Μετά το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το cult θρίλερ “Hush”, ο σκηνοθέτης Μαρκ Τόντεραϊ επιστρέφει με άλλη μια ανατριχιαστική ταινία τρόμου. Πρωταγωνιστούν οι υποψήφιες για Όσκαρ Τζένιφερ Λόρενς («Winter’s Bone”, “The Hunger Games”) και Ελίζαμπεθ Σου («Leaving Las Vegas»), καθώς και o Μαξ Θίριοτ («Chloe»).

Μια μητέρα και η κόρη της μετακομίζουν σε μια νέα κοινότητα και ανακαλύπτουν ότι δίπλα τους βρίσκεται ένα σπίτι με σκοτεινό παρελθόν. Πριν χρόνια, σε ένα τραγικό περιστατικό, μια ψυχωτική νεαρή κοπέλα δολοφόνησε τους γονείς της. Ενώ οι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι η κοπέλα εξαφανίστηκε μετά τη βάναυση δολοφονία, οι νεοαφιχθείσες γυναίκες δεν αργούν να διαπιστώσουν πως η ιστορία του καταραμένου αυτού σπιτιού δεν έχει κλείσει οριστικά…

Ο Σκηνοθέτης
Ο σκηνοθέτης Mάρκ Τόντεραϊ γεννήθηκε στο Λονδίνο και μεγάλωσε στην Ζιμπάμπουε. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο του Κίνγκστον στη Βόρεια Καρολίνα, ξεκίνησε όμως την επαγγελματική του καριέρα σαν συγγραφέας, παραγωγός και παρουσιαστής του “The Mark Tonderai Show”, στο ραδιοφωνικό σταθμό του BBC. O Τόντεραϊ εμφανίζεται στο χώρο κινηματογράφου ξεκινώντας να διαβάζει σενάρια για το Βρετανικό κινηματογραφικό κέντρο Premier Fund. Το 2002 ιδρύει την εταιρεία Shona Films, για να διατηρεί τον καλλιτεχνικό έλεγχο και την ανεξαρτησία των project του. Το σεναριακό και σκηνοθετικό του ντεμπούτο γίνεται το 2009 με το ψυχολογικό θρίλερ “Hush”, το οποίο ήταν υποψήφιο στα Βρετανικά Βραβεία Κινηματογράφου.

Λίγα Λόγια για την Παραγωγή
Ένα στοιχειωμένο, σάπιο σπίτι, ένας νεαρός άντρας με ένα τρομακτικό μυστικό και μια δυναμική και ανεξάρτητη έφηβη είναι τα κλασσικά συστατικά μιας ταινίας τρόμου. Το “Σπίτι Στο Τέλος Του Δρόμου” όμως έχει μια φιλόδοξη και δημιουργική ομάδα που υπερβαίνει το είδος με μοντέρνα γραφικά, ρεαλιστικούς χαρακτήρες και μυστικά “εμφανώς” κρυμμένα. «Το έργο έχει την πλοκή όλων των καλών ταινιών», λέει ο παραγωγός Άαρον Ράιντερ. «Φέρνει λίγο σε χιτσκοκικό θρίλερ, προσανατολισμένο προς το νεανικό κοινό με ένα εξαιρετικό καστ νεαρών ηθοποιών. Το σενάριο είναι πολύ καλό: είναι πράγματι τρομακτικό. Παρά το ότι το ψυχολογικό αυτό θρίλερ είναι γεμάτο εκπλήξεις και απρόβλεπτα που κόβουν την ανάσα, αυτή η ταινία στην ουσία εστιάζει στους χαρακτήρες», λέει ο παραγωγός. «Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν σε αυτή την ταινία, είναι ότι οι χαρακτήρες δεν είναι στερεοτυπικοί. Εδώ δεν έχουμε την τυπική σχέση μητέρας-κόρης, η Ελίσα είναι πράγματι πιο υπεύθυνη από τη Σάρα. Ο Ράιαν είναι σκοτεινός και μυστηριώδης, αλλά ταυτόχρονα ευάλωτος και πολύ γοητευτικός. Μπορείς αμέσως να καταλάβεις γιατί ένα νεαρό κορίτσι ελκύεται από εκείνον».
Η ταινία βασίζεται σε μια μικρή αληθινή ιστορία του Τζόναθαν Μόστοου, ενός βετεράνου συγγραφέα, σκηνοθέτη και παραγωγού, η οποία υπέστη εκτενή επεξεργασία από τον ίδιο τον Μόστοου και τον συνέταιρό του, Χολ Λίμπερμαν. «Υλικό τόσο καλά επεξεργασμένο από κινηματογραφικό παραγωγό, είναι ασυνήθιστο», λέει ο Ράιντερ. «Γι’ αυτό και πολλοί έμπειροι σκηνοθέτες ενδιαφέρθηκαν για αυτό το project».
Σε αυτή την ταινία ο Τόντεραϊ βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από το κοινό, κρατώντας τους σε αγωνία, δημιουργώντας εύλογες αμφιβολίες και κλιμακούμενες υποψίες. «Πρόκειται για μια ταινία που αφορά στο τι κρύβεται από πίσω», λέει ο Ράιντερ. «Πρόκειται για τη δυαδικότητα. Είναι αυτό που όλοι έχουν μέσα τους και για αυτό το λόγο η ιστορία λειτουργεί. Η γονεϊκότητα απέναντι στην ενηλικίωση μιας έφηβης, θλίψη και λύτρωση, πρώτη αγάπη και δεύτερες ευκαιρίες: είναι αυτά που πραγματεύεται η ταινία. Αυτά της δίνουν ψυχή και την διαφοροποιούν από τις άλλες κλασικές ταινίες τρόμου. Θέλαμε να ανεβάσουμε το επίπεδο αυτού του είδους και δουλέψαμε πολύ σκληρά για να το καταφέρουμε».
Ήταν επιθυμία του Τόντεραϊ να δημιουργήσει ένα ψυχολογικό θρίλερ, που δε θα κατάφερνε μόνο να φοβίσει το κοινό – κάτι το οποίο, όπως λέει και ο ίδιος, τροφοδότησε το πάθος του κατά τη διάρκεια της διετίας που έκανε την ταινία.
Αυτό περιελάμβανε την εξερεύνηση της σχέσης μεταξύ της Ελίσα (Τζένιφερ Λόρενς) και του αινιγματικού αγοριού που μένει δίπλα (Μαξ Θίριοτ). «Μόλις είχα αποκτήσει ένα παιδί και ένιωσα έντονα ότι ήθελα να ασχοληθώ με τη σχέση γονιού-παιδιού», λέει ο σκηνοθέτης. «Δε ξέχασα πότέ ότι η ταινία είναι ένα θρίλερ, είναι όμως και μια ταινία σχετικά με τους γονείς και πώς μας βοηθάνε να γίνουμε αυτοί που είμαστε. Είναι, επίσης, μια ιστορία αγάπης. Ένα κορίτσι μετακομίζει σε ένα καινούριο σπίτι. Καταλήγει να ερωτευτεί το αγόρι που μένει δίπλα της, ο οποίος έχει ζήσει ένα φρικτό γεγονός. Όλοι στην κοινότητα είναι εναντίον τους. Είναι μια πολύ ρομαντική ιδέα».
Πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, ο Τόντεραϊ έφτιαξε αυτό που αποκαλεί ο ίδιος “βίβλο” για αυτή την ταινία, ένα έγγραφο σχεδόν 100 σελίδων, το οποίο περιγράφει τις ιδέες του σχετικά με τους χαρακτήρες, τον τόνο, το φωτισμό, τα θέματα και πολλά άλλα. Μοίρασε τον λεμπτομερή και πλούσια εικονογραφημένο τόμο στο καστ και στο συνεργείο, για να σιγουρευτεί ότι όλοι βαδίζαν πάνω στην ίδια γραμμή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. «Είναι πολύ σημαντικό όταν ξεκινάς μια ταινία, να κάνουν όλοι τα ίδια σε σχέση με το θέμα, την ιδέα και τους  χαρακτήρες», λέει ο σκηνοθέτης, που δημιούργησε έναν παρόμοιο οδηγό για την πρώτη του ταινία. «Κάθε σκηνή είναι σημαντική. Και κάθε σκηνή είναι μια πρόκληση. Ήμασταν σε αυστηρό πρόγραμμα και έπρεπε να αξιοποιήσουμε της ημέρες που είχαμε».
Ο Ράιντερ ήταν στην αρχή δύσπιστος, αλλά στο τέλος κατάλαβε πόσο σημαντική ήταν η “βίβλος”για τον Τόντεραϊ και για όλη τη διαδικασία της ταινίας, έτσι ώστε να καταφέρει να δημιουργήσει το αίσθημα της ανατριχίλας στο βάθος της ιστορίας. «Σ’ αυτήν τη ‘βίβλο’ έβαλε πάρα πολλά στοιχεία της ταινίας, πολλές ιδέες και θέματα από την ταινία: από το πώς θα γύριζε την ταινία, με ποιον φωτισμό και με ποια πλοκή. Πολλοί σκηνοθέτες δεν σκέφτονται τόσο μακροπρόθεσμα.»
Αναγνωρίζοντας ότι ο κινηματογράφος χρειάζεται ένα πνεύμα συνεργασίας, ο Τόντεραϊ βεβαιώθηκε ότι όλοι, από τους ηθοποιούς μέχρι τους επικεφαλής των τμημάτων, τους παραγωγούς και τα μέλη  του συνεργείου, είχαν την ευκαιρία να μοιραστούν το όραμά του. «Όλοι συμμετείχαν δίνοντας τη δική τους άποψη,  κάτι πολύ θετικό. Αλλά αν το συνεργείο δεν ξέρει τι σκέφτομαι  ή παραδείγματος χάρη το ενδυματολογικό δεν γνωρίζει τι φωτισμό θα χρησιμοποιήσουμε, ή ο ηλεκτρολόγος δεν ξέρει την υφή του φωτός που χρειάζομαι, τότε είμαι σε μειονεκτική θέση. Με αυτό σαν οδηγό, οι επιλογές δεν έγιναν βασισμένες στις γνώμες. Έγιναν με βάση τους χαρακτήρες, το θέμα και την ιστορία. Ο παραγωγός Ρόμπερτ Μέντζις δεν είχε ξαναδεί κάποιον σκηνοθέτη να μοιράζεται με το συνεργείο τόσα πολλά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας. «Η βίβλος δούλεψε απίστευτα καλά. Ήταν πολύ εστιασμένη και άγγιξε σχεδόν κάθε πτυχή, επιτρέποντας στο συνεργείο να “εισχωρήσει” στο μυαλό του σκηνοθέτη. Μέσα από τη βίβλο κατάλαβαν ποιο ήταν το όραμά του π.χ. για το ενδυματολογικό τμήμα, το σκηνογραφικό, την κάμερα – ποια ήταν η ματιά του πάνω σε όλο το έργο. Αυτό πιστεύω έδωσε τον τόνο σε όλη την παραγωγή, με αποτέλεσμα να βγει μια εκπληκτική δουλειά».

Γεμίζοντας το σπίτι στο τέλος του δρόμου
Οι δημιουργοί πέτυχαν διάνα διαλέγοντας την Τζένιφερ Λόρενς στο ρόλο της Ελίσα. Η Λόρενς, της οποίας η καριέρα απογειώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια, έχει ήδη πρωταγωνιστήσει στη δραματική ταινία “Στην καρδιά του χειμώνα”,  για την οποία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου, σε ηλικία μόλις 20 χρονών. Τότε ήταν που επιλέχθηκε για το ρόλο της νεαρής Κάτνις Έβερντιν στην ταινία “Αγώνες Πείνας”, που την ώθησε στο καλλιτεχνικό στερέωμα.
«Από τη στιγμή που θα συναντήσεις την Τζένιφερ, συνειδητοποιείς ότι αυτό το κορίτσι έχει μια τεράστια καριέρα μπροστά της», λέει ο παραγωγός. «Είναι εξαιρετικά ταλαντούχα. Η δουλειά της στην ταινία “Στην καρδιά του χειμώνα” ήταν μια από τις καλύτερες ερμηνείες που είχα δει ποτέ. Έχει μια ωριμότητα και μια σοφία, που είναι συναντάς σπάνια. Μερικοί άνθρωποι έχουν μια φυσική αυτοπεποίθηση και σίγουρα αυτό ισχύει για την Τζεν. Είναι εξαίρεση. Είναι μια σούπερ σταρ και είμαστε πολύ τυχεροί που την έχουμε».
Οι δημιουργοί έδωσαν το ρόλο στη Λόρενς λίγο αφότου είχε βγει η ταινία “Στην καρδιά του χειμώνα”. «Με την ταινία “Αγώνες Πείνας” είχε γίνει πλέον σταρ», λέει ο Τόντεραϊ. «Τότε όμως ήταν ένα ρίσκο, που τελικά προφανέστατα άξιζε. Η Τζεν αξιοποίησε το ρόλο και τον έκανε από μόνη της πιο δύσκολο και περίπλοκο».
Η Λόρενς είχε πολύ λίγες ταινίες στο ενεργητικό της εκείνη την περίοδο και η ιδέα του να κάνει μια ταινία τρόμου για πρώτη φορά ήταν ελκυστική. «Αυτό ήταν κάτι τελείως διαφορετικό για μένα», λέει η Λόρενς. «Δεν είχα ξαναδουλέψει σε αυτό το είδος και ήταν μια απίστευτη εμπειρία να κάνω κάτι εντελώς έξω από τα νερά μου. Αλλά ειλικρινά μου άρεσε, γιατί δε θέλαμε απλά να τρομάξουμε το κοινό με αίμα και να το κάνουμε να ουρλιάξει. Οι χαρακτήρες είναι πολύ καλά δουλεμένοι, τόσο καλά ώστε τρομάζεις και εσύ ο ίδιος γι’ αυτούς με ένα προσωπικό τρόπο. Ακόμα και το κοινό επενδύει σε αυτή την ιστορία αγάπης και φοβούνται για την Ελίσα. Αυτός είναι ένας εξελιγμένος τρόπος για να φοβίσεις το κοινό. Υπάρχουν πολλές ανατροπές στους χαρακτήρες που δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς. Κατά τη διάρκεια όλης της ταινίας αναρωτιέσαι».
Η Λόρενς αναγνωρίζει στον Τόντεραϊ ότι κάνει το φόβο να φαίνεται αληθινός, εστιάζοντας την προσοχή στην καλά ειπωμένη ιστορία και τους ρεαλιστικούς χαρακτήρες. «Είχα πίστη στον Μαρκ», λέει η Λόρενς. «Είναι το πιο εμπνευσμένο άτομο με το οποίο έχω δουλέψει ποτέ μαζί. Πράγματι, νοιάζεται για το τι κάνει, κάτι που μπορείς να το δεις από πράγματα, όπως η “βίβλος”. Μοίρασε ολόκληρη την ταινία, συμπεριλαμβανομένου κάθε χαρακτήρα. Μας βοήθησε να έχουμε μια καλύτερη προοπτική σε όλα».
Οι δημιουργοί της ταινίας έδωσαν το ρόλο της περιπλανώμενης μητέρας της Ελίσας, της Σάρα, σε μια ακόμα υποψήφια για Όσκαρ ηθοποιό, την Ελίζαμπεθ Σου. «Η Ελίζαμπεθ είναι μια τρομερή ηθοποιός και ένας ξεχωριστός άνθρωπος», λέει ο Τόντεραϊ. «Είναι σκέτη ποιότητα. Είναι, επίσης, πολύ ωραίο να συνεργάζομαι με κάποια η οποία μου άρεσε όταν ήμουν μικρός».
Κατά τον σκηνοθέτη, οι αληθινές εμπειρίες ζωής των δύο γυναικών προσέθεσαν μια μοναδική διάσταση στη σχέση μητέρας – κόρης. «Η Ελίζαμπεθ έγινε σταρ σε νεαρή ηλικία. Ήταν περίπου 19 χρονών όταν έκανε την ταινία “Karate Kid”, η οποία είχε τεράστιο αντίκτυπο. Η Τζένιφερ είχε σχεδόν την ίδια ηλικία όταν γύρισε την ταινία “Στην καρδιά του χειμώνα”».
Η ταινία “Το Σπίτι Στο Τέλος Του Δρόμου” ήταν μια συνάντηση για τη Σου και τον Ράιντερ, οι οποίοι είχαν ξαναδουλέψει μαζί το 2008 στην ταινία “Hamlet 2”. «Η Ελίζαμπεθ είναι φανταστική. Είναι πραγματική επαγγελματίας. Είναι μια από αυτές τις ηθοποιούς που κάνουν την ταινία σου καλύτερη απλά και μόνο επειδή συμμετέχουν σε αυτήν. Είναι σέξι και ταλαντούχα και σου αρέσει από τη στιγμή που θα εμφανιστεί στην οθόνη».
H Σάρα και η Ελίσα έχουν αντιστρέψει τους ρόλους τους από την αρχή της ταινίας, και η Σάρα να προσπαθεί να ανακτήσει την εξουσία. «Είναι μια χωρισμένη μητέρα με μια 17χρονη κόρη», εξηγεί η Σου. «Είναι λιγότερο ώριμη, από αρκετές πλευρές, σε σχέση με την κόρη της, η οποία λίγο-πολύ την προσέχει και οι προσκλήσεις που αντιμετωπίζει την αναγκάζουν, στο τέλος, να πάρει το ρόλο της μητέρας».
Οι απρόσμενες  ανατροπές του σεναρίου γεμίζουν την ταινία με μια διάχυτη αίσθηση τρόμου και κορυφώνουν το σασπένς, κατά την Σου. Το καλό είναι ότι δεν είναι εκεί μόνο για να σε σοκάρουν, είναι θεμελιωμένες μέσα στην ιστορία, γεγονός  που κάνει την πλοκή πιο βασανιστική και ταραχώδη. Η ταινία είναι έντονη και φοβιστική από την αρχή. Υποτίθεται πως το κορίτσι που μαχαίρωσε τους γονείς της, ζει στο δάσος και από την αρχή της ταινίας έχεις την αίσθηση ότι κάποιος παρακολουθεί. Το στοιχείο αυτό διαπερνά την ατμόσφαιρα και ανεβάζει την ένταση. «Η ταινία είναι έξυπνη και τρομακτική», λέει η Σου, ένας σπάνιος συνδυασμός με βάση την εμπειρία της. «Πιστεύω πως οι θεατές θα φοβηθούν από τη στιγμή που θα κάτσουν στις θέσεις τους μέχρι το τέλος της ταινίας. Θα ασχολούνται με τις ψυχολογικές πολυπλοκότητες και μετά θα φοβηθούν γιατί πραγματικά υπάρχουν μερικές πολύ τρομακτικές σκηνές που θα τους κάνουν να αναπηδήσουν από την καρέκλα τους». Η αφοσίωση και ο επαγγελματισμός της Σου ήταν πηγή έμπνευσης για τη Λόρενς. «Το να δουλεύεις με την Ελίζαμπεθ είναι μια απίστευτη εμπειρία».
Η Ελίσα ενδιαφέρεται ερωτικά για τον Ράιαν στην ταινία, τον οποίο υποδύεται ο Μαξ Θίριοτ. Της θυμίζει ένα θρύλο του κινηματογράφου και έναν από τους αγαπημένους της ηθοποιούς. «Είναι σαν τον Πολ Νιούμαν μετενσαρκωμένος. Είναι πολύ ωραίος και εξαιρετικά ταλαντούχος, αλλά είναι επίσης και σαν καουμπόης. Δείχνει να μην τον νοιάζει τίποτα».
«Σε έναν έντονο και σύνθετο ρόλο, ο Θίριοτ κατάφερε να κρατήσει τα πράγματα χαλαρά στο σετ των γυρισμάτων, προσφέροντας ταυτόχρονα μια καθηλωτική ερμηνεία», λέει ο Τόντεραϊ.  «Ο Μαξ ήταν πολύ χαλαρός και αστείος. Η ερμηνεία του έχει πολύ όμορφες αποχρώσεις».
Ο Θίριοτ λέει ότι το σενάριο έκανε το μυαλό του να τρέχει από την πρώτη φορά που το διάβασε. «Σοκαρίστηκα και εξεπλάγην από την αυθεντικότητα της ιστορίας. Οι ανατροπές και η τρέλα της, ταρακούνησαν τη φαντασία μου. Δεν είχα φανταστεί ποτέ το τέλος και συνήθως μπορώ να προβλέψω πως θα τελειώσει ένα σενάριο. Ο ρόλος μου ως Ράιαν ήταν για μένα μια ευκαιρία να δημιουργήσω ένα μοναδικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με οποιονδήποτε άλλο ρόλο είχα υποδυθεί. Είναι πολύ έντονος», λέει ο ηθοποιός. «Συμβαίνουν πολλά γύρω του και είναι πολύ συναρπαστικό να υποδύεσαι κάποιον έξω από τα συνηθισμένα. Με τον Μαρκ δούλεψαμε σε ένα βαθύτερο επίπεδο, κάτι το οποίο βοήθησε πολύ και πιστεύω πως οι περισσότεροι σκηνοθέτες δεν το κάνουν. H “βίβλος” του Τόντεραϊ βοήθησε πραγματικά στο να καθορίσουμε τους χαρακτήρες. Δε σου δίνεται συχνά η ευκαιρία να δουλέψεις με σκηνοθέτες που κάνουν αυτό το παραπάνω βήμα. Ο Μαρκ είναι τόσο αφοσιωμένος στη δουλειά. Δε μπορείς να το αποφύγεις αλλά το πάθος και ο ενθουσιασμός του σε ελκύουν. Παρόλο που δε γνώριζα πολύ καλά τη δουλειά της Λόρενς, από την πρώτη μέρα είδα ότι είχε τα πάντα για να γίνει μια σταρ. Το υποκριτικό ταλέντο, της βγαίνει φυσικά», λέει ο Θίριοτ.
Ο ρόλος ήταν μια πρόκληση για το νεαρό ηθοποιό, σωματικά αλλά και συναισθηματικά. «Ήθελα να το κάνω να φαίνεται όσο πιο αληθινό γίνεται, οπότε έλεγα στους άλλους, ‘Απλά χτυπήστε με, δε θα πονέσω. Πρέπει να φαίνεται αληθινό’».
Ο Τζιλ Μπέλοουζ, παραγωγός βραβευμένος με Emmy καθώς και βετεράνος ηθοποιός, συμπλήρωσε το καστ παίζοντας το ρόλο του τοπικού αστυνομικού, Μπιλ Γουίβερ. Η παρελθοντική του σχέση με τον Ράιαν δίνει ένα τόνο στην εκκολαπτόμενη σχέση του με τη Σάρα. «Ο Τζιλ έχει αυτόν τον ανδρισμό του αστυνομικού, που είναι λίγο σκοτεινός στο βάθος», λέει η Σου. «Αυτό το είδος μυστηρίου είναι πολύ ενδιαφέρον». Ο αστυνομικός έχει προστατευτικά συναισθήματα για τον Ράιαν επειδή τους συνδέει κάτι δυνατό από το παρελθόν. «Υπάρχουν πολλά που έχουν συμβεί στο παρελθόν, πολύ πριν η Σάρα και η Ελίσα έρθουν στην πόλη και ο χαρακτήρας μου είναι μέρος αυτού», λέει ο Τζιλ. «Συνέβησαν πολλά κακά στο παρελθόν», λέει ο Μπέλοουζ. «Ο Γουίβερ πιστεύει πως το αγόρι δεν ευθύνεται. Βλέπει και τις δυο του πλευρές».
Ολόκληρο το καστ ήταν αφοσιωμένο, κάτι πολύ σημαντικό για την επιτυχία της ταινίας. «Όλοι δούλευαν προς την ίδια κατεύθυνση», λέει ο Ράιντερ. «Έπρεπε να είναι πραγματικά αφοσιωμένοι ώστε να προλάβουμε, να βρούμε τα καλύτερα σημεία των χαρακτήρων και να κάνουμε μια καλή ταινία. Νομίζω πως αυτό το καταφέραμε και κατά μεγάλο ποσοστό οφείλεται σε αυτούς τους ηθοποιούς και στον τρόπο με τον οποίον συνεργάστηκαν, αντιμετωπίζοντας τη δουλειά με απόλυτη σοβαρότητα».

Χτίζοντας το σπίτι στο τέλος του δρόμου
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα προάστιο της Πενσυλβάνια αλλά οι δημιουργοί μετέφεραν την παραγωγή στην Οτάβα του Οντάριο για 28 ημέρες. «Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα γυρνάγαμε την ταινία σην Οτάβα», λέει ο Ράιντερ. «Έχω γυρίσει ταινίες στο Τορόντο και στο Βανκούβερ, αλλά ποτέ δεν είχα πάει στην Οτάβα. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Δεν γνώριζα καν αν υπήρχε συνεργείο εκεί. Αλλά ο Ρομπ Μέντζις, ο εκτελεστής παραγωγός μας μάς παρέσυρε εκεί. Υπήρχε μια ταινία που τότε τελείωνε και ένα συνεργείο που ήταν διαθέσιμο, οπότε αυτά τα κίνητρα ήταν που μας έλκυσαν».
Ανακάλυψαν ότι η Οτάβα είναι μια ευέλικτη και σχετικά άγνωστη πόλη που προσφέρεται για κινηματογραφικά γυρίσματα. «Η Οτάβα είναι μια πόλη πολυμορφική. Μπορείς να την κάνεις να μοιάζει με το Σικάγο, τη Βοστώνη ή και με μέρη της Νέας Υόρκης. Ανακαλύψαμε πως η πόλη είχε πολλά να προσφέρει. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Οτάβα είναι ένα ανεξερεύνητο στολίδι. Είναι ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κέντρα κινηματογραφικής παραγωγής του Καναδά, το Τορόντο και το Μόντρεαλ, έτσι μπορεί κάποιος να εκμεταλλευτεί αυτούς τους πόρους και τις τοποθεσίες, όπου δεν έχουν γυριστεί ποτέ ταινίες. Έχεις μια κινηματογραφική κοινότητα που σε περιμένει με ανοιχτές αγκάλες».
Κατά τον Μέντζις, το συνεργείο κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα και τις πιο υψηλές του προσδοκίες. «Κατάφεραν να φτιάξουν απίστευτα σετ γυρισμάτων χωρίς να ξοδέψουν πολλά χρήματα. Έχτισαν ολόκληρα σετ, μεταμόρφωσαν ολοκληρωτικά τοποθεσίες, χώρισαν σπίτια, έφτιαξαν κάτι τελείως διαφορετικό, και στο τέλος τα έβαλαν όλα στη θέση τους. Φτάσαμε μέχρι το μάξιμουμ των δυνατοτήτων και είμαι υπερήφανος για εκείνους».
Οι δημιουργοί ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένοι με τις αλλαγές που έκανε το καλλιτεχνικό τμήμα. «Η Λίζα Σόπερ, υπεύθυνη σκηνικών, έφτιαξε τόσο ωραία τα σκηνικά», λέει ο Ράιντερ. «Ο χρόνος που αφιέρωσε ήταν εντυπωσιακός». Το σπίτι του Ράιαν χτίστηκε με τέτοια λεπτομέρεια και φαντασία που μέχρι και οι ηθοποιοί ταράχτηκαν. «Αυτό το μέρος ήταν πράγματι πολύ τρομακτικό», λέει η Σου. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι βρήκαν ένα τόσο ανατριχιαστικό σπίτι. Όλοι φοβόμασταν όταν ήμασταν μέσα. Ήταν μουχλιασμένο και πολύ σκοτεινό, μάλιστα μύριζε και κάπως περίεργα. Συνεχώς φανταζόμασταν όλα τα τρομακτικά πράγματα που μπορεί να συνέβησαν σε αυτό το σπίτι στην πραγματικότητα».
Ο Τοντεράϊ πιστεύει ότι το τελικό προϊόν αντικατοπτρίζει πολλά περισσότερα από μια απλή ταινία τρόμου. «Συχνά, οι άνθρωποι απορρίπτουν τις ταινίες τρόμου, παρόλο που τα καλά θρίλερ περνάνε σημαντικά μηνύματα. Είμασταν σίγουροι εξ’αρχής, ότι ο κόσμος θα ταυτιστεί με τους χαρακτήρες, έτσι ώστε το κοινό σε κάθε περίπτωση να τους υπερασπιστεί. Προσωπικά, θεωρώ ότι αυτό σημαίνει να δίνεις ψυχή στην ταινία».
Ο στόχος του σκηνοθέτη ήταν να κάνει το κοινό να συμμετέχει. «Ήθελα πραγματικά να τους φοβίσω αλλά όχι με φτηνά τρικ. Πιστεύω πως αν χειρίζεσαι το κοινό με σεβασμό και εξυπνάδα, θα πάρει το μέρος σου.  Εάν καταφέρεις να κάνεις τους θεατές να νοιαστούν για τους χαρακτήρες τους οποίους στη συνέχεια θα θέσεις σε κίνδυνο, το σασπένς θα χτιστεί σταδιακά. Και στο τέλος, όταν μαυρίσει η οθόνη, σίγουρα η ιστορία θα έχει μείνει στους θεατές».

Σκηνοθεσία    Μαρκ Τόντεραϊ
Σενάριο    Nτέιβιντ Λούκα
Τζόναθαν Μόστοου
Παραγωγή    Πίτερ Μπλοκ
Άαρον Ράιντερ
Χαλ Λίμπερμαν
Ηθοποιοί    Τζένιφερ Λόρενς
Ελίζαμπεθ Σου
Μαξ Θίριοτ
Μοντάζ    Στιβ Μίρκοβιτς
Κάρεν Πόρτερ
Φωτογραφία    Μίροσλαβ Μπάζακ
Σκηνικά    Λίζα Σόπερ
Κουστούμια    Τζένιφερ Στράουντ
Μουσική    Τέο Γκριν
Διάρκεια    101’
Διανομή     Οdeon

 


House At The End Of The Street από Odeon

loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry