” είναι μια διασκευή στο τραγούδι της Bonnie Dobson, που έγινε περισσότερο γνωστό από τους Grateful Dead και μου πήρε αρκετές ακροάσεις για να συνηθίσω την εκτέλεσή τους. Κι όμως, οι επιτυχία για τους Clannad ήρθε σχεδόν 10 χρόνια αργότερα.

 

Axe – “Music” (1969)

Οι Axe (αναφέρονται επίσης και ως Axe Music και Crystalline) προέρχονται από το Northampton της Αγγλίας, γνωστό στους παίχτες του στοιχήματος από την τοπική ομάδα. Ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη των Axe ήταν και ο Mark Griffiths (κιθάρα), ο οποίος πολύ σύντομα αποχώρησε και αργότερα έγινε μπασίστας των The Shadows. Ηχογραφημένο μέσα σε ένα απόγευμα στα Beck Studios, με μηχανικό ήχου τον Derek Tompkins, το “Music” σίγουρα δεν αποτελεί παράδειγμα άρτιας παραγωγής. Μία από τις 12 acetate κόπιες που τύπωσαν για προωθητικούς λόγους εστάλη στον John Peel, ο οποίος αν και την άκουσε, δεν έπαιξε ποτέ τη μουσική τους στο ραδιόφωνο, επειδή δεν του άρεσαν οι επιρροές τους από τη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ και η καθαρή φωνή της Vivienne Jones. Πράγματι, ακούγονται ως μια πιο heavy εκδοχή των Jefferson Airplane -αν και όχι μόνο αυτό- αλλά δεν καταλαβαίνω που είδε το πρόβλημα ο John Peel. Καθ’όλη τη διάρκεια του album οι ψυχεδελικοί αυτοσχεδιασμοί του υποτιμημένου Tony Barford στην ηλεκτρική κιθάρα είναι απίστευτοι. Τα 38 δευτερόλεπτα του εναρκτήριου “Here to There” δεν αρκούν για να γνωρίσουμε την μουσική τους, αλλά αυτό το τραγούδι θα το συναντήσουμε και στη συνέχεια. Το καταιγιστικό drumming του Steve Gordon στο “Ahinam (take 2)”, κόβει την ανάσα. Δεν έπαιζαν και πολλοί τόσο βαριά το 1969. Το “The Child Dreams” έχει ανάποδα ηχογραφημένα φωνητικά στην αρχή και στο τέλος και τα drums είναι στο ύφος του “Set the Controls for the Heart of the Sun” (1968) των Pink Floyd. Το “A House Is Not a Motel” είναι διασκευή στο τραγούδι των Love από το μνημειώδες “Forever Changes” (1967) album. Το solo του Barford είναι με διαφορά η πιο freak out στιγμή του δίσκου. Αν υπήρχε ψυχεδελόμετρο, εδώ θα έσπαγε όλα τα ρεκόρ. Οι επιρροές από την Δυτική Ακτή είναι φανερές στο “Piece of Mind”. Στην εισαγωγή του instrumental “Dark Vision” συναντάμε Ανατολίτικα στοιχεία και κατά την γνώμη μου είναι το πιο σκοτεινό κομμάτι των Axe. Θα ήταν ιδανικό για soundtrack. Το “Strange Sights & Crimson Nights ” ξεκινάει με ακουστική κιθάρα από τον Roger Hilliard, αλλά όταν μπαίνει ο Barford αλλάζουν τα πάντα. Σε σημεία, παίζει ασύλληπτα heavy για την εποχή. Ως bonus track, υπάρχει μια live εκτέλεση του “Here to There”. Η ύπαρξη φλάουτου ξαφνιάζει ευχάριστα και δίνει έναν folk τόνο στη μουσική τους. Το κιθαριστικό solo που ξεκινάει στο 5.14 είναι τόσο αργό που κάνει τον Slowhand να μοιάζει με Malmsteen. Οι Axe live παίζουν πιο jam-αριστά, μιας και το “Live/Dead” album των Grateful Dead είχε τη μεγαλύτερη επίδραση στις εμφανίσεις τους και προσπαθούσαν να τους μιμηθούν κάθε φορά που έπαιζαν στο Abington Park του Northampton. Δυστυχώς, δεν έγιναν ποτέ δημοφιλείς, αν και άνοιξαν συναυλίες των The Who, Wishbone Ash και Free. Ο υπεύθυνος του venue που έπαιζαν με τους The Who έγινε έξαλλος όταν οι roadies τους, κάρφωναν καρφιά μήκους 18 πόντων στην άψογα γιαλυσμένη σκηνή, για να συγκρατήσουν το drum kit του Keith Moon! Οι μη hipster-άδες οπαδοί των Jex Thoth και Blood Ceremony, να πλησιάσουν. Ευχαριστώ την σοβαρή ιστοσελίδα It’s Psychedelic Baby για τις πληροφορίες σχετικά με τους Axe.

 

Scott Walker – “Scott 4” (1969)

Βιώστε πρώτα την εμπειρία της ακρόασης του “Scott 4” και αργότερα διαβάστε τις παρακάτω γραμμές. Μιλώ εκ πείρας γιατί κι εγώ αν διάβαζα να το περιγράφουν ως “baroque pop”, (βλέπε ΥΓ.3) δεν πρόκειται να το άκουγα ποτέ. Οπότε ακούστε το πρώτα, και μετά διαβάστε γι’αυτό. Στο τέταρτο «κανονικό» solo album του, ο Scott δεν τραγουδάει πλέον μεταφρασμένα τραγούδια του Jacques Brel, αλλά αποκλειστικά δικές του συνθέσεις. Σ’όλα τα τραγούδια δίνει απίστευτες ερμηνείες υπό την συνοδεία ορχήστρας. Το “The Seventh Seal” ξεκινάει με τρομπέτα και flamenco κιθάρα και είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη ταινία του Bergman. Η επιρροή του “Be My Baby” των The Ronettes από το σημείο που μπαίνουν τα drums, είναι αρκετά εμφανής. Το “On Your Own Again” αρχίζει με ακουστική κιθάρα και μετά μπαίνουν τα έγχορδα. Στο ονειρικό “Angels of Ashes” δεν γίνεται να μην εντυπωσιαστείς από την απόδοση της ορχήστρας. Ο Scott τραβάει την προσοχή του ακροατή ακόμα και όταν μουρμουρίζει. Η συναισθηματική ένταση που υποβόσκει στο “Boy Child” είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ταχύτητά του και κάθε νότα μεταδίδει την αγωνία στην ακροατή. Το “Hero of the War” είναι ένα ειρωνικό αντιπολεμικό τραγούδι. Παραδόξως, ο ρυθμός του είναι εύθυμος και στο τέλος ο Scott κάνει ανέμελα scat φωνητικά. Περίμενε άραγε να κάνει επιτυχία με τίτλο τραγουδιού “The Old Man’s Back Again (Dedicated to the Neo-Stalinist Regime)”; Το μπάσο είναι εκπληκτικό και το τραγούδι όπως καταλαβαίνετε αποτελεί κριτική στο γραφειοκρατικό καθεστώς του Μπρέζνιεφ.Το “Duchess” είναι το πιο αγαπημένο μου τραγούδι. Όχι μόνο του album ή του Scott. Γενικά. Η λυρικότητά του από το πρώτο δευτερόλεπτο δεν έχει προηγούμενο. Αν είχα ποτέ την ευκαιρία θα τον ρωτούσα, τι σημαίνει ο στίχος “Makes me feel like a thief when you’re bleeding”; Έχω κάποιες υποψίες… Είμαι σίγουρος ότι θα χαμογελούσε, αλλά δεν ξέρω αν θα μάθω την απάντηση σ’αυτή τη ζωή. Το “Get Behind Me” είναι το μοναδικό rock τραγούδι του album, μετά την ατμοσφαιρική εισαγωγή με την ακουστική κιθάρα. Στο νοσταλγικό “Rhymes of Goodbye” δεν μπορείς να αμφισβήτησεις τους στίχους του. Τα περισσότερα τραγούδια του “Scott 4” αναφέρονται σε χαμένους έρωτες και είναι φανερά τα συναισθήματα της παραίτησης και της αυτολύπησης. Είναι χαρακτηριστικός ο στίχος  “And didn’t you know that I’m not the world’s strongest man?” ή το “Except when it began/ I was so happy/ I didn’t feel like me” στο “Own Your Own Again”. Όπως και το “I am lying, she is crying” στο τέλος του “Duchess”. Θέλει συνειδητά να διαλύσει την εικόνα του άτρωτου pop star και τις αυταπάτες του ρομαντικού ερώτα. Μην ξεχνάτε, βρισκόμαστε στο κραιπαλώδες 1969 και την κορύφωση του flower power κινήματος με το Woodstock κλπ. Δεν ήταν και πολύ συνηθισμένη τότε αυτή η οπτική.

 

Mellow Candle – “Swaddling Songs” (1972)

Σίγουρα το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι στο μοναδικό album που κυκλοφόρησαν οι Ιρλανδοί Mellow Candle είναι το ταλέντο των δύο τραγουδιστριών  τους: της Clondah Simonds και της Alison Williams (αργότερα O’Donnell). Ο συνδυασμός των φωνών τους είναι μοναδικός σε όλα τραγούδια, τα οποία και αποτελούν συνθέσεις των μελών τους συγκροτήματος. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα ξεσηκωτικά “The Poet and the Witch”, “Buy or Beware” και “Boulders on My Grave”, όπου το παραδοσιακό Ιρλανδικό στοιχείο είναι πιο έντονο. Πέρα όμως από τα φωνητικά, η μουσική τους ως σύνολο ταιριάζει απόλυτα μ’αυτά και ρέει τελείως φυσικά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί οι μουσικοί δεν μπαίνουν στη διαδικασία να τα κάνουν εξεζητημένα πράγματα. Προσέξτε το τσέμπαλο της Simonds στο τέλος του “Heaven Heath”. Το “Sheep Season” είναι η καλύτερη απόδειξη του progressive χαρακτήρα τους. Σ’αυτό μου αρέσει πολύ το ευκρινές μπάσο του Frank Boylan. Το αιθέριο “Silversong” έχει ένα ωραίο μελωδικό solo στην κιθάρα και ξανά το ηλεκτρικό μπάσο τραβάει την προσοχή.  Στο “Reverend Sisters”, γραμμένο από την Simonds,  τα φωνητικά συνοδεύει μόνο ένα πιάνο και είναι εμπνευσμένο από την εποχή που πήγαινε σε καθολικό σχολείο και φανταζόταν τον κόσμο πέρα από τους τοίχους του. Σ’αυτό το σχολείο γνώρισε και την Alison O’Donnell (τότε Bools) και σχημάτισαν τους Mellow Candle. Την πρώτη φορά που άκουσα το τραγούδι, χωρίς να ξέρω λεπτομέρειες για το συγκρότημα, αναρωτήθηκα αν το έχει ακούσει ο Steven Wilson, επειδή μου θύμιζε αρκετά την τεχνοτροπία του (πχ. το “Collapse the Light into Earth”). Αργότερα είδα ότι η Simonds είναι αυτή που τραγουδάει στο “Significant Other” από το “Insurgentes” album του! Δυστυχώς όταν κυκλοφόρησε το 2008 και το άκουσα, το όνομα Clondah Simonds δεν μου έλεγε κάτι. Νόμιζα ότι ήταν απλά μια άγνωστη. Το “Break Your Token” έχει γρήγορο ρυθμό και το drumming του Σκωτσέζου William Murray είναι αξιοσημείωτο. Ήταν drummer του Kevin Ayers πριν μπει στο συγκρότημα και αργότερα συνεργάστηκε με τον Mike Oldfield, όπως έκανε και η Simonds. Η οποία έγραψε το “Lonely Man” σε ηλικία 12 ετών! Έχει πιο jam-αριστό ύφος και ένα ουσιαστικό κιθαριστικό solo από τον David Williams, σύζυγο της Alison. Στην επανέκδοση σε CD του 2004, υπάρχουν ως bonus δύο τραγούδια από το 1968: το πρώτο τους single “Feelin’ High” με το b-side, “Tea with the Sun”. Και τα δύο είναι σε διαφορετικό ύφος, επηρεασμένα από τους The Mamas & the Papas. Το “Feelin High” είναι σχετικά σκοτεινό και ψυχεδελικό, και μ’αρέσει περισσότερο από το “Tea with the Sun”. Παραγωγός του “Swaddling Songs” ήταν ο Dave Hitchcock που ήταν παραγωγός στα καλύτερα albums των Camel και των Caravan. Εκείνη την εποχή είχαν τον ίδο manager με τους Thin Lizzy, τον Ted Carroll. Με τους Thin Lizzy τους ένωναν πολλά: είχαν κάνει κοινές περιοδείες, η Simonds έπαιξε τσέμπαλο και mellotron στο δεύτερο album τους, “Shades of a Blue Orphanage” (1972) και η Alison παντρεύτηκε τον David Williams, την ίδια μέρα που οι Mellow Candle άνοιξαν την συναυλία των Thin Lizzy στο Εθνικό Στάδιο του Δουβλίνου.  Δυστυχώς, όταν κυκλοφόρησε το “Swaddling Songs” πέρασε απαρατήρητο, παρά τις περιοδείες με τους Genesis, Curved Air και Lindesfarne. Με τα χρόνια όμως το ανακάλυψαν αρκετοί και πλέον θεωρείται κλασικό στο progressive folk.

 

Junipher Greene – “Friendship” (1971)

Το να κυκλοφορεί διπλό (2 LP’s) ντεμπούτο ένα Νορβηγικό progressive rock συγκρότημα το 1971, είναι σίγουρα δείγμα αυτοπεποίθησης, αν λάβουμε υπ’όψιν και το γεγονός ότι η rock σκηνή της χώρας τους τη δεκαετία του ‘70s υπολειπόταν της αντίστοιχης Σουηδικής και Φινλανδικής. Η παραγωγή του “Friendship” είναι πολύ καθαρή, καθόλου «φορτωμένη» και η διάρκειά του κυλάει ευχάριστα. Οι συνθέσεις έχουν μεγαλή ποικιλία και δεν επαναλαμβάνονται. Αυτό που μου έκανε εντύπωση από τις πρώτες ακροάσεις είναι ο ρόλος του Hammond στην μουσική τους, το όποιο σε κάθε τραγούδι κάνει αισθητή την παρουσία του.  Όσοι είστε οπαδοί του συγκεκριμένου οργάνου και των μουσικών που διέπρεψαν σ’αυτό, δεν πρόκειται να μείνετε ασυγκίνητοι. Το “Try to Understand” είναι πιασάρικο, με ισορροπία ανάμεσα στα όργανα και ένα solo από το φλάουτο. Το “Witches’ Daughter” είναι περισσότερο ρυθμικό και στο 1.22 αρχίζει ένα ωραίο κιθαριστικό solo. Το “Music for Our Children” ξεκινάει αργά με μελωδική ψυχεδέλεια à la Beatles και καλοηχογραφημένα φωνητικά. Στο 2.37 ο ρυθμός ανεβαίνει και δυο κιθάρες παίζουν ένα πολύ εθιστικό solo, με τη δεύτερη να βρίσκεται πιο «πίσω» και μην ακούγεται συνέχεια. Θα το περιέγραφα ως το “While My Guitar Gently Weeps” των Junipher Greene. Μ’αρέσουν τα drums στο βαρύ “A Spectre Is Haunting the Peninsula”. Στο “Sunrise/Sunset” φανταστείτε τους πρώιμους Deep Purple χωρίς τον Blackmore. Δεν θα έγερνε εντελώς η μουσική τους προς την πλευρά του Lord; Αυτό ακριβώς συμβαίνει και εδώ, με τον Helge Grøslie να θυμίζει υπερβολικά τον εκλιπόντα θρύλο του Hammond. Στο “Magical Garden” δύο μέλη τραγουδούν τραυτόχρονα. Το solo στην ηλεκτρική κιθάρα στο 3.34 τα σπάει! Η ιδέα για τη φυσαρμόνικα μάλλον οφείλεται στο “Roadhouse Blues” των Doors. Η βαριά σκιά των Beatles της τελευταίας περιόδου, είναι και πάλι παρούσα στο “Autumn’s Diary”, που περιέχει και ένα μη φιγουρατζίδικο solo στην κιθάρα.  Στο “Maurice” αναδεικνύεται η folk πλευρά των Νορβηγών, με το φλάουτο να ορίζει το κομμάτι. Το ακούς και σκέφτεσαι το “Principe di un giorno” των αγαπημένων Celeste, που όμως ηχογραφήθηκε 5 χρόνια αργότερα!  Στο μικρό σε διάρκεια “Attila’s Belly-Dance” το Hammond προσπαθεί να «μιλήσει» και προσφέρει ένα χιουμοριστικό τόνο, μέχρι να δώσει την θέση του στο “Prelude: Take the Road Across the Bridge”, το οποίο για να είμαι ειλικρινής δεν το ανέμενα τόσο funky. Χωρίς αμφιβολία, τα υπόλοιπα 20 λεπτά της δεύτερης πλευράς του δεύτερου album, είναι ό,τι πιο φιλόδοξο και ριζοσπαστικό επιχείρησε το συγκρότημα. Μαζί με τα υπόλοιπα όργανα υπάρχει κι ακουστική κιθάρα, αλλά το αγαπημένο μου σημείο είναι στο 12.00 που ξεκινάει ένα νέο κιθαριστικό solo και πριν αυτό τελειώσει, αρχίζει να σολάρει α-πί-στευ-τα το Hammond, και χάνεται σταδιακά η κιθάρα. Αυτό το solo καταλήγει σε χαοτικούς space (ή avant-garde) ήχους, για να μπουκάρει πάλι το Hammond στο 15.47, θυμίζοντας εκπληκτικά τον Vincent Crane (Atomic Rooster). Στην συνέχεια το Hammond κινείται σε πιο νορμάλ πλαίσια και η ερμηνεία των φωνητικών που κλείνει το progressive έπος, είναι άκρως συναισθηματική, ειδικά στον στίχο “through hardship and sorrow”. Να αναφέρω ότι το επαναλαμβανόμενο εφέ της μπουνιάς δεν είναι τόσο αληθοφανές όσο στο “Clara” από το αριστουργηματικό “The Drift” του Scott Walker, 35 χρόνια αργότερα. Εκεί ρίχνανε μπουνιές σε κομμάτια κρέατος στο studio, όπως βλέπουμε και στο ντοκιμαντέρ για τον Scott, “30 Century Man” (με executive producer τον David Bowie). Αν είσαι οπαδός του progressive rock, του Hammond και των καλλιτεχνών που αναφέρθηκαν (συν τους Jethro Tull), πρέπει να ακούσεις το “Friendship”.

 

Marco Antônio Araújo – “Lucas” (1984)

Και μόνο το γεγονός ότι σε προηγουμένο δίσκο είχε τραγούδι με τίτλο “Floydiana”, είναι αρκετό για να συμπαθήσω τον Βραζιλιάνο Marco Antônio Araújo. Αυτό είναι το τέταρτο και τελευταίο studio album, που κυκλοφόρησε ο σπουδαίος μουσικός, ο οποίος πέθανε το 1986 σε ηλικία 36 ετών. Το 16-λεπτο “Lembranças” είναι μία από τη σπουδαιότερες συνθέσεις της progressive μουσικής. Ακούγονται διάφορα μουσικά όργανα, και όχι μόνο η ακουστική κιθάρα του, που ήταν και το κύριο όργανό του. Σίγουρα, η κορυφαία στιγμή είναι μετά το 9.02 που αρχίζει και σολάρει στην ηλεκτρική κιθάρα. Η ενορχήστρωση που έγινε από τον ίδιο, είναι εκπληκτική και οι οπαδοί του απαιτητικού, αντι-τουριστικού progressive καλό θα ήταν να το ακούσουν.Το “Caipira” έχει και κι αυτό ηλεκτρική κιθάρα και drums, άλλα είναι πιο περίεργο: Μοιάζει να τελειώνει 10 φορές. Και εκεί που νομίζει ότι τελείωσε, ρίχνει άλλο ένα τέλος, κ.ο.κ . Ίσως διαφωνήσουν κάποιοι, αλλά το “Lucas” το θεωρώ ως εμπνευσμένη instrumental διασκευή του “Angels of Ashes” του τεράστιου Scott Walker. Το “Para Jimmy Page” είναι αφιερωμένο στον μεγάλο κιθαρίστα (και εξίσου μεγάλο κλέφτη). Εδώ το λάμπει το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Araújo στην ακουστική κιθάρα. Παίζει πιο γρήγορα και σε σημεία πιο επιθετικά απ’ότι στο υπόλοιπο album, παρόλα αυτά το παίξιμό του θυμίζει περισσότερο Al Di Meola παρά Jimmy Page. Το πρώτο από τα τρία bonus tracks, είναι το “Brincadeira” με το φλάουτο να συνοδεύει την ακουστική κιθάρα και να δημιουργεί μια αρκετά βουκολική ατμόσφαιρα. Στο πρώτο μισό του μελαγχολικού “Cavaleiro” δίπλα στην ακουστική κιθάρα υπάρχει φλάουτο, και στο δεύτερο μισό, βιολί. Τα «Αααα» στο 3.45 βγάζουν ένα λυτρωτικό συναίσθημα και είναι η μοναδική φορά που ακούγονται φωνητικά οποιουδήποτε είδους στο album. Το “3rd Gymnopédie” είναι ένα εκπληκτικό -αν και θλιμμένο- κομμάτι,  με το παίξιμο του Araújo να είναι εντελώς μινιμαλιστικό και να δίνει χώρο στο βιολί. Με λίγα λόγια, ο Araújo καταφέρνει να αγγίξει πολύ υψηλά επίπεδα ποιότητας τόσο με πολύπλοκες, μακροσκελείς progressive συνθέσεις, όσο και παίζοντας απλά δυο νότες. Και όλα αυτά συνέβησαν το σκοτεινό για progressive rock 1984, όταν ακόμα και οι πρωτοπόροι του ιδιώματος παίζανε disco, pop ή είχαν διαλυθεί. Αν έχετε τον χρόνο και τη διάθεση να ακούσετε κατά βάση ακουστικό instrumental progressive, θα ανταμειφθείτε.

 

The Gun – “The Gun” (1968)

Οι ρίζες των The Gun βρίσκονται στους The Knack (βλέπε ΥΓ.4), οι οποίοι είχαν αξιόλογη πορεία στη βρετανική underground σκηνή και είχαν εμφανιστεί αρκετές φορές στο θρυλικό UFO Club. Με την προσχώρηση του Adrian Gurvitz (κιθάρα, πραγματικό επίθετο: Curtis) και την αποχώρηση των Kenworth (μπάσο) και Mycroft (πλήκτρα), μετονομάζονται σε The Gun. Ταυτόχρονα, ο Paul Gurvitz, αδερφός του Adrian, μετακινείται στο μπάσο. Βαθιά επηρεασμένοι από τους Cream και όχι μόνο, κυκλοφορούν το 1968 το ντεμπούτο τους με εξώφυλλο από τον Roger Dean στην πρώτη του δουλειά. Το μοναδικό τους hit ήταν το εναρκτήριο “Race with the Devil” με το πωρωτικό riff και τα υπερβολικά θεατρικά γέλια. Ο Jimi Hendrix έπαιξε το riff κατά την εμφάνισή του στο Isle of Wight Festival, παρουσία του φίλου του, Adrian Gurvitz. Αργότερα το διασκεύασαν και οι Judas Priest και Girlschool. Τα πνευστά δίνουν ένα διαφορετικό χρώμα στο “The Sad Saga of the Boy and the Bee”, ενώ η δυσαρμονία που παίζει η ορχήστρα, οφείλει την ύπαρξή της στο “A Day in the Life” των Beatles. Πρώτη φορά ακούω ορχήστρα να παίζει τόσο γρήγορα! Στο instrumental “Rupert’s Travels” συναντάμε τον συνδυσμό ορχήστρας και ακουστικής κιθάρας με flamenco ηχοχρώματα, όπου ο Adrian αποδεικνύει το πολύπλευρο ταλέντο του. Το “Yellow Cab Man” έχει ένα αφηνιασμένo solo στην κιθάρα και μονότονα drums. Το “It Won’t Be Long” ξεκινάει με βαβούρα. Μετά μπαίνουν τα drums, η κιθάρα παίζει ένα απλό riff και δυο στίχοι επαναλαμβάνονται συνεχώς. Ο προφανής σκοπός τους είναι να δημιουργήσουν ένα ευκολομνημόνευτο συναυλιακό hit. Το “Sunshine” έχει πνευστά και πολύ ωραία φωνητικά και θυμίζει Δυτική Ακτή των ΗΠΑ. Ο Adrian παίζει ένα ακόμη υπέροχο, μεγάλο σε διάρκεια, solo. Τα βραχνά φωνητικά του Paul είναι σχεδόν συγκινητικά στο ανθεμικό “Rat Race”. Τα χορωδιακά δεύτερα φωνητικά είναι επίσης εξαιρετικά. Ίσως είναι το καλύτερο τραγούδι του album. Ήταν το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Adrian σε πιάνο. Συγκεκριμένα το έγραψε στο παλιό πιάνο της μητέρας του και όταν έκαναν το δίσκο το επέλεξαν ανάμεσα σ’ αυτά που χρησιμοποίησαν. Το άκρως ψυχεδελικό “Take Off” ξεκινάει με μια φωνή να μετράει αντίστροφα σε διάφορες γλώσσες. Μ’αρέσει ιδιαίτερα ο ήχος του μπάσου του Paul Gurvitz. Τα φωνητικά είναι «πειραγμένα» και υπάρχει και ένα μακροσκελές drum solo στη μέση. Πιστεύω αν είχε υπάρξει λίγη «κοπτοραπτική» στο τραγούδι, το αποτέλεσμα θα ήταν ακόμα καλύτερο. Ελάχιστοι είχαν παίξει πιο heavy πριν από αυτούς, γι’αυτό και είναι πολύ σημαντική η σημασία αυτού του album στην ιστορία του σκληρού ήχου. Ο συνδυασμός μάλιστα ορχήστρας και fuzz-αριστής κιθάρας ήταν κάτι πρωτοποριακό για το 1968. Μετά την ακρόασή του καταλήγεις σε δύο συμπεράσματα: 1) πόσο υποτιμημένος κιθαρίστας ήταν ο Adrian Gurvitz και 2) πόσο καραγκιόζηδες είναι όσοι λένε ότι οι Black Sabbath γέννησαν τα πάντα, λες και δεν υπήρχε (πολύ) βαριά μουσική πριν απ’ αυτούς. Υπάρχει βέβαια και το ενδεχόμενο να μην το πιστεύουν, αλλά να το λένε απλά για να χαϊδέψουν αυτιά.

 

Samla Mammas Manna –“ltid” (1973)

Ανάμεσα στην πρώτη φουρνιά του ένδοξου RIO (Rock In Opposition) συναντάμε και τους Σουηδούς Samla Mammas Manna. Στην μουσική τους υπάρχει τόσο πυκνή δράση που κάθε απόπειρα να περιγραφεί λεπτομερώς, είναι ατελής. Το πνεύμα του Frank Zappa είναι πανταχού παρόν και οι ψαγμένοι φίλοι της avant-garde, progressive και fusion μουσικής, θα βρουν εδώ την αντισυμβατικότητα και τον ριζοσπαστισμό που ζητούν. Οι μουσικές ικανότητές τους είναι αδιαμφισβήτητες και το περίεργο είναι ότι παίζουν έτσι χωρίς να ξέρουν να διαβάζουν νότες! Η μόνη ένσταση που μπορεί να υπάρξει από κάποιους αφορά τα φωνητικά και την αίσθηση του χιούμορ τους. Οι mellotron-λάγνοι και όχι μόνο, θα ικανοποιηθούν στο  “Dundrets Fröjder” όπου χάνεται η μπάλα. Ο νέο-εισερχόμενος κιθαρίστας Coste Apetrea  παίζει ένα πολύ «προχώ» solo στο 9.09. Τα απερίγραπτα φωνητικά στο “Oförutsedd F¢rlossning” είναι χαρακτηριστά της άποψης που έχουν οι SMM γι’αυτά. Ο Hollmer δείχνει ξανά το εύρος του ταλέντου του. Το “Den återupplivade Låten” το έκλεψαν από το “R.I.P. (Requiescant in Pace)” που βρίσκεται στο ντεμπούτο (1972) των Banco del Mutuo Soccorso. Η απαλλοτροίωση είναι τόσο εμφανής που σε σημεία περιμένω να μπουν τα φωνητικά του τεράστιου Francesco Di Giacomo. Πιθανότατα θα σκέφτηκαν οι SMM: «Πόσοι έχουν ακούσει τους Banco στη Σουηδία του 1973;». Η ακουστική κιθάρα κυριαρχεί στο “Folkvisa I Morse”, που έχει και μουρμουριστά φωνητικά. Μπορεί κάποιος να διακρίνει σ’αυτό τις επιρροές τους από την παραδοσιακή μουσική. Το “Tärningen” έχει Yes τεχνοτροπία και  το ύφος της ηλεκτρικής κιθάρας είναι πολύ μελετημένο. Αγαπημένο πολύπλοκο δεξιοτεχνικό progressive rock. Στο πανηγυρτζίδικο“Svackorpoängen” τραγουδούν όλοι μαζί. Στα αγγλικά θα το χαρακτήριζαν “circus-like”. Το “Minareten” έχει πρώτης ποιότητας fusion χαρακτήρα και δεν δίνει πολύ χώρο για χαβαλέ. Το “Værelseds Tilbud” ξεκινάει σαν αυτοσχεδιασμός. Μ’αρέσει ο μελαγχολικός ήχος του πιάνου. Τα παρακάτω είναι bonus tracks: To “Minareten II” έχει blues εισαγωγή και το φωνητικό ξέσπασμα από το 3.05 χρωστάει σχεδόν τα πάντα στο αντίστοιχο του Damo Suzuki στο “Peking O” από το “Tago Mago” των Can (1971). Στα τελευταία του δευτερόλεπτα rock-άρουν. Το “Probably the Probably” έχει εναλλαγές στην ένταση. Στο “Samlajass 72/Lyckliga Titanic” ο Hollmer παίζει γρήγορα στο πιάνο, αλλά προσωπικά μου έκανε εντύπωση το jazz drumming του Hasse Bruniusson (αργότερα στους Flower Kings) παρά την κακή ποιότητα ηχογράφησης. Το “Karlek Tralala 73/Drumfailure Opera 75” δυστυχώς υπάρχει στην έκδοση που έχω. Στις περισσότερες δεν ύπαρχει. Οι SMM κάνουν κατά κάποιον τρόπο stand-up comedy. Απευθύνονται στο κοινό, λένε το «λα-λα» σε διάφορους τόνους, κάνουν κάποια οπερετικά φωνητικά και στο 3.30 για λίγα δευτερόλεπτα ένας τραγουδάει ακριβώς σαν το “Lieber Honig” από το ντεμπούτο των NEU! (1972). Το κομμάτι δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα αστείο, αν και δεν γνωρίζω την μητρική τους. Από Σουηδικά ξέρω μόνο το «για έλσκαρ ντέι»  (“jag älskar dig”). Πώς να μην είσαι μετά εναντίον των επιπλέον κομματιών στα albums;

 

Sunbirds – “Sunbirds” (1971)

Το πρώτο πράγμα που διάβασα εντελώς τυχαία γι’αυτούς, περιέγραφε τι μουσική τους ως «βαθιά σαν τους Mahavishnu Orchestra, spacey σαν το “Bitches Brew” (του Miles Davis) και σκυθρωπή σαν τους Goblin». Αυτό ήταν. Επειδή είμαι πάρα πολύ περίεργος άνθρωπος, άρχισα κατευθείαν να ψάχνω το album στα zip-άδικα. Με επίκεντρο τον Γερμανό jazz drummer, Klaus Weiss (επίσης στους Niagara) και έδρα το Μόναχο αυτό το πολυεθνικό jazz fusion συγκρότημα κυκλοφόρησε το πρώτο του album το 1971. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Αυστριακός πιανίστας Fritz Pauer παρουσίασε κάποιες συνθέσεις του στον Weiss, ο οποίος ενθουσιάστηκε και αποφάσισαν να τις ηχογραφήσουν με ένα καινούργιο συγκρότημα. Τα υπόλοιπα μέλη είναι ο Βέλγος κιθαρίστας Philip Catherine, γνωστός από τις μετέπειτα συνεργασίες του με τους Larry Coryell και Chet Baker, ο σπουδαίος Αμερικανός μπασίστας Jimmy Woode (Duke Ellington, Charlie Parker, Miles Davis) και ο Ολλανδός Ferdinand Povel στο φλάουτο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το album ηχογραφήθηκε σε μια μόνο μέρα (24/8/1971) στα Union Studios του Μονάχου με μηχανικό ήχου τον Reinhold Mack, αργότερα παραγωγό των Queen και των Black Sabbath στο “Dehumanizer”. Επειδή τα περισσότερα τραγούδια είναι γραμμένα σε Μι ματζόρε ή Μι μινόρε και η Μι αποκαλείται «νότα του ήλιου» στον εσωτερισμό, γι’αυτό υπάρχουν τίτλοι όπως “Sunrise”, “Spanish Sun”, “Sunshine” και “Sunbirds”. Παρότι και οι 5 μουσικοί είναι άριστοι ο καθένας στο όργανό του, πιστεύω ότι ο πιανίστας Fritz Pauer είναι ο κορυφαίος του album. Το βαρύ, spacey “Sunrise” ξαφνιάζει ευχάριστα. Το “Spanish Sun” ξεκινάει μελαγχολικά με φλάουτο και μπάσο αλλά στην συνέχεια το Hohner Electra πιάνο του Pauer κλέβει την παράσταση. Σε σημεία, σε πιάνει νευρικό γέλιο από την τελειότητα του τραγουδιού. Προσέξτε από το 5.15 του “Sunbirds” τον όξινο ήχο της κιθάρας του Katherine. Στο πιο χαλαρό “Blues for D.S” που αποτελεί σύνθεση του βετεράνου μπασίστα Jimmy Woode, κυριαρχεί το φλάουτο. Στην επανέκδοση σε CD από την Garden of Delights εκτός από το πολύ χρήσιμο booklet, υπάρχουν δύο επιπλέον τραγούδια. Στο 10-λεπτο “Dreams” αισθάνεσαι μια υφέρπουσα απειλή. Το τραγούδι είναι σύνθεση και των 5 μελών και απλά δεν χωρούσε στην έκδοση σε βινύλιο. Το εθιστικό “Fire Dance” δεν κατανοώ γιατί  απορρίφθηκε και ηχογραφήθηκε ξανά για το δεύτερο album τους, “Zagara” (1972). Ο Philip Catherine παίζει σ’αυτό ένα απίστευτο solo στην κιθάρα! Οι φίλοι των Embryo είμαι σίγουρος ότι θα εκτιμήσουν αυτό το album. Δισκάρα!

 

Andromeda – “Andromeda” (1969)

Οι Andromeda ήταν ένα νέο power trio συγκρότημα όταν ο John Peel τους προσκάλεσε να ηχογραφήσουν στις 29 Οκτωβρίου 1968 για την ραδιοφωνική εκπομπή του στο BBC Radio One. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος με την μουσική τους που θα ήταν οι πρώτοι που θα κυκλοφορούσαν album για την δισκογράφικη του εταιρία, Dandelion Records. Δυστυχώς άλλαξε ξαφνικά γνώμη και αποφάσισε ότι δεν του αρέσουν. Τελικά οι Andromeda υπέγραψαν με την RCA που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους. Με πρόθεση να παίξουν επιθετικά και επηρεασμένοι από τους Cream και την δυναμική των Spirit στα live τους (βλέπε ΥΓ.5), η μουσική τους είναι heavy psych με πρώιμες progressive και κλασσικές επιρροές. Μην ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε στο κραιπαλώδες έτος 1969: Τον Οκτώβριο οι King Crimson κυκλοφορούν το “In the Court of the Crimson King” album, οι Black Sabbath δεν έχουν ακόμα δισκογραφική παρουσία,  και ο τρόπος που σολάρει ο τεράστιος John Du Cann (όπως και ο Alvin Lee) θα περάσουν πολλά χρόνια για να χαρακτηριστεί “shredding”. Είναι γεγονός ότι ο Du Cann (αργότερα Atomic Rooster, Hard Stuff) σε όλα του τα συγκροτήματα μ’αρέσει περισσότερο ως κιθαρίστας παρά ως τραγουδιστής. Η βαρύτητα του “Too Old” καθιστά σαφές στον ακροατή το ύφος των Andromeda και κλείνει με την κιθάρα να γκαζώνει. Το ογκώδες μπάσο του υποτιμημένου Mick Hawksworth (αργότερα Fuzzy Duck, Jimmy McCulloch, Alvin Lee & Ten Years Later) ξεχωρίζει στο “Day of the Change”. Το ανάλαφρο “Now the Sun Shines” δεν ταιριάζει καθόλου με τα υπόλοιπα τραγούδια. Κάθε φορά που το ακούω έρχεται στο νου μου το εξώφυλλο του μεταγενέστερου “Love Beach” (1978) των Emerson, Lake & Palmer. Το σημείο στο 1.50 του “Turns to Dust” το απαλλοτρίωσαν αγέρωχα οι Rush για την εισαγωγή του “Xanadu” (1977). Στο 5.21 o σπουδαίος Du Cann παίζει ένα φρενήρες solo. Μόνο τα δεύτερα φωνητικά με χαλάνε σ’αυτή την τραγουδάρα. Η αρχή του “Return to Sanity” είναι σαφής παραλλαγή στο “Mars, the Bringer of War” του Holst, με εμβατηριακά drums και στην συνέχεια ένα καταιγιστικό κιθαριστικό solo. Το “The Reason” που αποτελεί σύνθεση του Hawksworth, αν και έχει αδύναμα φωνητικά, κοπανάει αβασάνιστα. Το μελωδικό “I Can Stop the Sun” ουσιαστικά προλογίζει το “When to Stop”, που χωρίζεται σε τρία μέρη και δείχνει το progressive πνεύμα τους. Σύμφωνα με τον Hawksworth, είναι το απόλυτο κομμάτι του συγκροτήματος. Ένα κιθαριστικό solo αρχίζει στο 3.45 και για ενάμιση λεπτό προσφέρει απίστευτη πώρωση, ξεπερνώντας άνετα το όριο όπου το hard γίνεται heavy. Ταυτοχρόνως, το μπάσο είναι ακόμα πιο πωρωτικό. Και ξαφνικά μόλις τελειώνει το solo, μπαίνει ακουστική κιθάρα που παίζει μια παραλλαγή στο “Adagio” από το “Concierto de Aranjuez” του Joaquín Rodrigo. Τα παρακάτω είναι bonus tracks: το “Go Your Way” κυκλοφόρησε ως single το 1969 και η μουσική του θυμίζει πολύ το αγαπημένο “Night of Fear” (1966) των The Move, που με την σειρά του είναι «δανεισμένο» από το “1812 Overture” του Tchaikovsky.  Βασικά, αυτό που διαφοροποιεί τους Andromeda είναι μια (Ιρλανδική;) folk μελωδία. Το “Keep Out ‘Cos I’m Dying” που βρισκόταν στη δεύτερη πλευρά του single, είναι επηρεασμένο από τους Doors και έχει ένα ακόμα εντυπωσιακό solo. Τα φωνητικά του “Garden of Happiness” είναι αρκετά pop, αλλά η κακή ηχογράφηση και το ξερό μπάσο, προσθέτουν ένα είδος νοσηρότητας. Το πολύ καλό “Exodus” είναι instrumental και μοιάζει με διασκευή σε ένα φανταστικό  κινηματογραφικό μουσικό θέμα. Είναι κρίμα που παρέμεινε ακυκλοφόρητο για 25 χρόνια. Το “Journey’s End” είναι το τρίτο μέρος του “When to Stop” (αυτό με την flamenco κιθάρα) και εδώ προσφέρεται σε διαφορετική μίξη. To “Let’s All Watch the Sky Fall Down” έχει fuzz-αριστή κιθάρα και εξαιρετικά Bevan-ικά drums από τον Ian McLane. Το “Darkness of Her Room” «πατάει» αρκετά στο “With a Little Help from My Friends” στην εκτέλεση του Joe Cocker. Το “See Into The Stars” πρόκειται για ένα blues jam-άρισμα και ο Du Cann παίζει ένα μακροσκελές solo. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι θα ακούγονταν και τα –κατά πλειοψηφία χαμένα-  jam-αρίσματα του Frank Marino (Mahogany Rush) με τον Steve Marriott (Small Faces, Humble Pie). Δυστυχώς, οι Andromeda δεν κυκλoφόρησαν άλλο album, επειδή ο Du Cann εντάχτηκε στους Atomic Rooster. Γι’αυτό και τα επιπλέον τραγούδια της επανακυκλοφορίας, έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αν θέλετε να ακούσετε πραγματικά βαριά ψυχεδέλεια ηχογραφημένη το 1969, το ντεμπούτο των Andromeda είναι ιδανική περίπτωση. Φυσικά, οι Black Sabbath δεν δημιούργησαν τα πάντα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι έγκριτοι λόγω ημιμάθειας ή για να χαϊδέψουν αυτιά. Υπήρχε πολύ-πολύ βαριά μουσική πριν απ’ αυτούς (Cream, The Gun, Blue Cheer, Andromeda, High Tide, από τραγούδια το “You Really Got Me” των Kinks, το “Helter Skelter” των Beatles, το “The Nile Song” των Pink Floyd κ.ά).

 

Groundhogs – “Split” (1971)

Τα backing tracks για την πρώτη πλευρά του “Spit” είχαν ήδη ηχογραφηθεί, αλλά δεν υπήρχαν ακόμα οι στίχοι. Τότε, ο ηγέτης των Groundhogs, Tony (T.S) McPhee, θυμήθηκε μια κρίση πανικού που είχε περάσει και αποφάσει να γράψει γι’αυτό το συμβάν. Ο εξαιρετικός μηχανικός ήχου Martin Birch (Jeff Beck Group, Deep Purple, Fleetwood Mac) ήταν αυτός που τον ενθάρρυνε, επειδή είχε βιώσει κι ο ίδιος ανάλογη εμπειρία. Το wah-wah της κιθάρας του McPhee κυριαρχεί στο “Split Part 1”. Το “Split Part 2” είναι πιο ρυθμικό και βασίζεται σε riffs. Τα μονοκόμματα drums του Ken Pustelnik στο 2.50 είναι άκρως πωρωτικά. Το “Split Part 3” είναι το πιο αδύναμο από τα τέσσερα μέρη του “Split”. Στην space εισαγωγή ακούμε Hammond και είναι το μόνο τραγούδι που υπάρχει ακουστική κιθάρα. Στο 2.10 του “Split Part 4” ξεκινάει ένα solo στην κιθάρα, στην πορεία μπαίνουν κι άλλες κιθάρες, και κλείνει με ψυχεδελικούς αυτοσχεδιασμούς. To εθιστικότατο “Cherry Red” και είναι το μοναδικό τραγούδι του album που είχε παιχτεί live πριν ηχογραφηθεί. Ο McPhee το έγραψε στην Γερμανία το 1969 και σ’αυτό τραγουδάει falsetto, ενώ ο  Pete Cruikshank οργιάζει στο μπάσο. Διαβάζω ότι τον συγκεκριμένο heavy blues ύμνο, τον έχουν διασκευάσει οι Earthless. Δεν τους ξέρω, αλλά καλά έκαναν. Στο “A Year in the Life” που είναι εμπνευσμένο από το “A Day in the Life” των Beatles, απουσιάζει συνειδητά η γνώριμη επιθετικότητα των Groundhogs και τα φωνητικά είναι ράθυμα.  Το “Junkman” μιλάει για το funk food, πριν ακόμα καθιερωθεί ο όρος. Το noise μέρος στο τέλος οφείλεται στο “Free Form Guitar” από το ντεμπούτο (1969) των Chicago Transit Authority (μετέπειτα Chicago), και δεν θα έλεγα ότι με ενθουσίασε. Το “Groundhog” αποτελεί φόρο τιμής στον John Lee Hooker, τον οποίοι οι Groundhogs είχαν συνοδεύσει στην Βρετανική περιοδεία του το ’64, και αργότερα συνεργάστηκαν και δισκογραφικά. Σηματοδοτεί επίσης την επιστροφή τους στην straight blues φόρμα, που είχαν εγκαταλείψει από το “Blues Obituary” (1969) για έναν βαρύτερο -αλλά πάντα βασισμένο στα blues- ήχο, μόλις το δεύτερο “blues boom” κίνημα με μπροστάρη τον Peter Green (βλέπε ΥΓ.6) των Fleetwood Mac αποδείχτηκε βραχύβιο. Η μπότα των drums μοιάζει με κουβά, και είναι ό,τι πιο μινιμαλιστικό κρουστό έχω ακούσει. Η πολύ ταιριαστή φωτογραφία στο εξώφυλλο του “Split” τραβήχτηκε στο Yorkshire Folk, Jazz & Blues Festival από τον Chris Richardson. Αν και σχετικά ξεχασμένο σήμερα, το “Split” έφτασε μέχρι το Νο.5 στα Βρετανικά charts και οι Groundhogs εμφανίστηκαν στο Top of the Pops παίζοντας το “Cherry Red”. Στην συνέχεια, ο Mick Jagger ενώ είχε πάει ένα δει άλλο συγκρότημα που προόριζε για support των Rolling Stones στην Βρετανική περιοδεία τους το 1971, εντυπωσίαστηκε με τους Groundhogs που έπαιζαν την ίδια βραδιά, και προσκάλεσε αυτούς τελικά. Εγώ πάντως φθονώ τον τύπο από το rateyourmusic που είδε τους Groundhogs στο Sheffield μόλις κυκλοφόρησε το “Split”, με support τους Sensational Alex Harvey Band, οι οποίοι και έσβησαν τους Hogs. [Προστέθηκε 1/2/2017]

 

Fuzzy Duck – “Fuzzy Duck” (1971)

Το ντεμπούτο των Fuzzy Duck χαίρει μεγάλης εκτίμησης ανάμεσα σ’αυτούς που ψάχνουν χαμένους rock θυσαυρούς της συγκεκριμένης εποχής. Αυτό που αρχικά μου έκανε εντύπωση στο album και συγκεκριμένα στην επανέκδοση του 1993 από την Repertoire, είναι ο μέτριος ήχος της ηχογράφησης και τα εξίσου μέτρια φωνητικά. Αυτό ισχύει για τα τραγούδια που βρίσκονται στην αρχική κυκλοφορία. Αντίθετα, τα bonus tracks έχουν πολύ καλύτερα φωνητικά και επίσης καλύτερο ήχο. Η ποιότητα τους όμως είναι σαφώς κατώτερη και με πιο εμπορική στόχευση. Αυτό δεν γίνεται να μην σε εκνευρίσει λίγο. Βέβαια στην πορεία συνηθίζεις και τον ήχο και τα φωνητικά των αρχικών τραγουδιών. Η μουσική των Fuzzy Duck χαρακτηρίζεται από τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχει το Hammond του Roy Sharland και οι περισσότεροι την περιγράφουν ως “heavy prog”. Στο “Time Will Be your Doctor” το Hammond σολάρει στο 1.40 και η κιθάρα στο 3.50. Το “Mrs Prout” είναι το αγαπημένο μου τραγούδι του album. Ο τόνος των φωνητικών είναι αντίστοιχος αυτού που είχε ο Scott Walker στο “Hero of the War”, δυστυχώς όμως ο Grahame White δεν έχει την χροιά του Scott. Τα αυθάδες μπάσο του εξαιρετικά υποτιμημένου Mick Hawksworth (Andromeda, Jimmy McCullogh, Alvin Lee & Ten Years Later) βγάζει μάτια εδώ. Το “Just Look Around You” έχει άλλο ένα Hammond solo. Στο 1.20 του “Afternoon Out” ακούμε ντέφι και στην συνέχεια η κιθάρα παίζει ένα wah-wah solo την στιγμή που το rhythm section έχει πιάσει έναν έξαλλο funky ρυθμό. Το “More Than I Am” έχει έναν εθιστικό χορευτικό χαρακτήρα με το μπάσο του Hawksworth που έγραψε και το τραγούδι, να είναι σταθερά μπροστά. Το Hammond solo στο 4.36 είναι καταπληκτικό. Στο 1.13 του “Country Boy” ο White ρίχνει ένα σχεδόν Sabbath-ικό riff αλλά η κορύφωση βρίσκεται στη συνέχεια: Το Hammond ήδη σολάρει (από το 3.53), όταν μπαίνει και η κιθάρα στο 5.00, και σολάρουν ταυτόχρονα. Ο ήχος της ακουστικής κιθάρας στο 2.41 του “In Our Time” προσδίδει ένα πιο μελωδικό χρώμα, για να το διαδεχτούν à la Santana (!!!) κρουστά. Κλείνει με εξυψωτικό κιθαριστικό solo και ο drummer Paul Francis (Tucky Buzzard) παίζει σαν τον Nick Mason σε παροξυσμό! Το “A Word From Big D” είναι η χιουμοριστική στιγμή των Fuzzy Duck με τον Francis να κάνει παπιο-φωνητικά. Τα επιπλέον 4 τραγούδια της επανακυκλοφορίας είναι τα δύο singles που κυκλοφόρησαν το 1971, το ένα b-side και ένα ακυκλοφόρητο. Νέος μέλος του συγκροτήματος είναι ο Garth Watt-Roy (Living Daylights, Greatest Show on Earth, East of Eden) που αντικατέστησε τον White στην κιθάρα και τα φωνητικά. Σ’αυτά μοιάζουν με διαφορετικό συγκρότημα, με σαφείς εμπορικές βλέψεις, αλλά αυτόνομα οι συνθέσεις είναι αξιοπρεπείς με καλά φωνητικά και άρτια παραγωγή. Για Fuzzy Duck όμως ξενίζουν, μιας και τα όργανα χάνονται πίσω από την φωνή του Watt-Roy. Δυστυχώς, το ύφος του LP το έχουν αφήσει πίσω τους. Το παρόν album –εννοώ τα 8 αρχικά τραγούδια- είναι ιδανικό για τους φίλους των Deep Purple, Traffic, Junipher Greene, Uriah Heep και Atomic Rooster. Όσον αφορά τα δύο τελευταία συγκροτήματα μάλλον δεν πρόκειται για σύμπτωση: Ο πληκτράς Roy Sharland ήταν στους Spice που μετονομάστηκαν σε Uriah Heep και ο μπασίστας Mick Hawksworth ήταν στους Andromeda, που διαλύθηκαν όταν ο John Du Cann έγινε μέλος των Atomic Rooster. Ελπίζω να με συγχωρέσετε που δεν έμαθα τους Fuzzy Duck από τον Lee Dorrian των Cathedral. Επίσης, μην δίνετε ιδιαίτερη σημασία στην βαθμολογία των κριτικών στο progarchives γι’αυτό το album. Οι 6 από τους 8 έχουν βάλει τρία αστέρια, που αδικούν την αξία του album. [Προστέθηκε 1/2/2017]

 

The Sensational Alex Harvey Band – “Framed” (1972)

Το 1972 ήταν μια σημαντική χρονιά στη ζωή του Σκωτσέζου θρύλου Alex Harvey: Τον Μάϊο ο αδερφός του, Les (Stone the Crows –κιθάρα) σκοτώθηκε επί σκηνής από ηλεκτροπληξία. Αργότερα την ίδια χρονιά, κυκλοφόρησε το πρώτο album με το νέο του συγκρότημα που ουσιαστικά είναι ο ίδιος και οι Tear Gas. Προηγουμένως, ο Alex ήταν στην μπάντα του επιτυχημένου μιούζικαλ “Hair”, με τον 19χρονο τότε Mike Oldfield, που σύμφωνα με τον ίδιο ήταν για λίγο καιρό και μέλος των Sensational Alex Harvey Band. Τα θεατρικά στοιχεία είναι εμφανή τόσο στο ντεμπούτο των SAHB, όσο και επί σκηνής. Ο κιθαρίστας μάλιστα, Zal Cleminson, είχε make up πιερότου εμνευσμένο από τον Marcel Marceau (βλέπε ΥΓ. 7). Το “Framed” είναι σύνθεση των Lieber/Stoller που είχαν ηχογραφήσει οι The Robins. Είναι σε blues ρυθμό και για καλύτερη άποψη δείτε αμέσως την απίστευτη live εκτέλεση από το Oslo. Σ’αυτήν ο άσωτος Harvey στέλνει τον Johnny Rotten να πουλάει φασολάκια πλατιά στη λαϊκή. Το κλασικό “Hammer Song” έχει βαρύ ήχο και παθιασμένα φωνητικά. Το πρωτοκυκλοφόρησε στο “Roman Wall Blues” (1969) album, όπως και το κιθαριστικό “Midnight Moses”. Το “Isobel Goudie” μιλάει για την ιστορία της Isobel Gowdie που δικάστηκε για μαγεία το 1662. Είναι η πιο φιλόδοξη σύνθεση του album, και αποτελείται από τρία μέρη. Τα έξοχα πλήκτρα του Hugh McKenna (farfisa;) δίνουν ένα progressive χαρακτήρα. Γενικά όσο περισσότερο ακούς το album, τόσο περισσότερο εκτιμάς το παίξιμο του Hugh. Ο Cleminson παίζει ένα solo στο “Buff’s Bar Blues”. Το πιάνο μοιάζει να είναι τύπου tack, όπως στο “Roadhouse Blues” των Doors. To “I Just Want to Make Love to You” είναι σύθεση του Willie Dixon που έγινε γνωστή από τον Muddy Waters. Υπάρχει ένα wah-wah solo στο 1.57 και τα πνευστά μπαίνουν μετά το 4.00. Πραγματική διασκευή. Συμπτωματικά, την ίδια χρονιά (1972) έγινε επιτυχία στις ΗΠΑ από τους Foghat. Το “Hole In Her Stocking” είναι ένα ξεσηκωτικό rock ’n’ roll κομμάτι με υπέροχο σαξόφωνο και πιάνο. Οι φίλοι του τεράστιου Dave Edmunds θα το γουστάρουν σίγουρα. Το cabaret ύφος του “There’s No Lights On The Christmas Tree, Mother They’re Burning Big Louie Tonight” (γραμμένο από τον Harvey) είναι αντίστοιχο με αυτό που έκαναν οι Doors με το “Alabama Song”, που όμως δεν ήταν δική τους σύνθεση. Το wah-wah της κιθάρας του Cleminson καθορίζει το επιθετικό“St. Anthony”. Πήρε τ’ όνομά του από τον Αιγύπτιο ερημίτη μοναχό του 3ου αιώνα που υποτίθεται όταν τον έβαζε σε πειρασμούς ο Διάβολος την εποχή που ζούσε στην έρημο. Σίγουρα, δεν είναι τυχαίο γεγονός που ο λάγνος Alex Harvey ήταν το είδωλο του Bon Scott των AC/DC, ο οποίος τον είχε συναντήσει όταν προσπαθούσε να κάνει επιτυχία στην Αγγλία με τους Fraternity. Θα μας πει κάποιος για ποιο λόγο θεωρείται πολύ πιο cool να σ’αρέσει ο Liebling (Pentagram) ή ο Neil Peart και όχι ο Alex Harvey; [Προστέθηκε 1/2/2017]

 

Blues Creation – “Demon & Eleven Children” (1971)

Το μοναδικό αρνητικό που μπορώ να βρω στο “Demon & Eleven Children” των Γιαπωνέζων Blues Creation είναι τα απαράδεκτα φωνητικά του Hiromi Osawa, με εξαίρεση τα τραγούδια “Sorrow” και “One Summer Day”. Πολλοί συγκρίνουν αυτό το album με το “Satori” (1971) των συμπατριωτών τους, Flower Travellin’ Band. Η σύγκριση -όσον αφορά το περιεχόμενο, όχι την ποιότητα- είναι άστοχη κατ’εμέ, επειδή το δεύτερο album των ΒΒ είναι πιο πολυδιάστατο και περιπετειώδες από το “Satori”. Κατά τ’άλλα, κι εδώ υπάρχει guitar hero (κανονικός, όχι τύπου Michael Amott, Gus G.), ο Kazuo Takeda. Το ογκώδες μπάσο του Masashi Saeki αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια από τις σταθερές του album και η παραγωγή είναι πολύ καλή επίσης. Το “Atomic Bombs Away” και το ομώνυμο είναι βασισμένα σε Sabbath-ικής τεχνοτροπίας riffs. Το “Mississippi Mountain Blues” ξαφνιάζει με την φυσαρμόνικα και την ακουστική κιθάρα. Μια ηλεκτρική κιθάρα παίζει ένα fuzz solo στο βάθος. Θεωρώ ότι οι ρίζες του βρίσκονται στο “Going Up the Country” των Canned Heat, πιθανότατα μέσα από το πρίσμα της διασκευής των Flower Travellin’ Band στο “Louisiana Blues” του Muddy Waters στο “Anywhere” (1970) album. Το “Just I Was Born” μπαίνει με φόρα και σε πιάνει από το γιακά. Το σημείο με το κοφτό riff πριν τους στίχους (ακούγονται σε δύο σημεία) “What are you doin’? /Open your eyes” είναι αδύνατον να το ξεχάσεις. Στο 2.15 ο Takeda παίζει ένα καταιγιστικό solo. Το μονοκόμματο, «υλοτομικό» μπάσο του Saeki είναι άκρως πωρωτικό, και θεωρώ ότι κάνει τη διαφορά. Το ανθεμικό “Sorrow” θυμίζει πολύ το ανυπέρβλητο “Rat Race” (1968) των The Gun, παρ’όλα αυτά δεν γίνεται να σ’αφήσει ασυγκίνητο. Ο Takeda παίζει εδώ το καλύτερο solo της ζωής του. Μιλάμε φτάνει σε επίπεδα “Comfortably Numb” 8 χρόνια νωρίτερα! Το “One Summer Day” είναι η μπαλάντα του δίσκου και δεν μ’ένοχλει καθόλου, σε αντίθεση με το “Now the Sun Shines” των Andromeda, για παράδειγμα. To “Brain Buster” είναι ένα κιθαριστικό instrumental με live χαρακτήρα και χρησιμεύει ως εισαγωγή στο “Sooner or Later”, όπου ο Takeda μας χαρίζει ένα ακόμα solo. Ένα χαρακτηριστικό που παρατηρώ στα περισσότερα τραγούδια είναι ότι όταν σολάρει ο Takeda ξαφνικά στο μέσον του solo προστίθεται και δεύτερη κιθάρα που σολάρει κι αυτή. Το να μην ακούσετε αυτό το album είναι τόσο εγκληματικό, όσο το να γράφουν για την rock εποποιία της δεκαετίας του ’70, αυτοί που είναι υπεύθυνοι για συνεντεύξεις Tarja Turunen και Edguy.  [Προστέθηκε 11/2/2017]

 

SBB – “SBB” [“Wołanie o brzęk szkła”] (1978)

Οι Πολωνοί SBB ήταν ήδη αρκετά έμπειροι όταν τον Απρίλιο του ’77 πήγαν στην Πράγα για να ηχογραφήσουν το παρόν album: Τα προηγούμενα χρόνια είχαν δώσει πολλές συναυλίες σε Ανατολικές αλλά και Δυτικές χώρες, είχαν μοιραστεί την σκηνή με τους Mahavishnu Orchestra και Charles Mingus και είχαν περιοδεύσει με τον Jack Bruce. Συνδυάζουν fusion, συμφωνικές και space επιρροές με την Σλάβικη μουσική παράδοση. Οι φίλοι των Embryo, Le Orme, Mahavishnu Orchestra, ELP, Tangerine Dream, Matching Mole και Banco del Mutuo Soccorso οφείλουν να τους τσεκάρουν. Το σπουδαιότερο ρόλο στην μουσική τους έχει το synthesizer του φοβερού Józef Skrzek. Στην αρχική έκδοση του album περιέχονται δύο 19-λεπτες συνθέσεις. Στο 6.30 του “Wołanie o brzęk szkła”, ο πολυτάλαντος (βλέπε ΥΓ.8) Αποστόλης Άνθιμος παίζει ένα κιθαριστικό solo. Από το 10.23 τα drums ακούγονται σαν τύμπανα φιλαρμονικής, ενώ σιγά-σιγά η φυσαρμόνικα του Skrzek δίνει έναν αναπάντεχο blues αέρα. Στο 14.45 ένα δεξιοτεχνικό synth solo ανεβάζει την ταχύτητα, με το drumming του Jerzy Piotrowski να μην περνάει απαρατήρητο. Το “Odejście” ξεκινάει με τον Άνθιμο να παίζει μόνος του μπουζούκι και εφέ αέρα. Αμέσως μετά, το synthesizer παίζει ένα jazzy solo. Στο 8.22 μπαίνουν νοσταλγικά φωνητικά στην Πολωνική γλώσσα. Στο 11.00 o «Λάκης» (το όνομα της κιθάρας του Άνθιμου) σολάρει, ενώ τα πλήκτρα παίζουν έναν εντελώς funky ρυθμό. Στην επανακυκλοφορία από την Supraphon υπάρχουν δύο επιπλέον τρίλεπτα τραγούδια. Το “Bitwy Na Obrazach” έχει πιο pop φωνητικά, ενώ το “Uścisk W Dołku” είναι ξεκάθαρα ένα show του Skrzek στα πλήκτρα. Στην επανακυκλοφορία του 2005 από την Metal Mind περιέχονται δύο σχεδόν 15-λεπτά κομμάτια από studio ηχογράφηση του ’76 με τον εξαιρετικό σαξοφωνίστα Tomasz Szukalski, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν, τόσο στο studio όσο και επί σκηνής. Το Floyd-ίζον “Muzykowanie Latem” είναι προσχέδιο του πρώτου μέρους του “Wołanie O Brzęk Szkła”. Το σαξόφωνο μεταδίδει μια εσωτερική ηρεμία ανάλογη με του “Us and Them”. Εδώ στο 9.14 ο Άνθιμος παίζει το καλύτερο solo του. Τα πρώτα 3.30 του “Fikołek” προέρχονται από το ταξίδι στο χωροχρόνο του “Zeit” (1972) album των Tangerine Dream, με την ουσιαστικότατη προσθήκη του σαξοφώνου. Τα drums ακολουθούν και ένα λεπτό αργότερα (στο 4.35) η κιθάρα παίζει διερευνητικά τις πρώτες νότες, όπως στο “Dark Star” των Grateful Dead. Από το 7.36 το σαξόφωνο παίζει ένα μακροσκελές solo και όλοι οι μουσικοί συμμετέχουν σε ένα οργιαστικό jazz jam όπως έκαναν στο “Slate 27” (1969) οι Roland Kirk, Dick Heckstall-Smith, Eric Clapton, Jack Bruce και ο φίλος μας Jon Hiseman . Το κομμάτι κλείνει με σχεδόν πένθιμο σαξόφωνο. Αν και γενικά δεν είμαι λάτρης των bonus tracks, τα δύο κομμάτια με το σαξόφωνο είναι εκπληκτικά και χορταστικά. Το album κυκλοφόρησε στην Δυτική Γερμανία το ’79 υπό τον τίτλο “Slovenian Girls” με νέους τίτλους τραγουδιών και διαφορετικό εξώφυλλο. Αν σας αρέσει η απαιτητική μουσική ακούστε το. Αν θέλετε κάτι πιο εύκολο, καλύτερα ακούστε AC/DC. [Προστέθηκε 11/2/2017]

 

Maxophone – “Maxophone” (1975)

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς το αριστουργηματικό ντεμπούτο των Maxophone δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου όταν ετοίμαζα το αφιέρωμα για το Ιταλικό progressive rock. Η μουσική τους περιέχει τόσο μεγάλο πλούτο από ιδέες, μελωδίες και μουσικά όργανα, που δεν προλαβαίνεις καν να τις καταγράψεις. Δεν αστειεύομαι. Υπάρχει καταιγισμός έμπνευσης. Θα προσπαθήσω με κόπο ν’αναφέρω ένα-δύο πράγματα για κάθε τραγούδι, αλλά δεν περιγράφουν ούτε το 1/20 όσων συμβαίνουν. Γι’αυτό και το να πεις ότι μοιάζουν με πρώιμους Genesis –που ισχύει- δεν σημαίνει σχεδόν τίποτα, συνολικά. Να έχετε υπόψιν σας ότι δύο μέλη των Maxophone έχουν ως βασικό όργανο το γαλλικό κόρνο και το κλαρινέτο. Το “C’è Un Paese Al Mondo” ξεκινάει με πιάνο. Στο 3.16 το κλαρινέτο παίζει μια εντελώς swing μελωδία. Ακολουθεί η τρομπέτα. Στο 4.24 οι King Crimson του τραγουδιού “The Court Of The Crimson King” μας κλείνουν το μάτι, πριν αρχίσει το solo η ηλεκτρική κιθάρα του ευφυούς Roberto Giuliani (διαβάστε όσα γράφει στο booklet). Στο “Fase” εναλλάσσεται το κιθαριστικό rock με τo fusion και κάποια συμφωνικά στοιχεία. Αρχίζει με rock riff και το σαξόφωνο σολάρει στο 1.43. Το βιμπράφωνο παίζει ένα εντυπωσιακό solo στο 2.59, με τις νότες του μπάσου στο βάθος. Η κιθάρα επανεμφανίζεται, μπαίνουν τα πνευστά και κλείνει με ένα solo από το φλάουτο στο 6.03 και fusion ρυθμό. Το “Al Mancato Compleanno Di Una Farfalla” έχει ακουστική κιθάρα στην εισαγωγή και ακολουθεί το φλάουτο. Στο 4.48 το Hammond παίζει ένα αντισυμβατικό solo. Νωρίτερα, στο 3.39 το Hammond εισέβαλε σαν να έπαιζε ο Vincent Crane και όχι ο Sergio Lattuada. Το “Elzeviro” έχει επιβλητική εισαγωγή με εκκλησιαστικό όργανο και εθιστικά φωνητικά από το 2.40. Στο 3.35 ξεκινάει το καλύτερο κιθαριστικό solo του album. Οι στίχοι μιλάνε για την επικίνδυνη πολιτική ατμόσφαιρα που υπήρχε στην Ιταλία κατά τα «μολυβένια χρόνια». Η εισαγωγή με την άρπα στο ονειρικό “Mercanti Di Pazzie” είναι εμπνευσμένη από την «Σονάτα για Άρπα» του Paul Hindemith. Το βιμπράφωνο παρεμβάλλεται συχνά. Στο 4.19 μπαίνουν τ’ ατμοσφαιρικά πλήκτρα. Το “Antiche Conclusioni Negre” αποτελεί φόρο τιμής στην «μαύρη» jazz και gospel μουσική, εξού και ο τίτλος που σημαίνει «Επίλογοι Αρχαίων Νέγρων». Στο 3.28 μπαίνουν φουτουριστικά πλήκτρα. Το σαξόφωνο σολάρει στο 4.37. Στο 5.53 είναι η σειρά της κιθάρας να σολάρει κι ακολουθούν όλα τα πνευστά ταυτόχρονα. Στο 6.39 ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου μονοπωλεί τα ηχεία και το τραγούδι κλείνει με συναισθηματικά χορωδιακά φωνητικά. Αυτό το σημείο είναι σχεδόν ανατριχιαστικό. Οι επανακυκλοφορίες περιέχουν το single που κυκλοφόρησαν το 1977 πριν διαλυθούν. Το “Il Fischio Del Vapore” μ’αρέσει πολύ, ίσως επειδή τα φωνητικά μού θυμίζουν τους Blocco Mentale. Το b-side “Cono Di Gelato” έχει πολύ αγαπησιάρικα φωνητικά που δεν μ’ ενθουσιάζουν, και ένα solo από το σαξόφωνο. Στο τέλος γίνεται jazzy, δεν φτάνει όμως σε ποιότητα τα υπόλοιπα τραγούδια. Το album κυκλοφόρησε και σε έκδοση με αγγλικούς στίχους, συνήθης πρακτική για Ιταλικά συγκροτήματα της εποχής. Τον Ιούλιο του 1976 εμφανίστηκαν στο Montreaux Festival με τους Weather Report και Billy Cobham. Επίσης, περιόδευσαν στην Ιταλία με τους Area και τον Eugenio Finardi. Ο manager των Maxophone σ’εκείνη την περιοδεία τους ανάγκαζε να πληρώνουν οι ίδιοι το ποσό που αντιστοιχούσε στα εισιτήρια που δεν πλήρωναν όσοι έμπαιναν στις συναυλίες με «ντου». Έτσι, τα 6 μέλη του συγκροτήματος και ένας τεχνικός λάμβαναν για κάθε συναυλία μόνο 40.000 λιρέτες (30 δολάρια σημερινή αξία). Μετακινούνταν με ένα Ford Transit και τις νύχτες έμειναν σε σκηνές που είχαν πάρει από το σπίτι τους, επειδή δεν είχαν να πληρώσουν για διαμονή σε ξενοδοχείο. [Προστέθηκε 11/2/2017]

 

Tasavallan Presidentii – “Lambertland” (1972)

Το “Lambertland” είναι το τρίτο album των Φινλανδών Tasavallan Presidentii (TP), και το πρώτο με τον Eero Raittinen στα φωνητικά, ο οποίος αντικατέστησε τον Άγγλο Frank Robson. Ταυτόχρονα, το πάνω χέρι στην σύνθεση των τραγουδιών ανέλαβε ο κιθαρίστας Jukka Tolonen και τους Αγγλικούς στίχους έγραψε ο Mats Huldén, πρώτος μπασίστας των Φινλανδών θρύλων Wigwam. Το προηγούμενο έτος, ο Tolonen με τον φλαουτίστα/σαξοφωνίστα των TP, Pekka Pöyry συμμετείχαν στο μνημειώδες “Fairyport” των προαναφερθέντων Wigwam. Όλα αυτά οδήγησαν στο jazz fusion ύφος του “Lambertland”, αφήνοντας πίσω το ψυχεδελικό blues rock με τις αναφορές στους Traffic. Το “Lounge” ξεκινάει με φλάουτο από τον μετέπειτα αυτόχειρα Pöyry, που δίνει τη σκυτάλη στο 3.22 στο alto σαξόφωνο, επίσης παιγμένο από τον ίδιο. Η κιθάρα (αποκλειστικά) από την αρχή μου θυμίζει Grateful Dead, αν και δεν έχω δει να το αναφέρει κάποιος άλλος διαδικτυακά. Το “Lambertland” έχει μια μακροσκελή, εκπληκτική ατμοσφαιρική εισαγωγή. Στα credits δεν αναφέρεται η παρουσία πλήκτρων στο album, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι υπάρχει mellotron στο ατμοσφαιρικό μέρος. Τα drums μπαίνουν στο 2.25, στην συνέχεια τα πλήκτρα και στο 4.12 το σαξόφωνο. Το τραγούδι οδηγεί στο instrumental “Celebration Of The Saved Nine” που είναι και η μοναδική σύνθεση του Pöyry. Το σαξόφωνο μπαίνει πρώτα, μετά η κιθάρα και από το 1.13, κιθάρα και σαξόφωνο παίζουν ταυτόχρονα  το ίδιο μουσικό θέμα και καταλήγει σε funk ξεσάλωμα. Είναι πράγματι εντυπωσιακή αυτή η συνύπαρξη. Παρ’όλα αυτά, για μένα ο αστέρας του κομματιού είναι ο Vesa Aaltonen στα drums, ο οποίος βγάζει μάτια. Στο “The Bargain” ο Raittinen τραγουδάει πάνω σε ένα επαναλαμβανόμενο drum beat. Το σαξόφωνο -που ακούγεται αρκετά παλιομοδίτικο- εμφανίζεται και εξαφανίζεται. Το ντέφι από το 2.06 δίνει ένα εντονότερο χρώμα. Αν θέλετε να δείξετε σε κάποιον το ταλέντο του Tolonen, βάλτε του ν’ακούσει το instrumental “Dance”. Ξεκινάει με wah-wah κιθάρα και φλάουτο. Στο 1.10 και 4.19 ακούω μεταλλόφωνο (ούτε αυτό είδα ν’ αναφέρουν) και στο 2.05 αρχίζει ένα φρενήρες κιθαριστικό solo. Ο Måns Groundstroem στο μπάσο τα σπάει άγρια. Το “Last Quarters” πιθανότατα είναι επηρεασμένο από τη σκηνή του Canterbury και το βουκολικό φλάουτο έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Raittinen μοιάζει να τραγουδάει με κάποιον άλλον, όχι όμως με ιδιαίτερη επιτυχία. Το album έφτασε μέχρι το Νο.7 στα Φινλανδικά charts και ακούστηκε και στην Βρετανία. Στις σημειώσεις της επανακυκλοφορίας ο Βρετανός μουσικοκριτικός και ειδικός σε θέματα Beatles, Ian MacDonald, αναφέρει ότι οι TS είναι περισσότερο καταρτισμένοι τεχνικά από τους Magma και Gong. Επίσης, ο MacDonald (που είναι αδερφός του μπασίστα Bill MacCormick των Matching Mole και Quiet Sun και διετέλεσε και στιχουργός των δεύτερων) δημοσίευσε ανταπόκριση στις 9 Δεκεμβρίου 1972 στο New Musical Express (NME) από την συναυλία των Amon Düül II με τους Tasavallan Presidentii στο Imperial College του Λονδίνου. Πέρα από τα φωνητικά, δεν μπορώ να εντοπίσω άλλη αδυναμία στο album. [Προστέθηκε 22/2/2017]

 

Ultimate Spinach – “Behold & See” (1968)

Μέσα στο 1968 οι Βοστωνέζοι Ultimate Spinach γνώρισαν την άνοδο και την πτώση. Το συγκρότημα υπό την ηγεσία του ιδιοφυούς Ian Bruce-Douglas το Ιανουάριο του ίδιου έτους, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του, το οποίο έφτασε στο No.34 των Αμερικάνικων charts. Πριν την ηχογράφηση του “Behold & See”, ο drummer του ντεμπούτου, Keith Lahteinen αποχώρησε και τον αντικάτεστησε ο Russ Levin (το progarchives κάνει λάθος) και ταυτόχρονα η τραγουδίστρια Barbara Hudson υποβιβάστηκε και κάνει μόνο δεύτερα φωνητικά. Το κλίμα ανάμεσα στον Bruce-Douglas και τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, καθώς και με τον παραγωγό τους, Alan Lorber, ποτέ δεν ήταν καλό. Ειδικά τώρα, υπήρχε η πίεση να επαναλάβουν την επιτυχία του ντεμπούτου. Ο Bruce-Douglas παρότι είχε βρογχοπνευμονία, συνθέτει άρρωστος μέσα στο studio τα τραγούδια του album. Λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του, αποχώρησε από το συγκρότημα που ίδρυσε. O Lorber, που έχει και τα δικαιώματα των κυκλοφοριών, αφαίρεσε το τραγούδι “Visions of Your Reality” από την επανακυκλοφορία του από την Big Beat Records το 1995 (πιθανότατα επειδή οι στίχοι απευθύνονται κριτικά και στον ίδιο), άλλαξε την σειρά των τραγουδιών και μείωσε την διάρκεια κάποιων εξ αυτών, εννοείται χωρίς να ρωτήσει τον Bruce-Douglas. Αυτήν την επανακυκλοφορία κατέχω κι εγώ, και σας περιγράφω ό,τι αντιλήφθηκα. Επαναλαμβάνω, το tracklist είναι διαφορετικό από την πρώτη έκδοση του ’68. Τα γυναικεία φωνητικά στο εναρκτήριο “Behold & See (Gilded Lamp of the Cosmos)” κάνει η καλεσμένη Carol Lee Britt και ο lead κιθαρίστας Geoffrey Winthrop παίζει ένα fuzz solo. Στο ψυχεδελικό έπος “Mind Flowers”, τα φωνητικά του Bruce-Douglas εναλλάσσονται μεταξύ ήρεμων και οργισμένων, περιγράφοντας –κατά δήλωσή του- μ’αυτόν τον τρόπο τα αντικρουόμενα συναισθήματα που μάχονταν μέσα του. Στο 2.10 ξεκινάει ένα πωρωτικό fuzz solo και η χρήση του Hammond είναι εύστοχη όπου αυτό ακούγεται. Στην ποιητική απαγγελία στο 6.06 σου ‘ρχεται κατευθείαν στο μυαλό ο Jim Morrison. Ο Bruce-Douglas, τους στίχους του οποίου πολλοί χλευάζουν –όπως και του Morrison άλλωστε- ήταν βαθύς γνώστης της φιλοσοφίας των Jean-Paul Sartre και Albert Camus και της ποίησης του Kenneth Patchen. Χωρίς αμφιβολία, είναι μια συγκλονιστική ψυχεδελική σύνθεση. Τα γυναικεία φωνητικά στοWhere You’re At” είναι και πάλι έργο της Carol Lee Britt και ο Winthrop παίζει άλλο ένα fuzz solo. Το τραγούδι άνετα θα μπορούσε να ήταν σύνθεση των Big Brother and the Holding Company, με τους οποίους οι Ultimate Spinach είχαν παίξει πριν λίγο καιρό στο Fillmore West. Το βιμπράφωνο (από τον Bruce-Douglas) και το μπάσο του Richard Nese ξεχωρίζουν στο “What You’re Thinking Of (Jazz Thing)”. Το κιθαριστικό solo στο 1.30 δεν είναι ιδιαίτερα εμπνευσμένο, και τα πλήκτρα στο 2.50 γίνονται ακόμα πιο jazzy. Στο 4.10 ο Bruce-Douglas παίζει φλογέρα, εξαιτίας των baroque επιρροών (Bach, Handel) του. Σ’αυτό το τραγούδι επέλεξε τον πολύ κοινό για την rock μουσική, ρυθμό 4/4 για τα φωνητικά και ¾ για τα ορχηστρικά μέρη, τον οποίο έχουν τα αγαπήμενά του κομμάτια της σύγχρονης jazz. Να θυμάστε, ότι βρισκόμαστε στην προ-“Bitches Brew” εποχή και δεν ήταν και πολύ συνηθισμένο ψυχεδελικά rock συγκροτήματα να παίζουν σε τέτοιο βαθμό jazz. Το “Fragmentary March of Green” είναι σκοτεινό και εθιστικό. Η Barbara Hudson κάνει σχεδόν οπερετικά φωνητικά, όπως συμβαίνει και στο “Suite: Genesis of Beauty (In Four Parts)”. Αυτό αρχίζει αρκετά ανάλαφρα με ωραίο ηλεκτρικό Wurlitzer πιάνο επηρεασμένο από τον Floyd Cramer. Ξαφνικά τα πάντα σταματούν και στο 4.48 μπαίνει το επιβλητικό εκκλησιαστικό όργανο, παιγμένο από τον Bruce-Douglas. Υποθέτω, ότι ο άγνωστος τότε Rick Wakeman θα έσκασε από την ζήλεια του όταν το άκουσε. Η φυσαρμόνικα στην εισαγωγή του “Fifth Horseman of the Apocalypse” προσδίδει ένα western τόνο. Ένα solo στην κιθάρα ξεκινάει και μετά το 1.50 τα drums παίζουν όλο και πιο γρήγορα. Ο ρυθμός πέφτει και το τραγούδι, μοιάζει να τελειώνει. Ξαναρχίζει και στο 3.49 μπαίνει η baroque φλογέρα και μετά σειρά έχει το επικό φινάλε. Είναι σαν να πέφτει η αυλαία στο θέατρο και να υποκλίνεται ο θίασος. Πραγματικά, όταν άκουσα το album για πρώτη φορά, δεν περίμενα να είναι τόσο καλό. Αγνοήστε αντίθετες γνώμες και απλά ακούστε το. Παρεμπιπτόντως, ο Ian Bruce-Douglas χρησιμοποίησε Theremin πριν τον Jimmy Page. [Προστέθηκε 22/2/2017]

 

Carol of Harvest – “Carol of Harvest” (1978)

Το ντεμπούτο των Carol of Harvest το έχω ακούσει πολύ περισσότερες φορές απ’το “Atom Heart Mother” για παράδειγμα. Το 1978 η λαίλαπα του punk είχε σαρώσει τα πάντα και το progressive folk/rock έμοιαζε ξεπερασμένο από τα γεγονότα. Ένα Γερμανικό συγκρότημα από την Βόρεια Βαυαρία, που πήρε τ’όνομά του από ποίημα του Walt Whitman, κυκλοφορεί ένα album με αγγλικούς στίχους, γραμμένο από έναν κιθαρίστα, φανατικό οπαδό των Camel, με μια τραγουδίστρια στο καλούπι της Sandy Denny (Fairport Convention) και synths που δεν έχουν ρόλο κομπάρσου. Πόσες πιθανότητες επιτυχίας μπορεί να είχαν; Το 16-λεπτο “Put On Your Nightcap” είναι το μεγαλύτερο μουσικό κατόρθωμα των Carol of Harvest και οι στίχοι του στηλιτεύουν την μικροαστική αδιαφορία εν καιρώ πολέμου. Αποτελείται από διάφορα μέρη και βαριέμαι ν’αναφέρω τα πάντα αναλυτικά. Τα σημεία που ξεχωρίζω είναι το τρομερό Gilmour-ικό solo του Axel Schmierer στο 7.58, τα drums μετά το 12.03, και το synth solo στο 13.05. Η Beate Krause αποδεικνύει το ταλέντο της, παρότι τραγουδάει με μια κάποια προφορά. Μουσικά το κομμάτι είναι σίγουρα βαρύτερο από τους Hölderlin του “Hölderlins Traum” (1970) αλλά λιγότερο αδρό απ’το “Grave New World” (1972) των Strawbs. Ένα αρκετά καλό σημείο αναφοράς είναι και το “The Garden of Jane Delawney” (1970) των Trees. Το “You And Me” είναι ένα αρκετά γρήγορο, αιθέριο κομμάτι με ακουστική κιθάρα και θυμίζει την μοναδική Vashti Bunyan. Το “Somewhere At The End Of The Rainbow” είναι αυτό που λένε “instant classic”. Πιο πιασάρικο από το “Put On Your Nightcap”, έχει και αυτό από ένα solo σε κιθάρα και synths. To “Treary Eyes” είναι ακουστική folk με την Beate να τραγουδάει “la-la-la”. Το “Try A Little Bit” θα μπορούσε άνετα να το τραγούδει η Janis Joplin –αν είχε γραφτεί νωρίτερα- και μου κάνει εντύπωση το space synth solo του Jürgen Kolb στο 3.40 και ο πωρωτικός επίλογος με την κιθάρα και τα πλήκτρα να σολάρουν μαζί. Τα τρία live bonus tracks παρά τον μέτριο ήχο, μας κάνουν να ζητάμε παράπανω μουσική από τους Carol of Harvest. Ξεχάστε τις folk καταβολές τους και τα synths και ακούστε τους να χώνουν υπό την συνοδεία Hammond. Το instrumental “River” έχει δυναμικά drums κι ένα Hammond solo. Το “Sweet Heroin” είναι το μοναδικό bonus τραγούδι με στίχους. Το Hammond solo στο 5.13 είναι εντυπωσιακό. Θα είχε ενδιαφέρον να το ακούγαμε και σε studio εκτέλεση. Το “Brickstone” ουσιαστικά είναι ένα κιθαριστικό solo και προφανώς αποτελεί απόσπασμα από κάποιο κομμάτι, που δεν θα μάθουμε ποτέ. Το βαρύ μπάσο κάνει επιτέλους αισθητή την παρουσία του. Αν και τίποτε απ’όσα προηγήθηκαν δεν το ακούσαμε για πρώτη φορά, το ντεμπούτο των Carol of Harvest είναι απαραίτητο για κάθε οπαδό του progressive folk/rock και είναι κρίμα που πρωτοκυκλοφόρησε σε 200 μόνο κόπιες. Ευτυχώς που υπάρχει η Διαδικτυακή πειρατεία. [Προστέθηκε 22/2/2017]

 

Frijid Pink – “Frijid Pink” (1970)

Η μουσική του ντεμπούτου του συγκροτήματος από το Detroit δεν είναι τόσο μονοδιάστατη όσο περιμένει κάποιος βασιζόμενος σ’αυτά που διαβάζει γι’αυτούς. Με βασικούς συνθέτες τον τραγουδιστή Tom Beaudry (γνωστός ως Kelly Green) και τον κιθαρίστα Gary Ray Thompson, το album κυλάει αβίαστα. Η ενορχήστρωση και το Hammond στο πιασάρικο “God Gave Me You” φέρνουν στο νου τους The Band (ok, εκείνοι χρησιμοποιούσαν Lowrey και όχι Hammond). Η οργιαστική heavy fuzz κιθάρα πρωταγωνιστεί στα “Crying Shame” (σύνθεση του παραγωγού τους Michael Valvano) και “Tell Me Why”. Το “I’m On My Way” είναι boogie, όπως το ξέρουμε από τους Canned Heat, με το μπάσο του Tom Harris να κάνει αισθητή την παρουσία του. Το “Drivin’ Blues” μπορούμε να το κατατάξουμε στα «λευκά blues» με φυσαρμόνικα à la John Mayall. Το heavy “End Of The Line” έχει φωναχτά φωνητικά και ογκώδη drums. Η συγκλονιστική ψυχεδελική διασκευή τους στο πασίγνωστο “House of the Rising Sun” συγκαταλέγεται ανάμεσα στις καλύτερες όλων των εποχών. Επέλεξαν τον ρυθμό 4/4 αντί για τα 6/8 των Animals και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Το single με την διασκευή έφτασε στο Νο.7 των Αμερικανικών charts και μάλιστα έγιναν το πρώτο συγκρότημα από το Detroit που έλαβε χρυσό δίσκο. Το “I Want To Be Your Lover” είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι του album. Το κιθαριστικό wah-wah solo στο 3.04 είναι μια χαρά, αλλά το drum solo που το ακολουθεί είναι ανέμπνευστο και εν πολλοίς αχρείαστο. Το “Boozin’ Blues” είναι ένα παλιομοδίτικο slow blues τραγούδι και σίγουρα δεν περιμένεις κάτι τέτοιο απ’αυτούς. Το πιάνο του μόνιμου συνεργάτη τους, Larry Zelanka είναι εξαιρετικό. Το All Music το παρομοιάζει ανεπιτυχώς με την διασκευή των Cream στο “Spoonful” του Willie Dixon. Ως bonus tracks υπάρχουν δύο singles από το 1970 και 1971 αντίστοιχα: μια βαβουριάρικη διασκευή στο “Heartbreak Hotel” του Elvis Presley και το καλο-ηχογραφημένο “Music for the People” με τα ωραία gospel φωνητικά και το Hammond. Παρακαλώ, αγνοείστε τις δύο κριτικές που υπάρχουν στο progarchives. Προστέθηκε 5/3/2017]

 

Shawn Phillips – “Second Contribution” (1970)

Ποιος είναι όμως ο Shawn Phillips; Ο νεαρός Αμερικανός folk μουσικός και ανιψιός κορυφαίου στελέχους της CIA, είχε κλείσει εμφανίσεις στο Louis Riel Coffee House στο Saskatoon του Saskatchewan στον Καναδά όταν μια νεαρή σερβιτόρα που εργαζόταν εκεί, του ζήτησε να της κάνει μαθήματα κιθάρας. Την έλεγαν Joni Mitchell. Αργότερα μετακόμισε στο Λονδίνο, συγκατοικώντας με έναν άγνωστο Αμερικανό μουσικό, που τον έλεγαν Paul Simon. Στο Λονδίνο γνώρισε την επιτυχία ως συνεργάτης του Donovan, δίδαξε sitar τον George Harrison των Beatles, πριν αυτός γνωρίσει τον Ravi Shankar, έκανε δεύτερα φωνητικά στο “Lovely Rita” των Σκαθαριών, τζάμαρε με τον Jimi Hendrix, έγινε φίλος με τον Brian Jones, τον έδιωξαν από την περιοδεία που άνοιγε για τους Yes λόγω φθόνου, και αποθεώθηκε εμφανιζόμενος στο Isle of Wight Festival του 1970. Επίσης, συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι (βλέπε  ΥΓ.9). Από την πρώτη ακρόαση του “Second Contribution” αντιλαμβάνεσαι ότι δεν πρόκειται για ένα ακόμα album ακουστικού τραγουδοποιού. Και αυτό οφείλεται στον τρόπο που το ένα τραγούδι διαδέχεται το άλλο -σαν να ηχογραφήθηκε όλο μια και έξω- και στις εκπληκτικές ενορχηστρώσεις του Paul Buckmaster, γνωστού από τις συνεργασίες του με τους Rolling Stones, Elton John και άλλους. Αν και δεν υπάρχουν εδώ οι Eric Clapton, Steve Winwood και Rick Wakeman που συμμετείχαν στο “Contribution”, επίσης του 1970, το “Second Contribution” θεωρείται δικαίως το κορυφαίο album του Shawn Phillips. Στο πρώτο τραγούδι με τον τεράστιο τίτλο, που έχει επικρατήσει ν’ αποκαλείται απλά “Woman”, το διακριτικό γαλλικό κόρνο του Gerry Salisbury (παίζει και στο δεύτερο album των Van der Graaf Generator) και μετέπειτα η ορχήστρα θυμίζουν το πομπώδες “The Seventh Seal” από το αριστουργηματικό “Scott 4” (1969) του Scott Walker. Στο funky “Keep On” ξεχωρίζουν τα πλήκτρα και ο Shawn κάνει scat φωνητικά. Συνέχεια έχει το “Sleepwalker” με το εκπληκτικό Hammond. Επαναλαμβάνω: όλα ακούγονται σαν ένα ενιαίο τραγούδι. Το “Song for Mr. C” έχει γρήγορο ρυθμό και μονότονο, διαπεραστικό Hammond στην αρχή. Στην πορεία μπαίνει η ορχήστρα και καταλήγει σε μια κλιμάκωση που προσπαθεί να μοιάσει στο “A Day In The Life” των Beatles. Παρεμπιπτόντως, ο Shawn ήταν παρών όταν ο Paul McCartney ετοίμαζε τα πιάνα στο Abbey Road για την αξέχαστη τελευταία συγχορδία του “A Day In The Life”. Το “The Ballad of Casey Deiss” αποτελεί τραγούδι-σήμα κατατεθέν του Shawn. Στην αρχή νομίζεις ότι πρόκεται για ένα συμβατικό ακουστικό folk κομμάτι. Έχει μνημειώδες βιμπράφωνο, αλλά και το κόρνο παρεμβαίνει ουσιαστικά στο 3.29. Από το 4.11 ο ρυθμός ανεβαίνει, και πηγαίνει σε πιο παιχνιδιάρικη, swing κατεύθυνση. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ένα επαναλαμβανόμενο ακόρντο παραμορφωμένης ηλεκτρικής κιθάρας που σκάει αρχικά από το πουθενά. Ο Casey Deiss ήταν φίλος του Shawn που σκοτώθηκε από κεραυνό, και εκείνος που του πρότεινε να μετακομίσει στο Positano της Ιταλίας το 1967, όπου έζησε για 14 χρόνια. Εκεί τον επισκεπτόταν ο Keith Richards και ήταν το μέρος που οι Rolling Stones έγραψαν το “Midnight Rambler”. Το “Song for Sagittarians” πάντα το φανταζόμουν με την φωνή του -ανερχόμενου τότε- David Bowie. Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι ο Buckmaster ένα χρόνο νωρίτερα έκανε την ενορχήστρωση στα έγχορδα στο “Space Oddity” τραγούδι του Bowie. Το μπάσο του Barry Dean (Brian Auger’s Oblivion Express) είναι αξιοσημείωτο. Το “Lookin’ Up Lookin’ Down” είναι πιθανόν να επηρέασε το “Me and My Woman” (1971) του Roy Harper. Εκτός αν αρχίζω να εμφανίζω συμπτώματα παράνοιας. Το ατμοσφαιρικό και μινιμαλιστικό “Remedial Interruption” θεωρώ ότι έχει τις ρίζες του στις Ανατολικές φιλοσοφίες στις οποίες ήταν χωμένος. Το “Whaz’ Zat” έχει έναν θεατρικό τόνο με πολλαπλά κανάλια φωνητικών (βλέπε Simon & Garfunkel) και οδηγεί στο instrumental “Schmaltz Waltz” με τα αψεγάδιαστα drums και την επική, δραματική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Το “Steel Eyes” είναι το μοναδικό «καθαρό» ακουστικό  folk τραγούδι. Πριν την δεύτερη παύση που υπάρχει, ακούγονται σφυρίγματα. Κλασικό! [Προστέθηκε 5/3/2017]

 

Listening –“Listening” (1968)

Αυτό που κάνει ξεχωριστό το ντεμπούτο των Βοστωνέζων Listening είναι το έτος κυκλοφορίας. Στην συνέχεια θα γίνει κατανοητό το γιατί. Το album ηχογραφήθηκε στα Vanguard Studios της Νέας Υόρκης, σε 8-κάναλη κονσόλα που αποτελούσε τότε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Η φωτογραφία του εξωφύλλου τραβήχτηκε στο Hatch Shell της Βοστώνης και υποψιάζομαι ότι κάπου θα την πήρε το μάτι του Ritchie Blackmore. Το σήμα-κατατεθέν της μουσικής τους είναι ο παχύς ήχος του Hammond B-2 του Michael Tschudin, όπως και το βιμπράφωνο, επίσης παιγμένο από τον ίδιο, που το συναντάμε στα περισσότερα τραγούδια. Από το εναρκτήριο “You’re Not There”,  γίνεται κατανοητό το ύφος στο οποίο -με κάποιες διαφοροποιήσεις-  θα κινηθούν στο album. Ο 17χρονος λάτρης των blues, Peter Malick παίζει ένα κιθαριστικό solo στο 1.13. Μετά τους Listening, μετακόμισε στο Σικάγο και έπαιξε με μεγάλες μορφές της blues μουσικής όπως τους Otis Spann, John Lee Hooker (με τον οποίο εμφανίστηκε στο Dick Cavett Show), Muddy Waters, Big Mama Thornton και Freddie King. Επίσης ήταν αυτός που ανακάλυψε την Norah Jones! Το βιμπράφωνο έχει το κύριο ρόλο στο “Laugh at the Stars” και ο Malick παίζει ένα ακόμα solo στο 2.37. Τα φωνητικά του drummer Ernie Kamanis είναι αρκετά καλά. Το “9/8” αποδεικνύει ξεκάθαρα τις μουσικές τους δεξιότητες και την αγάπη τους για την jazz. Μην ξεχνάτε, βρισκόμαστε ακόμα στην προ-“Bitches Brew” (1970) περίοδο. Προσέξτε το βαρύ μπάσο του Walter Powers (πρώην The Lost και αργότερα στους Velvet Underground χωρίς τον Lou Reed) την ώρα που σολάρουν τα πλήκτρα. Το “Stoned Is” είναι ένα εθιστικό ψυχεδελικό τραγούδι με solo μπάσο στο 3.13. Άνετα θα μπορούσε να ήταν σύνθεση των συμπολιτών τους Ultimate Spinach. Το “Forget It, Man” θα το περιέγραφα ως Rhythm & Blues, αν και δεν είμαι γνώστης του είδους, με τον Kamanis να ζωγραφίζει στα drums. Το “So Happy” έχει μονοδιάστατα drums και τύπου Beatles φωνητικά, και δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της μουσικής τους. Ο latin χαρακτήρας του “Cuando” με το βιμπράφωνο και τα congas ξαφνιάζει το ακροατή. Σ’αυτό συμμετέχει και ο Wille “Loco” Alexander (The Lost, αργότερα στους Velvet Underground), γνωστή μορφή της σκηνής της Βοστώνης. Να σημειώσουμε ότι το ντεμπούτο των Santana κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1969, οπότε μπορείτε να καταλάβετε πόσο μπροστά ήταν οι Listening. Το “Baby: Where Are You?” έχει ένα μακροσκελές solo στην κιθάρα και στο 4.03 ξεκινάει ένα εντυπωσιακό Hammond solo. Κάθε φορά που το ακούω μ’αρέσει και περισσότερο. Το ατμοσφαιρικό και κινηματογραφικό instrumental “Fantasy”, στο booklet περιγράφεται ως “Michael (σ.σ: Tschudin) on three keyboards”. Το “See You Again” ξεκινάει με φουριόζα κιθάρα. Έχει πιο τζαμαριστό ύφος και ολοκληρώνεται με ένα drum solo. Οι Listening δυστυχώς κυκλοφόρησαν ένα μόνο album και έδρασαν στην περιοχή της Βοστώνης. Παρ’όλα αυτά, άνοιξαν συναυλίες στην πόλη τους για τους Jefferson Airplane και Sly and the Family Stone. Οι πρώτοι μάλιστα επισκέφτηκαν και το προβάδικό τους μετά την συναυλία. [Προστέθηκε 5/3/2017]

 

Morgen- “Morgen” (1969)

Γίνεται album με τέτοιο εξώφυλλο (την «Κραυγή» του Edvard Munch) να είναι μάπα; Μάλιστα για να χρησιμοποιήσουν τον γνωστό πίνακα πήραν άδεια από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA). Η σχέση του ηγέτη και αποκλειστικού συνθέτη των Νεοϋορκέζων Morgen, Steve Morgen, με τον Νορβηγό ζωγράφο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεταφυσική (βλέπε παρακάτω). Εκτός από την ηγετική μορφή του Morgen, ο ρόλος και το ταλέντο του περισσότερο rocker, κιθαρίστα Murray Shiffrin δεν πρέπει να παραβλεφθούν. Από τις πρώτες νότες του heavy “Welcome to the Void” με τα ξερά drums και την fuzz κιθάρα, γίνεται αντιληπτή η ποιότητα του συγκροτήματος. Στο “Of Dreams” ο Morgen τραγουδάει μουδιασμένα/ ναρκωμένα/ μαστουρωμένα/ αγγελικά (διαλέξτε ό,τι σας ταιρίαζει) και η ένταση των drums επισκιάζει τα υπόλοιπα όργανα. Από το 3.45 ξεκινάει μια fuzz δισολία (πόσες δισολίες υπήρχαν το 1969;). Το ψυχεδελικό «χάσιμο» και η σύντομη ποιητική απαγγελία στο 1.32 του “Begging Your Pardon (Miss Joan)” φέρνουν στο νου τους Doors. Το κιθαριστικό solo δυστυχώς δεν είναι πολύ «μπροστά» στην μίξη και αυτό αποτελεί ένα από τα λίγα αρνητικά του album (κάτι ανάλογο συμβαίνει με την κιθάρα και σε μέρος του “Of Dreams”). Αυτό μάλλον εξηγείται από το γεγονός ότι το album ηχογραφήθηκε σε τετρακάναλο στο παλιό studio του πιανίστα Skitch Henderson, πριν ακόμα υπογράψουν με την ABC Probe.  Το “Eternity in Between” έχει καμπάνες για εισαγωγή και είναι εμπνευσμένο από τον πίνακα του Joan Miró με τίτλο «Σκύλος που γαβγίζει στο φεγγάρι». Ο Morgen τραγουδάει μελωδικά και τα ακόρντα της κιθάρας θυμίζουν The Who, τους οποίους αγνοούσε ο Morgen μέχρι να γνωρίσει τον δηλωμένο οπαδό τους, Shiffrin. Στο μέσον ξανασυναντάμε τις καμπάνες, στην συνέχεια ακούμε ένα drum solo και πριν αυτό ολοκληρωθεί, ξεκινάει ένα οργισμένο κιθαριστικό solo. Η θορυβώδης έναρξη του “Purple”, δίνει την σκυτάλη σε ένα επαναλαμβανόμενο drum beat. Τα φωνητικά είναι ήπια και το solo του Shiffrin όχι ιδιαίτερα επιθετικό. Χρόνια αργότερα, ο Morgen σε μια έκθεση για τον Munch στο MoMA παρατήρησε ένα κορνιζαρισμένο γράμμα του ζωγράφου, όπου περιέγραφε αυτό που ένιωσε όταν περπατούσε με φίλους του σε μια αποβάθρα στην Νορβηγία. Οι λέξεις που χρησιμοποίησε είναι σχεδόν ίδιες, μια προς μία, με τον στίχο “The sky is bleedin’ and the air starts to scream” από το “Purple”! Το “She’s the Nitetime” κυκλοφόρησε ως b-side του “Of Dreams” σε διαφορετική όμως εκτέλεση. Έχει εναλλαγές στην ταχύτητα και δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Η εισαγωγή του 11λεπτου “Love” αποπνέει κάτι απειλητικό και σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα ακόμα ερωτικό τραγούδι. Ο Shiffrin αποδεικνύει το κιθαριστικό ταλέντο του με ένα μακροσκελές solo, που ξαφνικά στο 6.48 πηγαίνει σε jazz μονοπάτια, ενώ την ίδια στιγμή το μπάσο του Rennie Genossa βαραίνει. Είναι κρίμα που οι Morgen δεν κυκλοφόρησαν άλλο album. Καταλυτικό ρόλο για τον σύντομο βίο τους, έπαιξε ο manager τους Stuart Crane, ο οποίος προσπάθησε να διώξει τον Steve Morgen από το συγκρότημα και να κάνει βασικό τραγουδιστή τον κιθαρίστα Shiffrin, με την σύμφωνη γνώμη τον υπόλοιπων μελών. [Προστέθηκε 15/3/2017]

 

Power of Zeus – “The Gospel According to Zeus” (1970)

«Όχι Πλανήτης, μόνο Δύναμη», λέει ο συμπαθής γκαραζιέρης Ηλίας και θα συμφωνήσω μαζί του. Το συγκρότημα από το Detroit σίγουρα θα είχε μεγάλες προσδοκίες όταν υπέγραφε με την Rare Earth, παρακλάδι της ιστορικής Motown. Δυστυχώς, η πολυπόθητη επιτυχία δεν ήρθε. Η μουσική τους είναι αναμφίβολα πιο απαιτητική από των συμπολιτών τους, Frijid Pink, και χαρακτηρίζεται από τον βαρύ ήχο της κιθάρας του πρώην Πεζοναύτη Joe Periano και τον κομβικό ρόλο των πλήκτρων του μακαρίτη Dennie Webber. Το “It Couldn’t Be Me” είναι το καλύτερο δείγμα του τι ήταν οι Planet of Zeus: Βαρύς ήχος, αγέρωχο κιθαριστικό solo, και από το 2.32 ένα θρασύ Hammond. Το “In the Night” είναι ένα συμβατικό rock τραγούδι. Το Hammond ακολουθεί την κιθάρα και σ’ένα σημείο προς το τέλος (2.41), ακούγεται μόνο του, μέχρι να επιστρέψει το ρεφρέν και τα υπόλοιπα όργανα. Το “Green Grass and Clover” είναι η πιο μελωδική στιγμή του album. Το τσέμπαλο έχει τον πρώτο ρόλο και δημιουργεί μια ονειρική ατμόσφαιρα. Δεν χρειάζεται να «χώνουν» για να προκαλέσουν τον θαυμασμό του ακροατή. Το “I Lost My Love” θα μπορούσε να ήταν μια βαρύτερη διασκευή σε ένα από τα “pop” τραγούδια των Doors. Στην πραγματικότητα είναι σύνθεση του κιθαρίστα (και πρώην εργαζόμενου στο εργοστάσιο της Chrysler) Periano, με το ογκώδες μπάσο του Bill Jones να δίνει την καλύτερη παράστασή του. Το φιλόδοξο “The Death Trip” όπως και να το περιγράψεις, μάλλον έξω θα πέσεις. Ένας έγκριτος θα το περιέγραφε ως “proto-doom”. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι από την αρχή και κατά το μεγαλύτερο -επαναλαμβανόμενο- μέρος του, ήθελαν να κάνουν κάτι πιο heavy από το “I Want You (She’s so Heavy)” των Beatles. Το Hammond από το 4.00 είναι απίστευτο. Υπάρχει μια παύση, τα όργανα ξαναμπαίνουν και κλείνει με Gillan-ικές τσιρίδες. Βγάζω το καπέλο στο πιάνο που παίζει ο Webber στο 1.50 του “No Time”, μετά το κιθαριστικό solo. Η κιθάρα σ’αυτό το τραγούδι ακούγεται χαμηλότερα. Το “Uncertain Destination” ξεδιπλώνεται αργά και δεν μας προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο. Το κιθαριστικό solo του “Realization” έχει σίγουρα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το “Hard Working Man” είναι η πιο γρήγορη και συνάμα η πιο «χορευτική» στιγμή του album. Σκεφτείτε κάτι αντίστοιχο με το “Bloodsucker” των Deep Purple που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Μπορεί βέβαια να μην το είχαν ακούσει ακόμα. Τα drums της εισαγωγής του σκοτεινού “The Sorcerer of Isis (The Ritual of the Mole)” τα sample-αραν οι Eminem feat. Bizarre (2000), οι Jay Z και Kanye West (2011) και ο Ιάπωνας Nujabes (2005). Αν και δεν τους εκτιμώ, κάτι θα βρήκαν στους Power of Zeus που δεν βρήκαν οι Έλληνες έγκριτοι, που τους αγνοούν. Τα φωνητικά πάνω στο riff φέρνουν κατευθείαν στο νου τους Black Sabbath, οι οποίοι κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους την ίδια χρονιά, οπότε πάλι μπορεί να πρόκειται για σύμπτωση. Το σύντομο drum solo στο 2.30 σταδιακά οδηγεί στο τελείως space «χάσιμο». Στην συνέχεια επανέρχεται το πωρωτικό riff. Ακούστε το album για να αποδοθεί μουσική δικαιοσύνη. [Προστέθηκε 15/3/2017]

 

Indian Summer – “Indian Summer” (1971)

Θυμάμαι πάρα πολύ καλά την πρώτη φορά που διάβασα για τους Indian Summer: Ήταν στο τεύχος Φεβρουαρίου 2000 του Metal Hammer, στην στήλη του Χρήστου Κισατζεκιάν. Ήταν το δεύτερο τεύχος από τα συνολικά 110 που αγόρασα. Παρά το αξέχαστο southern εξώφυλλο, το συγκρότημα από το Coventry της Αγγλίας παίζει progressive hard rock με επιρροές από Traffic, Spooky Tooth, King Crimson, Deep Purple και Family. Είχαν το ίδιο management με τους Black Sabbath, έπαιξαν πολλές φορές μαζί και υπέγραψαν δισκογραφικό συμβόλαιο ένα χρόνο μετά από αυτούς. Την παραγωγή του μοναδικού album τους την έκανε στα Trident Studios ο Rodger Bain, παραγωγός των τριών πρώτων albums των Sabbath. Παρ’όλα αυτά, το συγκρότημα δεν έμεινε ικανοποιημένο από την μίξη και πίστευε ότι δεν αντανακλούσε την δυναμική που έβγαζε στις συναυλίες. Ήθελαν να δημιουρήσουν ένα συνεκτικό σύνολο και όχι μια συλλογή από διαφορετικά τραγούδια. Αυτό τον σκοπό υπηρετεί και η διάρκεια των τραγουδιών που κυμαίνεται από 5.25 ως 6.50 λεπτά. Σε σχεδόν κάθε τραγούδι ύπαρχει ένα solo στο Hammond από τον Bob Jackson και ένα στην κιθάρα από τον Colin Williams. Το στιβαρό “God Is the Dog” είναι ένα τραγούδι διαμαρτυρίας όπου πέρα από το Hammond του Jackson μας εξοικειώνει και με τα ιδιαίτερα φωνητικά του. Η τριάδα “Emotions of Men”, “Glimpse” και “Half Changed Again” διαλύει κάθε αμφιβολία για τις μουσικές τους ικανότητες και τον πρωτότυπο progressive χαρακτήρα τους. Η ακουστική κιθάρα στην εισαγωγή του τελευταίου, μου θύμισε σε κάποιες από τις ακροάσεις μου, το “Suite Sister Mary” από το αγαπημένο “Operation: Mindcrime” των Queensrÿche, αν και δεν το θεωρώ ιδιαίτερα πιθανό να είχαν ακούσει οι DeGarmo και Tate τους Indian Summer. Επίσης, τον όγκο του drum solo στο 2.50 δεν το συναντάμε σε πολλές progressive κυκλοφορίες του 1971. Το “Black Sunshine” έχει ένα γρήγορο, δεξιοτεχνικό solo στα πλήκρα. Το instrumental “From the Film of the Same Name” έχει εμφανές κινηματογραφικό αέρα και ωραίο βιμπράφωνο από τον μπασίστα Malcolm Harker. Στην εισαγωγή του “Secrets Reflected” διαπιστώνεις εύκολα την αντίθεση ανάμεσα στα ονερικά φωνητικά και τα υπόλοιπα όργανα, και τον πένθιμο τόνο των drums. Κατά την γνώμη μου, σ’αυτό το τραγούδι υπάρχει η καλύτερη φωνητική ερμηνεία του Jackson. Το “Another Tree Will Grow” έχει latin(!) κρουστά και ένα καταπληκτικό μακροσκελές κιθαριστικό solo. Δυστυχώς, οι Indian Summer δεν κυκλοφόρησαν κάτι άλλο. Αφιερώστε χρόνο σ’αυτό το album και δεν θα το μετανιώσετε. [Προστέθηκε 15/3/2017]

 

Gnidrolog – “Lady Lake” (1972)

Η προσθήκη του John Earle (σαξόφωνο, φλάουτο) παίζει βασικό ρόλο στον ήχο του δεύτερου album των Ουαλών Gnidrolog. Η απουσία πλήκτρων κάνει το progressive rock τους ακόμα πιο ιδιαίτερο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αναφορές σε συγκροτήματα όπως οι King Crimson, Van der Graaf Generator, Gentle Giant και Jethro Tull. Το φλάουτο κλέβει την παράσταση στο στιβαρό, αντιπολεμικό “I Could Never Be A Soldier” και θυμίζει περισσότερο το “I Talk to the Wind” των King Crimson παρά τους Jethro Tull. Το ουσιαστικό κιθαριστικό solo του Stewart Goldring ξεχωρίζει στο 9.57, και τα πνευστά που ακολουθούν, κλείνουν το τραγούδι. Το πιασάρικο “Ship” θα έπρεπε να ήταν τεράστια ραδιοφωνική επιτυχία αν υπήρχε δικαιοσύνη και αν η δισκογραφική τους, RCA, ασχολούνταν περισσότερο μαζί τους. Το δε γαλλικό κόρνο είναι αναντικατάστατο. To “A Dog With No Collar” είναι πολύ μεγαγχολικό με ακουστική κιθάρα και όμποε. Χωρίς αμφιβολία, το “Lady Lake” ανήκει στις καλύτερες progressive συνθέσεις όλων των εποχών. Από το πρώτο δευτερόλεπτο, το μπάσο του Peter “Mars” Cowling (αργότερα συνεργάτης του Pat Travers ) και τα πνευστά καθοδηγούν το τραγούδι. Στο 2.50 επέρχεται ηρεμία. Από το 6.25 παράλληλα με την επαναλαμβανόμενη μελωδίων των πνευστών, ακούγονται avant-garde στοιχεία που προέρχονται από το τσέλο, από τεντώματα χορδών, Syd Barrett-ικές ξεκουρδιστίλες και δυσαρμονικά πνευστά. Αριστούργημα! Η εισαγωγή του “Same Dreams” είναι το μόνο σημείο του album που συναντάμε πλήκτρα. Το εξαιρετικό πιάνο παίζει η καλεσμένη Charlotte Fendrich. Τα φωνητικά του Colin Goldring είναι πολύ καλά, όπως και στα υπόλοιπα τραγούδια, άποψη που δεν συμμερίζονται και πάρα πολλοί, απ’ότι διαβάζω σε διαδικτυακές κριτικές. Να σημειώσουμε ότι ο Colin έπαιξε φλογέρα στο πρώτο μέρος (“Your Move”) του “I’ve Seen All Good People” από το “The Yes Album” (1971) των Yes. Τα φωνητικά των οποίων μιμείται (ακούστε το “South Side of the Sky” από το “Fragile” -1971) ο John Earle που τραγουδάει στο -πιο jazz δε γίνεται- “Social Embarrassment”. Τα πνευστά του οργιάζουν ξανά και ο ήχος της παραμορφωμένης κιθάρας του Stewart Goldring που σολάρει στο 3.55, είναι απολύτως ταιριαστός μ’αυτά, αν και θα μπορούσε να ακούγεται δυνατότερα. Για το εξώφυλλο τι να πούμε; [Προστέθηκε 26/3/2017]

 

Igra Staklenih Perli –“Igra Staklenih Perli” (1979)

Το συγκρότημα από την πρώην Γιουγκοσλαβία πήρε τ’όνομά του από το βιβλίο «Το παιχνίδι με τις χάντρες» του Hermann Hesse. Παίζουν ψυχεδελικό/ space/ krautrock με σημαντικότερες επιρροές τους Pink Floyd, Can και Hawkwind. Δεν είναι τυχαίο που το παρατσούκλι του πληκτρά Zoran Lakic είναι “Zvaba the Kraut”. Το “Gusterov trg” έχει ιδιαίτερα φωνητικά τύπου Eloy και ένα ταιριαστό κιθαριστικό solo στο 3.15. Στο “Solarni modus” μ’αρέσει ο τρόπος που εξελίσσεται ο ήχος των πλήκτρων. Η space εισαγωγή του “Putovanje u plavo” έχει τις ρίζες της στους Tangerine Dream. Ο μπασίστας τους, Draško “Dracula” Nikodijević, είχε τόσο εντυπωσιαστεί από τον ήχο του sequencer των Tangerine Dream, που συνεχώς προσπαθούσε να τον αποδώσει στο Fender Precision μπάσο του. Στο σημείο που μπαίνουν τα φωνητικά, γίνεται τόσο εθιστικό που δεν θα το ξεχάσετε ποτέ. Τα λιτά, αέρινα πλήκτρα (ακούστε το “Out-Bloody-Rageous” των Soft Machine) από το 3.16 είναι το κερασάκι στην τούρτα. “Pecurka” σημαίνει «Μανιτάρι» στα Σέρβικα. Η εισαγωγή του θυμίζει το αγαπημένο “Set the Controls for the Heart of the Sun” των Pink Floyd και οι στίχοι είναι «δανεισμένοι» από το ομώνυμο τραγούδι (“Mushroom”) των Can. Με διαφορά το πιο ψυχεδελικό τραγούδι του album. Χαρακτηριστική είναι και η εντελώς Rick Wright εισαγωγή με την Farfisa στο “Majestetski kraj” για να καταλήξει σε ένα ακόμα ψυχεδελικό πανηγύρι.  Δυστυχώς το album έχει διάρκεια μόλις 28 λεπτά, επειδή χάθηκαν δύο τραγούδια στην διαδικασία του mastering. Αξιοσημείωτο είναι ότι κυκλοφόρησε από τη κρατική δισκογραφική εταιρεία της κομμουνιστικής τότε Γιουγκοσλαβίας, PGP-RTB, παρά το γεγονός ότι ο παραγωγός και ο ηχολήπτης -συνηθισμένοι σε άλλα είδη- δεν γούσταραν την μουσική τους. Αν και δεν παίζουν κάτι για πρώτη φορά, οι ISP είναι καλύτεροι απ’όσο ανέμενα. Για να καταλάβετε, μόλις συνειδητοποίησα ότι τους έχω ακούσει περισσότερες φορές από τους Alex Harvey Sensational Band. Τόσο καλοί. [Προστέθηκε 26/3/2017]

 

The Plastic Cloud – “The Plastic Cloud” (1968)

Το μοναδικό album του συγκροτήματος από το Ontario του Καναδά τυγχάνει μεγάλης αναγνώρισης ανάμεσα στους οπαδούς του ψυχεδελικού και garage ήχου των τελών της δεκαετίας του ’60. Όλα τα τραγούδια αποτελούν συνθέσεις του τραγουδιστή Don Brewer (απλή συνωνυμία με τον drummer των Grand Funk Railroad) και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες που εναλλάσσονται μεταξύ τους: τα folk/“pop” και τα ψυχεδελικά με την έντονη fuzz κιθάρα. Τα τραγούδια της δεύτερης κατηγορίας τα εκτίμησα αμέσως αλλά για τα πιο συμβατικά της πρώτης, χρειάστηκα κάποιες ακροάσεις. Πράγματι, είναι όλα καλοδουλεμένα και δεν μιμούνται, αν και φυσικά υπάρχουν κάποιες προφανείς επιρροές. Το μελωδικό “Epistle to Paradise” έχει φωνητικές αρμονίες τύπου Byrds και ταξιδιάρικη κιθάρα στο μέσον του. Το “Shadows of Your Mind” είναι το πρώτο fuzz τραγούδι του δίσκου και δικαιολογημένα κυκλοφόρησε σε single, σε διαφορετική όμως εκτέλεση. Να εξομολογηθώ ότι τα «πα-πα-πα» και τα υπόλοιπα νωθρά φωνητικά του “Art’s a Happy Man” δεν με συγκινούν ιδιαιτέρως. Ευτυχώς που υπάρχει και το fuzz solo στο 1.09. Το 10-λεπτό “You Don’t Care” θεωρώ ότι είναι το απόλυτο τραγούδι των Plastic Cloud. Δεν ξέρω τι έχει κάτι κάνει στο fuzz-tone ο κιθαρίστας Mike Cadieux και στην αρχή ακούγεται σαν το sitar του Harrison στο “Tomorrow Never Knows” (1966) των Beatles. Τα drums του Randy Umphrey δεν περιορίζονται καθόλου και μοιάζουν επηρεασμένα από τον θεό John Densmore των Doors στις πιο αυτοσχεδιαστικές στιγμές του (πχ. “The End”, “When the Music’s Over”), πιθανώς και από τον Mitch Mitchell (Jimi Hendrix Experience). Το μπάσο βγαίνει μπροστά (3.34, 7.10) και συμμετέχει και αυτό ενεργά στο εκπληκτικό μουσικό αποτέλεσμα. Το “Bridge Under the Sky” είναι το καλύτερο από τα μελωδικά τραγούδια τους. Ο drummer φαίνεται να χρησιμοποιεί mallets, χωρίς να είμαι σίγουρος. Ό,τι και αν κάνει, προσδίδει μεγαλείο. Στο “Face Behind the Sun” η fuzz κιθάρα επαναλαμβάνει το βασικό μουσικό θέμα και προκαλεί εθισμό στον ακροατή. Το solo στο 3.20 κινείται στο ίδιο πλαίσιο. Το “Dainty General Rides” αποπνέει εμφατικά μια καλώς εννοούμενη «βρετανίλα». Θα μπορούσε να ήταν τραγούδι των Beatles, αν εξαιρέσουμε το fuzz solo στο 1.39. Τα drums είναι τελείως απλοϊκά, χωρίς να είναι υποχρεωτικό κάτι τέτοιο. Το πολιτικοποιημένο “Civilization Machine” είναι ένα γρήγορο τραγούδι με την fuzz κιθάρα να κλέβει και πάλι την παράσταση. Το solo στο 2.53 πωρώνει άγρια. Επίσης, αισθάνομαι μια Move αύρα, κυρίως όσαν αφορά τα φωνητικά. Μπορεί να είναι ψευδαίσθηση, αν και δεν νομίζω. Κλείνει με βροντή (“Flowers in the Rain”;;; ) και ήχο από Hammond. Συμπέρασμα: Οι Plastic Cloud δεν είναι τυχαίοι. Α, χρησιμοποίησα την λέξη “fuzz” μόνο 6 φορές. [Προστέθηκε 26/3/2017]

 

Egg – “Egg” (1970)

Όταν τον Οκτώβριο του 1969 οι Egg μπήκαν στα Landsdowne Studios ο Dave Stewart (πλήκτρα) δεν ήταν ούτε 19 ετών. Το ντεμπούτο τους είναι επηρεασμένο από τους Nice του Keith Emerson και τους Soft Machine και σ’αυτό θα βρείτε διάφορους πολύπλοκους ρυθμούς, όχι όμως κιθάρα. Το “While Growing My Hair” φέρνει λίγο σε Doors και μας κάνει γνωστό ότι τον πρώτο ρόλο στο album θα έχει το Hammond L100. Παρεμπιπτόντως, αυτό είναι το μοναδικό τραγούδι που ηχογραφήθηκε στα Trident Studios, με μηχανικό ήχου τον Roy Thomas Baker, μετέπειτα πασίγνωστο παραγωγό των Queen. Το “I Will Be Absorbed” είναι μια αφαιρετική/ ιδιαίτερη μπαλάντα με φωνητικά από το υπερπέραν. Το ξεχασμένο πιατίνι κάνει τη διαφορά. Στο “Fugue In D Minor” που αποτελεί διασκευή σύνθεσης του Bach, ο Stewart παίζει παπάδες. Κάτι ανάλογο έκαναν με το “Bourée”, επίσης του Bach, οι Jethro Tull λίγους μήνες νωρίτερα. Στο “They Laughed When I Sat Down At The Piano…” ο Stewart παίζει ρομαντικά το Hohner pianet του, αλλά ταυτόχρονα ακούγονται κάποιοι ήχοι που μιμούνται σκυλί που κλαίει ή κάτι σχετικό. Από την αρχή του “The Song Of McGuillicudie…” o drummer Clive Brooks (αργότερα στους Groundhogs και τεχνικός drums των Pink Floyd) κάνει αισθητή την παρουσία του. Ο Mont Campbell (μπάσο/φωνητικά) τραγουδάει πειστικά στο ύφος του Scott Walker των 3 πρώτων προσωπικών albums και ο Stewart παίζει δύο παράλληλα solos από το 1.36. Στην συνέχεια επικρατεί ηρεμία, με το μπάσο να κυριαρχεί, για να επανάρθουν τα κατακλυσμιαία drums. Μ’αρέσει πολύ. Στο “Boilk” ο Stewart δοκιμάζει τις ταινίες  του Mellotron, εξού και η κακοφωνία.  Στην πρώτη κίνηση του “Symphony No2” ο ίδιος ξεδιπλώνει τις jazz δεξιότητές του διασκευάζοντας το “In the Hall of the Mountain King” του Grieg. Στη δεύτερη κίνηση (“Movement 2”) τo Hammond αλληλεπιδρά με drums (μοιάζει να τα περιμένει)και το μυστικό βρίσκεται στην αργή ταχύτητά του, που προκαλεί ανυπομονησία στον ακροατή. Μ’αρέσει περισσότερο απ’ την πρώτη κίνηση, παρότι είναι λιγότερο φιγουρατζίδικο. Στο “Blane” ο Stewart δημιουγεί κάποιους περίεργους/ avant-garde/ φουτουριστικούς/ ενοχλητικούς ήχους σε μία γεννήτρια τόνων. Ένας φίλος θα το περιέγραφε ως: «στέλνει Sunn O))) για σανό». Η τρίτη κίνηση υπάρχει μόνο στην επανακυκλοφορία του 2004 από την Eclectic Discs. Δεν συμπεριλήφθηκε στην αυθεντική έκδοση λόγω προβλημάτων με τα πνευματικά δικαιώματα, μιας και βασίζεται στο “Dances of the Young Girls” από το “The Rite of Sping” του Stavinsky. Από το κομμάτι σου μένουν στην μνήμη κυρίως τα μονότονα, ογκώδη drums. Στην τέταρτη κίνηση υπάρχουν solos στο μπάσο και μετά στα drums, και στο ενδιάμεσο ο Stewart παίζει μια τρομερή ανατολίτικη μελωδία στο Hammond. Ως bonus tracks υπάρχει το single που κυκλοφόρησε στις 29 Αυγούστου 1969 και το b-side του. Το “Seven Is a Jolly Good Time” είναι γρήγορο και ο τίτλος του αναφέρεται στο ρυθμό του, που είναι 7/4. Βάζω στοίχημα ότι θα κολλήσετε. Τον ίδιο ρυθμό έχει και το “Hello Hello” των Caravan που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1970. Το “You Are All Princes” γενικά δεν ενθουσιάζει αλλά έχει ένα ενδιαφέρον solo στο τσέμπαλο. Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ανθρωπότητας είναι το: «Ποιο είναι το καλύτερο album των Egg;». [Προστέθηκε 3/4/2017]

 

Arzachel – “Arzachel” (1969)

Το 1967 τρεις συμμαθητές δημιουργούν στο Λονδίνο τους Uriel επηρεασμένοι από τους Nice, Cream, Pink Floyd και Jimi Hendrix Experience. Βρίσκουν τον drummer Clive Brooks από αγγελία στο περιοδικό Melody Maker και κατορθώνουν ν’ανοίξουν συναυλίες για τους Fairport Convention και The Crazy World of Arthur Brown. Όταν στα μέσα του 1968, ο κιθαρίστας Steve Hillage  (αργότερα Gong, Khan, Kevin Ayers) έφυγε για να σπουδάσει Ιστορία και Ψυχολογία στο πανεπιστήμιο του Canterbury, με προτροπή του management τους, μετονομάζονται σε Egg. Είχαν ήδη υπογράψει συμβόλαιο ως Egg με την Decca, όταν τον Ιούνιο του 1969 η ταπεινή Evolution Records τους προσφέρει 250 λίρες για να ηχογραφήσουν ένα album με τον Steve Hillage που βρισκόταν τότε σε καλοκαιρινές διακοπές. Για να αποφύγουν τυχόν προβλήματα με την Decca αλλάζουν τ’όνομά τους από Uriel σε Arzachel και κάθε μέλος αναγράφεται στο δίσκο με  ψευδώνυμο. Το αποτέλεσμα είναι ένα ψυχεδελικό διαμάντι που διεσώθηκε από την λήθη λόγω της πειρατείας, είτε σε φυσική (bootleg LP) είτε σε ψηφιακή μορφή. Στο “Garden of Earthly Delights” ο Hillage και Mont Campbell (μπάσο) εναλλάσσονται στα φωνητικά και ο πρώτος παίζει ένα αργό solo. Το “Azathoth” είναι εμπνευσμένο από τον H.P Lovecraft και βγάζει ένα θρησκευτικό συναίσθημα. Η βλοσυρή απαγγελία του Hillage, το κάνει ακόμα πιο μυστικιστικό. Στο instrumental “Queen St. Gang” ο πληκτράς Dave Stewart (Egg, National Health, Hatfield and the North, Bruford) παίζει μια πολύ πιασάρικη μελωδία στο Hammond, που φέρνει στον νου τους Booker T. and the MG’s. Το “Leg” έχει ατμοσφαιρική εισαγωγή με πλήκτρα. Όταν μπαίνει η κιθάρα καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για μια heavy blues διασκευή στο γνωστό “Rollin’ and Tumblin”, με τον Brooks να κοπανάει άγρια στα drums. Μ’αρέσουν πολύ τα αγωνιώδη φωνητικά του Campbell (νομίζω) και το χαρακτηριστικό Hammond solo του Stewart στο 3.42. Το κιθαριστικό solo στο 1.38 του “Clean Innocent Fun” είναι από τα συγκλονιστικότερα της σκηνής. Το τραγούδι εξελίσσεται σε ψυχεδελικό όργιο. Ρίξτε μια ματιά και στους βίαιους στίχους, και μετά σκεφτείτε ότι ακούγονται σε κυκλοφορία του 1969! Το “Metempsychosis” ανήκει στα μεγάλη σε διάρκεια, αγαπημένα, αυτοσχεδιαστικά, τελείως «καμμένα» κομμάτια, τύπου “Interstellar Overdrive”. Την δυσαρμονική εισαγωγή διαδέχεται στο κιθαριστικό solo στο 2.42. Από το 6.25 επικρατεί ηρεμία και στην συνέχεια ακούγονται Αραβικού τύπου ψαλμωδίες/ αμανέδες/ κάτι τέτοιο με την συνοδεία μόνο των ατμοσφαιρικών πλήκτρων. Απίστευτη αίσθηση. Ο ήχος των drums από το 9.22 δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το μπάσο μετά το 10.40 μένει μόνο του, για να επανέρθουν τα υπόλοιπα όργανα στο 11.55 για το χαοτικό κλείσιμο. Ο Dave Stewart παραδέχεται ότι όταν ηχογραφούσαν το κομμάτι αυτό, κοίταζαν όλοι το ρολόι του studio μέχρι να συμπληρωθεί η χρονική διάρκεια για την δεύτερη πλευρά του album.  Όταν το παρουσιαζόμενο album, στην έκδοση με το κόκκινο εξώφυλλο, προσφέρθηκε ως δώρο σ’ εορτή πασίγνωστου Έλληνα μουσικού συντάκτη, συλλέκτη χιλιάδων δίσκων και μέγα λάτρη του “hard ‘n’ heavy”, αυτός απάντησε: «Καλά βρε παπάρα, black metal μου έφερες;!». Τέλος πάντων, κανείς δεν τα ξέρει όλα. Αυτό το album έγραψε ιστορία, αν και ηχογραφήθηκε σε μία μέρα, γεγονός που θα σας κάνει ν’αναθεωρήσετε -έστω και εν μέρει- την άποψη σας για τους Tool. Επίσης επιβεβαιώνει μια ακόμα συμπαντική αλήθεια: Ό,τι έχει κάνει ο Dave Stewart, είναι καλό. [Προστέθηκε 3/4/2017]

 

Hatfield and the North – “Hatfield and the North” (1974)

Το ντεμπούτο των Hatfield and the North έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το “Little Red Record” (1972) των Matching Mole: 1) Ακούγεται μόνο από την αρχή ως το τέλος, και όχι ως αυτόνομα τραγούδια. 2) Έχουν τον ίδιο κιθαρίστα, τον Phil Miller (Delivery). 3) Αυτό που παίζουν είναι πολύ πιο κοντά στο jazz rock παρά στο progressive rock και 4) η «δράση» -τουλάχιστον φαινομενικά- είναι κυρίως υπόγεια, υποσυνείδητη, παρά εξωστρεφής. Γι’αυτό και απαιτούνται πολλές ακροάσεις για να αποκαλυφθεί η αξία αυτού του album. Όταν όμως αποκαλύπτεται, θεωρώ ότι είναι πιο απολαυστικό από τους Matching Mole. Τα 15 τραγούδια της αυθεντικής έκδοσης, αποτελούν μέρος ενός ενιαίου συνόλου. Ας αναφερθώ σε κάποιες στιγμές: Στο “Calyx” το «ααα» σε διάφορους τόνους το κάνει ο τεράστιος Robert Wyatt (Soft Machine, Matching Mole). Δεν κάνει φωνητικά σε άλλο τραγούδι, αν και η αρχική –λανθασμένη- εντύπωση είναι διαφορετική.  Στο μέσον του “Son of ‘There’s No Place Like Homerton’” οι Northettes [Barbara Gaskin (Spirogyra), Amanda Parsons, Ann Rosenthal] τραγουδάνε αιθέρια και διδάσκουν πώς γίνονται τα γυναικεία φωνητικά. Το τενόρο σαξόφωνο του καλεσμένου Geoff Leigh (Henry Cow) προσδίδει επιπλέον jazz άρωμα στο τραγούδι. Το ταλέντο του μπασίστα Richard Sinclair  (μπάσο – Caravan) λάμπει στο “Rifferama”. To “Fol de Rol” είναι εθιστικό με τα ασυνάρτητα φωνητικά του Sinclair. Στο τέλος του, το τηλέφωνο χτυπάει και ακούγεται από το ακουστικό η υπάρχουσα μελώδια. Το “Shaving is Boring” βασίζεται σ’έναν επαναλαμβανόμενο jazz fusion ρυθμό, και ταυτόχρονα ο Dave Stewart (πλήκτρα – Egg, Uriel, αργότερα National Health, Bruford) δημιουργεί στο Minimoog διάφορους space ήχους. Στο 5.53 ακούγονται αποσπάσματα από άλλα τραγούδια, βήματα, πόρτες να κλείνουν, θυμίζοντας το “Passaggio” από το ντεμπούτο των Banco del Mutuo Soccorso (1972). Αμέσως μετά, το τραγούδι γίνεται πιο περιπετειώδες με την ύπαρξη πνευστών και τον Miller να σολάρει. Τα θλιμμένα φωνητικά του Sinclair στο “Licks for the Ladies” τα συνοδεύει μόνο το Fender Rhodes ηλεκτρικό πιάνο του Stewart, το οποίο έχει βασικό ρόλο στο album, παραμερίζοντας το σήμα-καταταθέν του, το Hammond L100. Δεν έχουν ανάγκη άπειρα κανάλια για δημιουργήσουν τόσα συναισθήματα. Βάλτε το να το ακούσουν και όσοι μιλάνε για «δεινοσαυρικούς». Τα ρέοντα πλήκτρα και τα εξαιρετικά γυναικεία φωνητικά ξεχωρίζουν στο “Lobster in Cleavage Probe”. Αν και μ’αρέσει πολύ το solo του Miller στο “Big Jobs No. 2”, η κορυφαία κιθαριστική στιγμή του album είναι το παραμορφωμένο solo στην αρχή του “Gigantic Land Crabs in Earth Takeover Bid”. Ως bonus στην επανέκδοση του 1992 υπάρχει το single του 1974 και το b-side του. Τo “Let’s Eat (Real Soon)” είναι σχεδόν funky με τα φωνητικά του Sinclair σε πρώτο ρόλο, και ένα solo στην κιθάρα. Το “Fitter Stoke Has a Bath” (σύνθεση του drummer Pip Pyle –Gong) είναι πιο αντισυμβατικό, με φλάουτο, εκπληκτικές φωνητικές μελωδίες και κλείνει με solo του Miller. Όσο περισσότερο το ακούς, τόσο περισσότερο το εκτιμάς. [Προστέθηκε 3/4/2017]

 

Kingdom Come – “Journey” (1973)

Το επόμενο συγκρότημα -δισκογραφικά-  του Arthur Brown, μετά τους Crazy World of Arthur Brown, ήταν οι Kingdom Come. Οι συνεχείς αλλαγές μελών (σε μια περίπτωση ο drummer το ‘σκασε με την γυναίκα του μπασίστα) τους αναγκάζουν να έχουν σ’όλο το τρίτο album τους, αντί για drummer, ένα Bentley Rhythm Ace drum machine. Αυτή η πρωτοποριακή ιδέα, μαζί με την είσοδο στο συγκρότημα του πληκτρά από το Detroit, Victor Peraino, καθορίζουν το περιεχόμενο του album. Ο Peraino προτιμούσε το Mellotron και τα ARP 2600 και EMS VCS 3 synthesizers έναντι του Hammond που χρησιμοποιούσε ο σπουδαίος Vincent Crane στους Crazy World. Ο Arthur Brown ήθελε το album να έχει την απλότητα ενός κουαρτέτου εγχόρδων, όπου το κάθε όργανο είναι το ίδιο σημαντικό με το άλλο και επίσης να στηρίζεται στις δυνατότητες του Bentley Rhythm Ace drum machine. Για μία ακόμα ηχογράφηση, το συγκρότημα βρίσκεται υπό την επήρεια LSD, ενώ μετά από μόλις δύο τραγούδια την θέση του Dennis Taylor ως παραγωγού αναλαμβάνει ο Dave Edmunds, γνωστός θαμώνας των Rockfield Studios. Στο “Time Captives” γίνεται περισσότερο εμφανής απ’οπουδήποτε αλλού η χρήση του drum machine που παίζει σε ρυθμό 4/4. Από το 3.03 τα synthesizers προκαλούν νευρικό γέλιο με τους space ήχους που δημιουργούν. Τα εναλλασσόμενα φωνητικά στο 6.00 (προφανώς από τον ίδιο τον Arthur) είναι εκπληκτικά. Το έχουν αποδώσει live και οι Hawkwind, κάποιες φορές με τον Arthur Brown πίσω από το μικρόφωνο. Το “Gypsy” έχει συμφωνική εισαγωγή, και η ηλεκτρική κιθάρα συνυπάρχει με τα πλήκτρα σ’όλη τη διάρκεια. Η ανατολίτικη μελωδία στο synth στο 7.01 και τα «πειραγμένα» φωνητικά εκτοξεύουν το τραγούδι σ’απλησίαστα επίπεδα. Η κάργα επική εισαγωγή του “Superficial Roadblocks” (με gong παρακαλώ!) σίγουρα προμηνύει κάτι ενδιαφέρον. Ακολουθεί στο 2.02 μια ξεκάρφωτη μελωδία που επαναλαμβάνεται. Το solo του Andy Balby στην κιθάρα στο 4.36, ακολουθούν θρησκευτικού τύπου χορωδιακά φωνητικά. Οι τσιρίδες του Brown και το μπάσο του Phil Shutt ξεχωρίζουν στο “Conception”. To “Spirit of Joy” είναι απίστευτα πιασάρικο και δικαίως κυκλοφόρησε σε single. Το “Come Alive” είναι αρχετυπικό δείγμα electronic rock τραγουδιού με μπάσο και (σταδιακά) λυσσασμένη κιθάρα από το 4.35. Μετά, τον πρώτο λόγο αναλαμβάνουν τα φουτουριστικά synths. Ακόμα κι αν συγκρίνεις το “Journey” με το “Dark Side of the Moon” που ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε την ίδια εποχή και στο οποίο συναντάμε επίσης αρκετό VCS 3 ή με το μεταγενέστερο “Zuckerzeit” (1974) των Cluster, που χρησιμοποιούν Elka drum machine, διαπιστώνεις το πόσο ριζοσπαστικό τεχνολογικά και ηχητικά ήταν. Σκεφτείτε ότι και στις συναυλίες είχαν drum machine, και οι οπαδοί έψαχναν πίσω από την σκηνή να δουν από πού παίζει drummer! Δυστυχώς, η εμπορική επιτυχία δεν ήρθε, ο Arthur Brown επικέντρωσε αλλού το ενδιαφέρον του και οι Kingdom Come διαλύθηκαν. Παρ’όλα αυτά κατόρθωσαν ν’ανοίξουν συναυλίες για την ορχήστρα του Duke Ellington. Album-σταθμός στην ιστορία της μουσικής. [Προστέθηκε 13/4/2017]

 

Picchio dal Pozzo – “Picchio dal Pozzo” (1976)

Είχα ξεκινήσει να γράφω για το “Welcome to My Paradise” (1978) των Alkana, αλλά για μία ακόμα φορά, με εκνεύρισαν τα εμπορικά φωνητικά, και αποφάσισα να γράψω για κάτι που μ’εκφράζει πολύ περισσότερο. Από όλα τα Ιταλικά rock συγκροτήματα της δεκαετίας του ’70 αυτό που θα μπορούσε να ταυτιστεί περισσότερο με την σκηνή του Canterbury είναι οι Γενοβέζοι Picchio dal Pozzo (προφέρεται «πίκιο νταλ πότσο»). Υπό την καθοδήγηση του πληκτρά Aldo De Scalzi -μικρότερου αδερφού του Vittorio, ιδρυτικού μέλους των New Trolls- κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους το 1976 από την βραχύβια Grog των αδερφών De Scalzi. Στην Grog ανήκαν και οι μοναδικοί Celeste, δύο μέλη των οποίων συμμετέχουν στο παρουσιαζόμενο album. Δύο χρόνια νωρίτερα, τρεις εκ των Picchio dal Pozzo είχαν επισκεφθεί το Λονδίνο προκειμένου ν’αγοράσουν μια πολυκάναλη κονσόλα ηχογράφησης και να γνωρίσουν από κοντά την εκεί μουσική σκηνή. Έτσι, στις 6 Σεπτεμβρίου του 1974 ήταν παρόντες στην συναυλία του Robert Wyatt στο θέατρο Royal Drury Lane, όπου τον συνόδευαν επί σκηνής οι Dave Stewart, Mike Oldfield, Nick Mason, Hugh Hopper, Fred Frith, Nick Mason κ.ά. Έμειναν τόσο εντυπωσιασμένοι που αφιέρωσαν το ντεμπούτο τους στον Robert Wyatt. Σ’αυτό συναντάμε πληθώρα μουσικών οργάνων (πχ. σαξόφωνο, ξυλόφωνο, φλάουτο) και προσκεκλημένων μουσικών. Θ’αναφερθώ σε κάποια τραγούδια που μπορώ να περιγράψω κάπως. Το “Cocomelastico” ξεκινάει με μπάσο και πνευστά. Στο 2.17 ακούγονται περίεργα φωνητικά (σαν να τραγουδάει κάποιος τρελός), λες και είναι βγαλμένα από το κινηματογραφικό σύμπαν του Fellini. Την ίδια στιγμή άνθρωποι συνομιλούν στο βάθος, όπως στο “Gloria Gloom” από το “Little Red Record” (1972) των Matching Mole, ή για την ακρίβεια στο “Why Don’t You Eat Carrots?” από το ντεμπούτο των Faust (1971). Ακολούθως, κάποιος κάνει γαργάρες, ο τρελός ξανακούγεται, κι όλα αυτό συμβαίνουν υπό τους ήχους της jazz. Το “Seppia” είναι το πιο επιβλητικό δημιούργημα των Picchio dal Pozzo και αποτελείται από τρία μέρη. Η εισαγωγή με το synthesizer τύπου Tangerine Dream (στο πιο γρήγορο) και το μπάσο που παίζει μια νότα αραιά και πού, χαράσσεται στην μνήμη. Μετά, το synth γίνεται πιο «ραδιενεργό», και το ξυλόφωνο του Ciro Perrino των Celeste, δημιουργούν μια νοσηρή ατμόσφαιρα. Τύφλα να’χει ο φίλτατος Claudio Simonetti  (Goblin)! Στο 6.19 το ξυλόφωνο μένει μόνο με το φλάουτο του Vittorio De Scalzi (New Trolls). Μετέπειτα, κότες κακαρίζουν κι ένας κόκκορας λαλάει. Ξεκινάει άλλη μελωδία στα πλήκτρα και ένα παιδί απαγγέλλει λέξεις μία-μία στα Ιταλικά. Κλείνει με αναζητήσεις ραδιοφωνικών σταθμών όπως στο “Wish You Were Here” (1975). Χωρίς αμφιβολία, ανήκει στα αριστουργήματα της προοδευτικής μουσικής! Το “Napier” πήρε τ’όνομά του από την οδό που έμεναν στο Λονδίνο. Η βουκολική του έναρξη δίνει την σειρά της σε μια μελωδία τύπου τσίρκου. Το μπάσο είναι αρκετά ογκώδες όπου ακούγεται. Το “La Floricultura Di Tschincinnata” έχει κανονικά φωνητικά (όπως και το “Napier” νωρίτερα). Το ηλεκτρικό πιάνο στο 2.01 οδηγεί σε δυσαρμονικό ξεσάλωμα synth-πνευστών. Το πιάνο και το contralto σαξόφωνο του Leonardo Lagorio των Celeste το “La Bolla” συνδυάζονται ιδανικά, αλλά το μυστικό βρίσκεται στην συγκρατημένη ακουστική κιθάρα. Ακούστε το! Στην εισαγωγή του “Off” ο Aldo De Scalzi παίζει δεξιοτεχνικά πιάνο και το φλάουτο του Vittorio θυμίζει περισσότερο από ποτέ τους Celeste. Τα (ας πούμε) φωνητικά, λένε μόνο “wah-wah”, πιθανώ ς επηρεασμένα από το “Lieber Honig” (1972) των NEU! Αν θεωρείται τον εαυτό σας οπαδό των Hatfield and the North, Soft Machine, Gong και Henry Cow, θα νιώσετε. [Προστέθηκε 13/4/2017]

 

Culpeper’s Orchard – “Culpeper’s Orchard” (1971)

Το συγκρότημα με έδρα τη Δανία αποτελούνταν από δύο Δανούς και δύο Άγγλους και πήραν τ’όνομά τους από τον Άγγλο βοτανολόγο, ιατρό και αστρολόγο του 17ου αιώνα, Nicholas Culpeper. Ο Άγγλος τραγουδιστής και βασικός συνθέτης τους, Cy Nicklin συμμετείχε παίζοντας sitar και στην ηχογράφηση της Sandy Denny με τους Strawbs στη Κοπεγχάγη το 1967. Αργότερα έγινε μέλος της Christiania κομμούνας. Η μουσική των Culpeper’s Orchard είναι δύσκολο να χωρέσει κάτω από μία ταμπέλα. Σίγουρα δεν είναι 100% progressive rock, ούτε 100% hard rock. Επίσης, οι ψυχεδελικές, blues, folk, ακόμα και country επιρροές δυσκολεύουν κάθε απόπειρα περιγραφής. Το “Banjocul” όπως δηλώνει και ο τίτλος είναι μια σύντομη εισαγωγή με banjo. Τα country στοιχεία θα φανούν περισσότερο στην τρίτη κυκλοφορία τους, η οποία όμως δεν συνιστάται. Το “Mountain Music Part 1” είναι ένα γρήγορο κιθαριστικό hard rock τραγούδι. Το καταιγιστικό solo στο 2.43 συνεπαίρνει τον ακροατή. Στο 4.25 μαλακώνει και έχει άρτια, μελωδικά φωνητικά. Ολοκληρώνεται μ’ ένα ηπιότερο solo και ογκώδες μπάσο. Αν σας αρέσουν οι Led Zeppelin, δεν θα σας αφήσει ασυγκίνητο. Το “Hey You People” είναι χίπικο με ομαδικά φωνητικά, όπως χίπικο ήταν και το “Misty Mountain Hop”, αμφότερα του 1971. Όποιος έγκριτος ή μη, ισχυρίζεται ότι οι Zeppelin δεν ήταν χίπηδες, καλύτερα να διαβάσει καμμιά συνέντευξη του John Paul Jones. Το «χάσιμο» στο 2.33 του “Teaparty for an Orchard” είναι η πιο χαοτική, ψυχεδελική στιγμή του album. Το διαδέχεται ένα solo στην κιθάρα. To μπάσο βγαίνει μπροστά από το 4.38 και στο 4.52 αλλάζει η μελωδία και γίνεται πιο groove-άτη. Όταν ξεκινάει το “Ode to Resistance” με φλάουτο και ακουστική κιθάρα, νομίζεις ότι έχεις να κάνεις με ένα αιθέριο κομμάτι τύπου Moody Blues (και όχι Jethro Tull). Ξαφνικά στο 1.11 σκάνε τα πρώτα ακόρντα της ηλεκτρικής και μπαίνει ένα solo. Κλείνει πάλι με φλάουτο και ακουστική. Το “Your Song & Mine” έχει αρκετές εναλλαγές στην ένταση και ένα solo στο 2.45. Έχω μεγάλη αδυναμία στο “Gideon’s Trap”. Το πιάνο έχει τον πρώτο ρόλο και βασίζεται στο καλούπι του “A Whiter Shade of Pale” (1967) των Procol Harum, αλλά αυτό είναι αμεσότερο. Μόνο με κορυφαία δημιουργήματα των Beatles, Badfinger και φυσικά των Procol Harum μπορεί να συγκριθεί. Το solo στο 3.48 το κάνει ακόμα καλύτερο (πόσο περισσότερο;). Το ακουστικό “Blue Day’s Morning” έχει τρομερές φωνητικές μελωδίες, όπως τις γνωρίσαμε από τους Simon & Garfunkel και τους Crosby, Stills, Nash & Young. Στο “Mountain Music Part 2” επανέρχονται σε rock φόρμες. Τα φωνητικά μοιάζουν με του πολύ μεταγενέστερου Dave Matthews (τι live διασκευάρα έκανε στο “Cortez the Killer” με τον κολλητό Warren Haynes !) Το solo του Δανού κιθαρίστα Neils Hendrikson, στο 6.10 προκαλεί απίστευτη πώρωση, που μόνο το “Comfortably Numb” (1979) μου δημιουργεί. Κλείνει με λίγα δευτερόλεπτα banjo, όπως ξεκίνησε δηλαδή. [Προστέθηκε 13/4/2017]

 

ΥΓ.1: Επειδή έχω αλλεργία στις λίστες, για να διασφαλιστεί η τυχαία σειρά παρουσίασης στο παρόν άρθρο έκανα το εξής: Αρίθμησα τα albums με την σειρά που τα έγραψα στο word, έφτιαξα χαρτάκια με το νούμερο που αντιστοιχεί στο κάθε album, πέταξα τα χαρτάκια σε ένα καπέλο, τα ανακάτεψα, και τράβαγα ένα-ένα χαρτάκι. Τη σειρά με την οποία βγήκαν τα χαρτάκια τη βλέπετε. Δεν είναι δική μου ιδέα, το ίδιο είχε κάνει και ο Thom Yorke με στίχους για το “Kid A” album των Radiohead.

ΥΓ.2: Ta albums των Blocco Mentale, Jan Dukes de Grey και Sunbirds είχαν αναφερθεί σε προηγούμενα αφιερώματά μου για το Ιταλικό progressive rock , το Βρετανικό folk  και το krautrock  αντίστοιχα. Στο παρόν αφιέρωμα συμπεριλαμβάνονται γιατί το αξίζουν.

ΥΓ.3: Τυπικό δείγμα “baroque pop” θεωρείται το “Eleanor Rigby” των Beatles. Ποτέ δεν μ’άρεσε ως σύνθεση. Η παραγωγή του George Martin, με τον οποίο είχα την τιμή να μιλήσω, είναι φυσικά άψογη. Θα συμφωνήσω για μία ακόμη φορά με τον τεράστιο Ray Davies των Kinks που έγραψε: «μοιάζει σαν το έγραψαν για να ικανοποιήσουν τους δασκάλους μουσικής του δημοτικού σχολείου. Μπορώ να φανταστώ τον John να λέει: “Πρόκειται να το γράψω αυτό για την παλιά μου δασκάλα”». Το τραγούδι είναι σύνθεση του Paul McCartney. Πάρα πολύς κόσμος –ακόμα και ο Ray Davies- έβλεπαν το “Lennon/McCartney” στα credits και νόμιζαν ότι τα τραγούδια τα έγραφαν μαζί.

ΥΓ.4: Σε μία συναυλία στο Speakeasy Club του Λονδίνου οι The Knack (φωτό) έπαιξαν το “A Day in the Life” ενώ στο κοινό βρίσκονταν οι John Lennon και George Harrison των Beatles. Όταν το τελείωσαν, τα δύο μέλη των Beatles κέρασαν το συγκρότημα ένα γύρο ποτά, με τον John Lennon να εξομολογείται ότι οι Beatles δεν θα μπορούσαν να το παίξουν τόσο καλά live! Ο John Lennon σύχναζε στο Speakeasy και το “A Day in the Life” βρισκόταν τακτικά στο setlist των The Knack. Ο John Lennon καθόταν για ένα ποτό, τους περίμενε μέχρι να το παίξουν και αφού το έπαιζαν, έφευγε και πήγαινε αλλού για φαγητό.

ΥΓ.5: i) Ο Hawksworth λέει σε συνέντευξή του: «Έχεις δει τους Spirit live; Έκαναν τους Who να μοιάζουν με ηλίθιους. Και όλοι ξέρουμε πόσο καλοί ήταν οι Who. Ήταν εξαιρετικοί, απόλυτα εξαιρετικοί». ii) Οι αγαπητοί στους κυνηγούς σπάνιων albums της εποχής, Fuzzy Duck μοιράζονταν τον ίδιο manager με τον Tom Jones (!!!), τον Gordon Mills. iii) Να αναφέρω και μια ιστορία: Όταν ο Hawksworth μετά τους Fuzzy Duck ήταν στο συγκρότημα του Jimmy McCulloch (Wings –κιθάρα), έκαναν μια Αμερικάνικη περιοδεία με τους Mountain. Κάποια στιγμή, η κιθάρα του McCulloch εκλάπη και ο Keith Richards του δάνεισε μια παλιά Les Paul. Ο Leslie West που δεν γνώριζε ότι η κιθάρα ήταν δανεική, κάθε βράδυ πήγαινε στο καμαρίνι του συγκοτήματος του McCulloch και του έλεγε: «Jimmy, θα σου δώσω 1000 δολάρια γι’αυτή την κιθάρα». iv) Η φωτογραφία στην εισαγωγή του αφιερώματος ανήκει στους Andromeda.

ΥΓ.6: i) Όταν οι Groundhogs άνοιγαν για τους Bluesbreakers στο Ricky-Tick club του Windsor, ο Eric Clapton είπε στον McPhee ότι θα αφήσει το συγκρότημα για να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο. Επίσης του είπε ότι ο Mayall είναι μεγαλομανής. Έτσι όταν ο Mayall πρότεινε στον McPhee να αντικαταστήσει τον Clapton, αυτός αρνήθηκε ενθυμούμενος τα λόγια του Clapton. Η «παγκόσμια περιοδεία» του Clapton έφτασε μέχρι… την Ελλάδα και μόλις επέστρεψε στην Αγγλία, ο Mayall του ξαναζήτησε να ενταχτεί στο συγκρότημα, που σημαίνει ότι αν ο Clapton δεχόταν, ο McPhee θα έπρεπε να φύγει. Τελικά τον Clapton αντικατέστησε στους Bluesbreakers, ο Peter Green. ii) Στο εξώφυλλο του “Blues Obituary” οι Groundhogs θάβουν τελετουργικά τα blues. Για την περίσταση είχαν νοικιάσει κοστούμια εφημέριου (για τον McPhee) και νεκροθάφτη (για τους Cruickshank και Pustelnik) και το πτώμα παριστάνει ένας φίλος τους ονόματι Hoss που ήταν κιθαρίστας κάποιων Screw. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Κοιμητήριο Highgate όπου βρίσκεται θαμμένος ο Karl Marx. iii) Ο John Lee Hooker ήταν αναλφάβητος και οι Groundhogs του έδειξαν πώς να υπογράφει αυτόγραφα. Επίσης, ο McPhee έγραψε ένα ερωτικό γράμμα που του υπαγόρευσε ο John Lee Hooker με παραλήπτη μια νεαρή οπαδό που είχε συναντήσει ο σπουδαίος Αμερικανός μπλουζίστας σε μια συναυλία.

ΥΓ.7: Χρόνια νωρίτερα, μαθητής του Marcel Marceau διετέλεσε ο David Bowie (φωτό). Αμέσως μετά την επίστροφή του από το Παρίσι όπου είχε πάει για μαθήματα με τον Marceau, γνώρισε στο Marquee Club –που στεγαζόταν ακόμα στην οδό Wardour- τον Keith Emerson. Τότε (Απρίλιος 1966) τον Bowie συνόδευαν επί σκηνής οι The Buzz.

ΥΓ.8: i) Ο Αποστόλης Άνθιμος αργότερα διετέλεσε drummer του Γιώργου Νταλάρα με τον οποίο περιόδευσε σε όλο τον κόσμο. ii) Η Δυτική μουσική δεν απαγορευόταν στην κομμουνιστική Πολωνία. Οι Rolling Stones έπαιξαν δυο shows στην Βαρσοβία στις 13 Απριλίου 1967, τέσσερις μέρες πριν την συναυλία τους στην Αθήνα. Στο Jazz Jamboree festival στην Βαρσοβία είχαν εμφανιστεί οι Miles Davis, Cannonball Adderley, Elvin Jones και πάρα πολλοί άλλοι.

ΥΓ.9: Ο Γιάννης Πετρίδης σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία γράφει: «Ο Shawn Phillips ήταν από τους μουσικούς που γνώρισε στη Νέα Υόρκη και εκτιμούσε ο Μάνος Χατζιδάκις, σχεδίαζε μάλιστα να συνεργαστεί μαζί του όπως αναφέρει σε ηχογραφημένο μήνυμά του στον Μίνω Αργυράκη το 1981, για ένα άλμπουμ που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε». Το άρθρο δεν αναφέρει κάτι άλλο σε σχέση μ’αυτούς τους δύο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο Shawn συνεργάστηκε με τον μεγάλο Έλληνα συνθέτη. Για την ακρίβεια έγραψε τους αγγλικούς στίχους και έκανε φωνητικά στην πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού του Χατζιδάκι «Η μπαλάντα των Αισθήσεων και των Παραισθήσεων» για την ταινία “The Martlet’s Tale” (1970). Αν και δεν είμαι «γκουρού», είχα την τιμή να κάνω μια τηλεφωνική συνέντευξη με τον Shawn Phillips (Ιούνιος 2015) όπου μου είπε τα παρακάτω: «Ήρθα σε επαφή με τον Μάνο μέσω ενός ανθρώπου που ονομάζεται Michael Kamen (σ.σ: συνθέτης και ενορχηστρωτής των Pink Floyd και Queen). Ο Michael με σύστησε στον Μάνο στη Νέα Υόρκη. Επίτρεψέ μου να σου πω κάτι, μέχρι σήμερα το πράγμα που θυμάμαι περισσότερο από τον Μάνο είναι: Όταν έμπαινες στο διαμέρισμά του, αυτό που μύριζες ήταν μια κολώνια που ονομάζεται Vetiver. Αυτό ήταν αυτό που μύριζες όταν έμπαινες στο διαμέρισμά του: Gauloises τσιγάρα και Vetiver. Και φοράω Vetiver μέχρι σήμερα. Έβαλα σήμερα το πρωί. Ναι, ήταν υπέροχος. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Με αποκαλούσε “Μαρία Κάλλας του κόσμου της pop”. Τον συνάντησα στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια δουλέψαμε μαζί στην Ιταλία».

loading...