Στη νέα μας περιήγηση στη νυχτερινή Αθήνα μιας άλλης εποχής θα γνωρίσουμε μερικά από τα νυχτερινά κέντρα που μεσουράνησαν τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος.

Αφού γνωρίσαμε στο πρώτο μέρος του νέου αφιερώματός μας κέντρα όπως η «Τριάνα», το «Χάραμα», η «Φαντασία» και τα «Δειλινά», ήρθε η ώρα να ολοκληρώσουμε τη βόλτα μας με άλλους 4 χώρους που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην Αθηναϊκή διασκέδαση.

Φυσικά δε θα λείψουν ούτε σήμερα αυτές οι μικρές ιστορίες πίσω από κάθε μαγαζί που πέρασαν και αυτές μαζί τους στην ιστορία.

Ξεκινάμε…

Η Σπηλιά του Παρασκευά

Σπηλιά του Παρασκευά
Αριστερά: Η είσοδος της «Σπηλιάς» με την φωτεινή επιγραφή της μαρκίζας | Δεξιά: Μία από τις έντυπες διαφημιστικές καταχωρήσεις του προγράμματος Χιώτη – Λίντα

Το πιο ιδιαίτερο κέντρο από όλα, γιατί ήταν κυριολεκτικά εντός ενός σπηλαίου! Βρισκόταν στην Καστέλλα, στη σημερινή πλαζ Βοτσαλάκια ή αλλιώς παραλία του Παρασκευά. Η επίσημη ονομασία του εν λόγω σπηλαίου είναι «Σηράγγιο» και πρόκειται για μία υπόγεια δίοδο, πλούσια σε τοιχογραφίες, που κατασκευάστηκε κατά τους προϊστορικούς χρόνους από το λαό των Μινύων. Η ύπαρξή του ανακαλύφθηκε το 1897 και οι μελέτες έδειξαν ότι στο χώρο προϋπήρχε αρχαίο ιερό.

Και κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία μας το… ελληνικό δαιμόνιο! Τη δεκαετία του 1920 εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά εντός του Σηραγγίου κοσμική ταβέρνα, η «Σπηλιά του Λαλαούνη». Αρκετά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1960, ο χώρος μετατράπηκε σε κοσμικό κέντρο παίρνοντας το όνομα του νέου «ιδιοκτήτη» της.

Η «Σπηλιά του Παρασκευά» είναι πλέον γεγονός και σε αυτήν ο Μανώλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα έδιναν κάθε βράδυ τη δική τους μοναδική παράσταση.

Η «Σπηλιά» δε θα μπορούσε να γίνει κάτι λιγότερο από το λεγόμενο «talk of the town». Η κορυφαία της στιγμή ήταν αναμφισβήτητα το μεγάλο γλέντι που έγινε ένα βράδυ του 1961 από τον Αριστοτέλη Ωνάση, τη Μαρία Κάλλας, τον Πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό και τη μοναδική ηθοποιό – σύζυγο του Ρενιέ- Γκρέις Κέλλυ.

Το πριγκιπικό ζεύγος του Μονακό εκείνη την περίοδο ήταν καλεσμένο του Έλληνα μεγιστάνα και της ντίβα της όπερας στη χώρα. Όλα άρχισαν όταν ένα βράδυ η Πριγκίπισσα Κέλλυ εξέφρασε την επιθυμία της να γνωρίσει από κοντά την ελληνική διασκέδαση. Φυσικά κανένας δεν της χάλασε το χατίρι και έφυγαν όλοι για το πιο πολυσυζητημένο μέρος της εποχής, τη «Σπηλιά του Παρασκευά». Τι έγινε εκείνη τη βραδιά; Πέρα του ότι ο λογαριασμός ήταν τεράστιος, Γκρέις Κέλλυ και Μανώλης Χιώτης κατέληξαν να συνομιλούν για το μπουζούκι με μεταφράστρια τη Μαρία Κάλλας!

Τη λειτουργία του κέντρου διέκοψε το 1968 ο τότε δήμαρχος του Πειραιά, διορισμένος από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, Αριστείδης Σκυλίτσης. Σήμερα το μόνο που θα βρείτε εκεί είναι κάγκελα να περιφράζουν την είσοδο και φυσικά απορρίμματα…

 

Παλατάκι

Παλατάκι - Ζαμπέτας - Μανταλένα - Μητροπάνος
Η μαρκίζα στο «Παλατάκι». Ο δάσκαλος Γιώργος Ζαμπέτας, η μούσα του Μανταλένα και ο 20χρονος Δημήτρης Μητροπάνος

Μπορεί το μαγαζί να λειτούργησε μόνο 4 χρόνια (1966 – 1970), αλλά κατά τα έτη αυτά το «Παλατάκι» πρόλαβε να γίνει ένα από τα γνωστότερα κέντρα της εποχής. Βρισκόταν στη Λεωφόρου Συγγρού. Εκεί ο Γιώργος Ζαμπέτας έριχνε τις πενιές του και τα πιάτα έσπαγαν στο πόδια του σωρηδόν. Στο τραγούδι πάντα δίπλα του η μούσα του, η Μανταλένα. Μαζί τους έκανε τις πρώτες εμφανίσεις τους και ο Δημήτρης Μητροπάνος σε ηλικία μόλις 20 χρονών.

Το 1970 το «Παλατάκι» μετονομάζεται σε «Ζορμπάς» και το 1974 το αναλαμβάνει νέος ιδιοκτήτης, ο οποίος συνεχίζει να το λειτουργεί ως σήμερα, εκεί στον αριθμό 230 της Λεωφόρου Συγγρού, ως κρητικό νυχτερινό κέντρο.

 

Νεράιδα

Κάποιες από τις διαφημιστικές καταχωρίσεις της εποχής για τη «Νεράιδα»
Κάποιες από τις διαφημιστικές καταχωρίσεις της εποχής για τη «Νεράιδα»

Η «Νεράιδα» βρισκόταν στην παραλιακή, στο ύψος του Αλίμου, απέναντι ακριβώς από το Συμμαχικό Στρατιωτικό Νεκροταφείο.

Τις μεγαλύτερες δόξες της τις γνώρισε στα μέσα του ΄70 φιλοξενώντας στη σκηνή της τη Βίκυ Μοσχολιού με το Γιώργο Κατσαρό. Στις αρχές εκείνης της δεκαετίας πραγματοποίησε στον ίδιο χώρο τις πρώτες εμφανίσεις του και ο Γιάννης Πάριος.

Εκεί μάλιστα μπήκε και τέλος στο έθιμο πλέον, του σπασίματος των πιάτων. Η ιστορία έχει ως εξής: Επί της περιόδου της δικτατορίας του ο Γεώργιος Παπαδόπουλος με τη συνοδεία συνεργατών του επισκέφθηκε ένα βράδυ τη Νεράιδα για να διασκεδάσει. Όλο το μαγαζί πάγωσε φυσικά με την παρουσία του και αφού αλλάχθηκε μέχρι και το ρεπερτόριο του προγράμματος όλα κύλησαν ομαλώς. Όλα; Μέχρι τη στιγμή που κάποιος… θερμόαιμος πελάτης έσπασε ένα πιάτο! Ο δικτάτορας εξοργίστηκε με την παντελή έλλειψη τάξεως και αποχώρησε αμέσως από το μαγαζί. Την επόμενη ημέρα με διάταγμά του το σπάσιμο των πιάτων μπαίνει σε απαγόρευση.

Ένα βραδύ μετά όμως επισκέπτεται τη Νεράιδα ο Αριστοτέλης Ωνάσης και αμφισβητώντας κάθε διαταγή κάνει τη δική του επανάσταση σπάζοντας αμέριμνος ό,τι πιάτο υπήρχε…

Τη δεκαετία του ΄90 διαχωρίστηκε στη «μικρή» και τη «μεγάλη» Νεράιδα, με την πρώτη να συνεχίζει τη λειτουργία της ως κέντρο διασκέδασης και η δεύτερη να διαμορφώνεται σε club.

Από το 2003 η λεγόμενη «μικρή Νεράιδα» έχει μετατραπεί σε γνωστό bar restaurant , ενώ ο χώρος της μεγάλης στεγάζει το νυχτερινό κέντρο «Θέα», με την επιγραφή «Νεράιδα» να συνεχίζει να διατηρείται έως σήμερα στο πλαϊνό μέρος του κέντρου (επί της Λ.Ποσειδώνος).

 

Quinta

Quinta
Η είσοδος της «Quinta» στη Φωκίωνος Νέγρη και σε πρώτο πλάνο ο ιδιοκτήτης της Μπάμπης Μουτσάτσος

Πρόκειται ουσιαστικά για το πρώτο club, κοντά στη σημερινή έννοια του όρου, που λειτούργησε στην Αθήνα. Βρισκόταν στην Κυψέλη, στη Φωκίωνος Νέγρη και στον αριθμό 82 και δημιούργησε μία high class φήμη στο σημερινό πεζόδρομο της περιοχής.

Ο ιδιοκτήτης της, ο Μπάμπης Μουτσάτσος, ήταν παίκτης του water polo στην ομάδα του Ολυμπιακού Πειραιώς. Μαζί με άλλους δύο αθλητές, τον ποδοσφαιριστή Μίμη Στεφανάκο και το μπασκετμπολίστα Κώστα Μουρούζη πήραν την απόφαση να δημιουργήσουν ένα νέο κοσμικό κέντρο στην πόλη. Ο χώρος βρέθηκε, όμως οι Στεφανάκος και Μουρούζης εγκατέλειψαν το εγχείρημα και έτσι ο Μουτσάτσος, μόνος του, εγκαινιάζει την Quinta στη Φωκίωνος Νέγρη το 1959.

Σε χρόνο «dt» το μαγαζί έγινε το κέντρο συνάντησης όλου του ελληνικού jet set και όχι μόνο. Εκλεκτός θαμώνας (και εδώ) ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης, το παρών έδινε και η Αλίκη Βουγιουκλάκη με το Δημήτρη Παπαμιχαήλ, η Τζένη Καρέζη και πολλοί άλλοι. Ο χώρος φιλοξένησε και φημισμένους ξένους πελάτες όπως ο Ομάρ Σαρίφ και στη σκηνή του πασίγνωστα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής σαν το Λούτσιο Ντάλλα. Στο πιο in στέκι της Αθήνας γύρισαν σκηνές τους και πολλές κινηματογραφικές ταινίες.

Το 1963 ήταν η χρονιά που βρέθηκε στην Αθήνα και η Ρίτα Κάντιλλακ, παγκοσμίως διάσημη στριπτιζέζ – ηθοποιός, και κατά τον καιρό της διαμονής της στην πρωτεύουσα επισκέφθηκε την Quinta, όπου γνώρισε το Μουτσάτσο. Ο τελευταίος, λάτρης του ωραίου φύλου, δεν της αντιστάθηκε και έτσι η Κάντιλακ λίγα χρονιά μετά τον πήρε μαζί της στο Παρίσι όπου και παντρεύτηκαν.

Η Quinta έκανε και την πρωτοτυπία της μεταφοράς κατά τους καλοκαιρινούς μήνες από το κέντρο στην παραλιακή και έτσι το θέρος εγκαθίστατο στο τουριστικό περίπτερο «Ζέρβας» στη Γλυφάδα.

Σήμερα στην Φωκίωνος Νέγρη έχει μείνει μόνο ο 80χρονος πλέον ιδιοκτήτης της να θυμίζει με τις ιστορίες του την αίγλη μιας άλλης εποχής.

 

Άλλα φημισμένα νυχτερινά κέντρα της εποχής ήταν τα:

«Φαληρικόν» : Στις Τζιτζιφιές. Επί μία εικοσιπενταετία άνηκε στο Γιώργο Μαργωμένο και εκεί έγινε για πρώτη φορά η σύμπραξη Τσιτσάνη – Παπαϊωάννου.

«Καλαματιανού»: Επίσης στις Τζιτζιφιές, απέναντι από το «Φαληρικόν». Ξεκίνησε με το δίδυμο Βαμβακάρη – Παπαϊωάννου. Μετά τη δολοφονία του ιδιοκτήτη του Βασίλη Καλαματιανού το 1951 πέρασε στα χέρια του Βασίλη Χειλά της «Τριάνας».

«Τζίμης ο Χονδρός»: Κοσμική ταβέρνα στον αριθμό 77 της Λεωφόρου Αχαρνών, στο ύψος της Πλατείας Βικτωρίας. Εκεί η Σεβαστή Παπαδοπούλου παίρνει το ψευδώνυμο Σεβάς Χανούμ και γράφει ιστορία. Θρυλική ήταν και η συνεργασία Τσιτσάνη – Μαρίκας Νίνου.

«Μαντουμπάλα»: Ονομασμένη από το ομώνυμο τραγούδι των 96.000 πωλήσεων δίσκων μέσα σε μία χρονιά του Στέλιου Καζαντζίδη. Βρισκόταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εννοείται ότι ο «Στελλάρας» ήταν ο πρώτος που εμφανίστηκε στο μαγαζί. Δεκαετίες αργότερα ο ίδιος πραγματοποίησε εκεί τις τελευταίες του ζωντανές εμφανίσεις.

Κάπως έτσι ολοκληρώνεται το ταξίδι στο χρόνο με τη σειρά αφιερωμάτων «Η νυχτερινή Αθήνα μιας άλλης εποχής». Μέσω τεσσάρων διαδοχικών θεμάτων γνωρίσαμε τις συνήθειες των Αθηναίων στη διασκέδαση, τα ήθη, τα έθιμα και τα γνωστότερα νυχτερινά κέντρα της εποχής. Ένα μαγευτικό και πρωτίστως νοσταλγικό ταξίδι.

Μπορεί η σειρά «Η νυχτερινή Αθήνα μιας άλλης εποχής» να έλαβε τέλος, όμως στο απώτερο μέλλον να είστε ότι θα ακολουθήσουν και άλλα «ταξίδια» σε εκείνες τις δεκαετίες και τους μουσικούς πρωταγωνιστές τους.

Εις το επανιδείν…

Κεντρική φωτογραφία: Στιγμιότυπα από τη κινηματογραφία ταινία «Ο ουρανοκατέβατος» (1965).

loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry