Συνέντευξη: Joe Boyd (παραγωγός Pink Floyd,Nick Drake,Fairport Convention)

Συνέντευξη: Joe Boyd (παραγωγός Pink Floyd,Nick Drake,Fairport Convention)
Joe Boyd

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Μάιος 2015. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε με έναν θρυλικό παραγωγό: τον Joe Boyd. Είναι περισσότερο γνωστός ως παραγωγός του πρώτου single των Pink Floyd, “Arnold Layne” και των δύο πρώτων albums του Nick Drake, “Five Leaves Left” και “Bryter Layter”. Επίσης, έχει κάνει παραγωγή στους Fairport Convention, The Incredible String Band, Eric Clapton, Soft Machine, Nico, R.E.M, 10,000 Maniacs και πολλούς άλλους. Το 1966 άνοιξε το ιστορικότατο UFO Club, που ήταν το κέντρο της ψυχεδελικής σκηνής στο Λονδίνο. Επιπροσθέτως, ως Διευθυντής Μουσικών Υπηρεσιών στη Warner Bros, συνεγράστηκε με τον Stanley Kubrick για την κυκλοφορία του soundtrack της ταινιας «Κουρδιστό Πορτοκάλι» (“A Clockwork Orange”). Η αυτοβιογραφία του “White Bicycles – Making Music in the 1960s” κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Serpent’s Tail, το 2006. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

joe2Είστε ικανοποιημένος με την ανταπόκριση που είχατε μέχρι τώρα για την αυτοβιογραφία σας “White Bicycles – Making Music in the 1960s”;

Ναι! Θέλω να πω ότι έλαβα πολύ καλές κριτικές και ότι είναι πολύ καλό το ότι έχω μια νέα καριέρα μιλώντας σε ακροατήρια, διαβάζοντας από το βιβλίο και μερικές φορές να εμφανίζομαι με τον Robyn Hitchcock, που τραγουδά τα τραγούδια για τα οποία διαβάζω από το βιβλίο. Είναι υπέροχο. Πάνε εννέα χρόνια από τότε που το βιβλίο κυκλοφόρησε και σε όλους φαίνεται να αρέσει. Οπότε ναι, είμαι πολύ χαρούμενος.

 

Πόσο δύσκολη ήταν η διαδικασία συγγραφής της αυτοβιογραφίας σας “White Bicycles”;

Δεν ήταν πολύ δύσκολο. Λέω όλες αυτές τις ιστορίες για πολλά χρόνια. Στην πραγματικότητα, ένας από τους λόγους που έγραψα το βιβλίο ήταν γιατί είχα κληθεί να μιλήσω για τα γεγονότα αυτά, όλα αυτά τα χρόνια στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Άρχισα να δίνω συνεντεύξεις όλο και πιο συχνά και άρχισα να συνειδητοποιώ όταν έλεγα όλες αυτές τις ιστορίες, ότι γινόμουν αρκετά ζοφερός αφηγούμενος μια ιστορία που συνειδητοποίησα ότι προσπαθούσα να θυμηθώ την τελευταία φορά που είπα την ιστορία, από ό,τι να θυμάμαι την συγκεκριμένη στιγμή πίσω στη δεκαετία του ‘60. Είπα: «Ας το γράψω σύντομα. Θα έχω πάρα πολλά επίπεδα αφήγησης ανάμεσα σε μένα και το γεγονός». Είπα: «Ας το γράψω στο χαρτί πριν χάσω την άμεση σύνδεση με εκείνη την εποχή στη μνήμη μου». Επειδή έχω κληθεί πολλές φορές να πω τις ιστορίες αυτές, ο χρόνος κυλούσε αρκετά εύκολα, από τη στιγμή που αποφάσισα τη δομή και την προσέγγιση.

 

Είστε απασχολημένος με οποιαδήποτε projects αυτή την εποχή;

Γράφω τώρα ένα πολύ διαφορετικό είδος βιβλίου, το οποίο είναι πολύ πιο δύσκολο. Γράφω ένα βιβλίο για το φαινόμενο που ονομάζουμε παγκόσμια μουσική (world music). Η σχέση ανάμεσα στην αστική τάξη του δυτικού κόσμου και τη μουσική του αναπτυσσόμενου κόσμου. Κάνω πολλή έρευνα και συνεντεύξεις με ανθρώπους για να μην έχω μόνο τη δική μου ιστορία, αλλά υπάρχει πολλή ιστορία, πολλά πράγματα που συνέβησαν πριν από πολύ καιρό. Έτσι, δεν είναι μόνο τα τελευταία 30 χρόνια. Το φαινόμενο αυτό πάει πίσω εκατοντάδες χρόνια που η Δύση γοητεύτηκε από την εξωτική μουσική.

 

Τι θυμάστε περισσότερο από τις ημέρες του UFO Club;

Λοιπόν, θυμάμαι βέβαια τους Pink Floyd στη σκηνή εκείνες τις σπουδαίες βραδιές. Οι πρώτοι 3 ή 4 μήνες του club ήταν σίγουρα οι καλύτεροι, επειδή εκείνη την εποχή, υπήρχαν πολλοί φίλοι, οι άνθρωποι γνώριζαν ο ένας τον άλλον. Υπήρχε η αίσθηση ότι ένα ειδικό club, συγκρότημα ή ατομο που ήταν μέσα, μετατρέπονται σε μυστικά που έχουν σχέση με τη μουσική, την τέχνη, τη ζωή, με τόσα πολλά πράγματα. Στη συνέχεια, από τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο του 1967, η ψυχεδελική μουσική και η underground σκηνή έγινε πολύ πιο δημοφιλής και άρχισε να έχει για κοινό της άτομα που δεν είχαν ακούσει ποτέ αυτό το είδος της μουσικής ή βρίσκονταν σε αυτό το είδος χώρου, έτσι η ατμόσφαιρα άλλαξε πολύ. Αλλά υπήρχε ακόμα περιπέτεια, κάθε εβδομάδα. Ήταν αρκετά αυθόρμητο, αρκετά διαφορετικό κάθε εβδομάδα. Ήταν πολύ διασκεδαστικό. Υπήρχαν πολύ ενδιαφέρουσες προσωπικότητες και πολύ δημιουργικοί ανθρώποι που εμπλέκονταν. Ήταν μια σπουδαία ανάμνηση.

 

joe4Όταν κάνατε την παραγωγή στο πρώτο single των Pink Floyd, το “Arnold Layne” (1967), περιμένατε ότι θα γίνονταν ένα πολύ επιτυχημένο συγκρότημα;

Το περίμενα! Πίστευα πολύ στον Syd Barrett, στα τραγούδια του και στο συγκρότημα. Πίστευα ότι ήταν σπουδαίοι. Αυτό που με εξέπληξε, ήταν ότι έγιναν τρομακτικά επιτυχημένοι χωρίς τον Syd. Νόμιζα ότι θα είχαν τόσες πολλές δυσκολίες, χωρίς αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο που είχα γνωρίσει. Περίμενα οι Pink Floyd να παρακμάσουν και ενδεχομένως να εξαφανιστούν, αλλά έγιναν ακόμη πιο διάσημοι χωρίς τον Syd, από ό,τι ήταν με τον Syd. Έτσι, αυτό ήταν μεγάλη έκπληξη.

 

Ήταν ο Syd Barrett ένα εύκολο άτομο για να δουλέψεις μαζί του;

Ήταν υπέροχο άτομο για να δουλέψεις μαζί του. Ήταν πολύ ωραίος και έξυπνος, αλλά ήταν ήσυχος. Δεν έκανε θόρυβο ούτε μιλούσε πολύ. Ο Roger Waters μιλούσε περισσότερο, αλλά πάντα κρεμόντουσαν από το βλέμμα του Syd. Κοίταζαν προς τη μεριά του Syd για να είναι σίγουροι αν εγκρίνει ό,τι έκαναν ή έλεγαν. Δούλεψα μαζί τους στο studio μόνο για δύο ημέρες κάνοντας αυτό το single και, στη συνέχεια, μία ακόμη μέρα κάνοντας το “Interstellar Overdrive”. Έτσι, δεν έχω μια μακρά ιστορία δουλεύοντας μαζί τους στο studio, αλλά τους ήξερα αρκετά καλά από τα events που έκανα γι’ αυτούς πολύ συχνά και όλες τις προετοιμασίες για το studio και πάντα ήταν πραγματική ευχαρίστηση να δουλεύω μαζί τους.

 

Πόσο συναισθηματική ήταν η τελευταία συναυλία που έδωσαν οι Pink Floyd στο UFO Club;

Όχι και πολύ συναισθηματική, επειδή ήταν μέρος ενός μεγάλου λάθους που έκανα. Είχαμε φίλους για να κάνουμε ένα UFO festival στην εξοχή, σε μια μεγάλη σκηνή, το πρώτο Σαββατοκύριακο που έπεφτε αργία τον Σεπτέμβρη και ο διοργανωτής, ο τύπος που ήταν ιδιοκτήτης της σκηνής συνέχιζε να καθυστερεί την υπογραφή των συμβολαίων. Στη συνέχεια, ανακαλύψαμε ότι προσπαθούσε να «κλείσει» τα συγκροτήματα ξεχωριστά, χωρίς τη συμμετοχή του UFO. Θύμωσα πολύ και «κλείσαμε» όλα αυτά τα συγκροτήματα που είχαμε προγραμματίσει για το festival στην εξοχή, σε ένα festival στο Roundhouse. Είχα «κλείσει» το Roundhouse για την Παρασκευή και το Σάββατο εκείνο το Σαββατοκύριακο, νομίζω ήταν το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου του 1967. Ήταν πραγματικά ένα λάθος, διότι το έκανα μόνο και μόνο για να σταματήσω αυτό τον τύπο από το να με εξαπατά. Αλλά στην πραγματικότητα, είχαμε όλα αυτά τα συγκροτήματα: τους Pink Floyd, τους Move, τον Arthur Brown, όλους αυτούς τους ανθρώπους «κλεισμένους» για το Roundhouse, για ένα μεγάλο festival, το Σαββατοκύριακο που όλοι άφηναν την πόλη και πήγαιναν στην εξοχή. Είχε ωραίο καιρό, ο κόσμος δεν ήθελε να είναι μέσα, έτσι χάσαμε χρήματα. Δεν ξέραμε εκείνη την εποχή ότι θα ήταν η τελευταία συναυλία. Ήταν μόνο αργότερα που συνειδητοποιήσαμε ότι κατά κάποιο τρόπο η μαγεία είχε φύγει από το UFO και ότι ήταν καλύτερα εμείς να σταματήσουμε πριν χάσουμε χρήματα. Έτσι, κανείς δεν πίστευε ότι ήταν η τελευταία συναυλία και νομίζω ο Syd ήταν σε λίγο καλύτερη κατάσταση από ό,τι ήταν την προηγούμενη φορά, στις αρχές του Αυγούστου. Δεν θυμάμαι πραγματικά αν ο Dave Gilmour έπαιζε από πίσω του. Έχω πραγματικά πολύ λίγες αναμνήσεις από εκείνη την τελευταία συναυλία.

 

Θα θέλατε να είχατε κάνει την παραγωγή στο “The Piper at the Gates of Dawn” (1967);

Σίγουρα! Ναι.

 

Πώς ήταν το να βρίσκεσαι στο studio με τον Nick Drake;

Ήταν σπουδαίο. Ήταν τόσο επαγγελματίας, τόσο τέλειος. Ήταν ένας από τους καλύτερους studio μουσικούς που έχω δουλέψει. Ποτέ δεν έκανε ένα κακό take. Ήταν πάντα τέλειος και τα τραγούδια ήταν τόσο υπέροχα για να δουλέψεις σ’αυτά. Επειδή ήταν τόσο καλά, τόσο πρωτότυπα και όταν πρόσθετες άλλους μουσικούς να παίζουν με τον Nick, κατά κάποιον τρόπο αυτά άνθιζαν και ωρίμαζαν και γίνονταν πραγματικά συναρπαστικά. Όταν ακούς μια ζωντανή ηχογράφηση των Fairport Convention, των Pink Floyd και των The Incredible String Band, μπορείς να το ακούσεις. Πώς να παίζεις τραγούδια με αυτόν τον τρόπο, live. Αλλά με τον Nick, ακούς πράγματα για πρώτη φορά. Ακούς τραγούδια και δομές για πρώτη φορά. Ακούς τον Richard Thompson (σ.σ: Fairport Convention-κιθάρα), τον Danny Thompson (σ.σ: Pentangle -όρθιο μπάσο) και τον Nick να παίζουν τα τραγούδια. Κάθε ηχογράφηση με τον Nick ήταν πολύ ικανοποιητική, πολύ συναρπαστική, πολύ ενδιαφέρουσα.

 

joe7Γιατί έκανε τόσο πολύ καιρό ο κόσμος να ανακαλύψει τη μουσική του Nick Drake;

Νομίζω ότι υπάρχει ένας συνδυασμός αιτιών: Δεν έπαιζε live ή όχι και τόσο πολύ. Ήταν πολύ ντροπαλός και δεν ήταν πολύ καλός στα live. Και δεν είχε ακροατήριο. Πολλοί καλλιτέχνες, επιτυχημένοι καλλιτέχνες συνήθως χτίζουν ένα κοινό μέσα από ζωντανές εμφανίσεις, πριν καν κυκλοφορήσουν ένα δίσκο ή περιοδεύουν για την υποστήριξη του δίσκου. Κάνουν πολλά πράγματα για να διαδώσουν τη μουσική τους στο κοινό. Ο Nick δεν το έκανε αυτό. Βασιζόμασταν μόνο στο ίδιο το δίσκο. Τώρα, είναι τόσο σύνηθες να ακούς άντρες τραγουδιστές να τραγουδούν πολύ ήσυχα αυτό το πρωταρχικό υβριδικό jazz folk είδος. Κάτι που δεν είναι ακριβώς folk μουσική, δεν είναι ακριβώς bossa nova, δεν είναι ακριβώς pop μουσική. Είναι στη μέση. Τώρα, είναι παντού. Μπορείς να το ακούσεις από πολλούς διαφορετικούς καλλιτέχνες κάθε εβδομάδα. Που έχουν αυτό το ύφος ή προσαρμόζουν τη μουσική τους μ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλά το 1969, ήταν πολύ ασυνήθιστο. Κανείς δεν ήξερε τι έκανε αυτός και νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ήταν εξοικειωμένοι με τη μουσική του, και νόμιζαν ότι δεν ταίριαζε σε καμία κατηγορία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Nick δεν θα έβγαινε έξω για να προωθήσει τον εαυτό του, τελικά δεν έκανε πραγματικά πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές, έκανε μια ηχογράφηση με τον John Peel για το BBC Radio One το 1969, αλλά υπήρχε πολύ μικρή πιθανότητα να παιχτεί στο ραδιόφωνο ο Nick, και όλα τα πράγματα κατέληξαν σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση για να φτάσει ο Nick στην κορυφή. Έτσι, χρειάστηκε πολύς χρόνος το από στόμα σε στόμα να φτάσει στον κόσμο.

 

Γιατί το “Liege & Lief” album των Fairport Convention είναι τόσο διαφορετικό από το προηγούμενό τους, “Unhalfbringing” (και τα δύο κυκλοφόρησαν το 1969);

Μετά από τις ηχογραφήσεις του “Unhalfbringing” ο drummer (σ.σ: Martin Lamble) σκοτώθηκε και αποφάσισαν ότι δεν θα μπορούσαν απλά να συνεχίσουν σαν ένα φυσιολογικό συγκρότημα, να αντικαταστήσουν τον drummer και να παίζουν τα ίδια τραγούδια. Αποφάσισαν να μην ξαναπαίξουν τα ίδια τραγούδια, χωρίς τον αρχικό τους drummer. Χρειάζονταν ένα εντελώς καινούργιο ρεπερτόριο. Ήταν πολύ επηρεασμένοι από το “Music From Big Pink” των The Band (1968) και αποφάσισαν να εμπνευστούν από αυτό τον δίσκο, ο οποίος ήταν τόσο πολύ βασισμένος στις ρίζες της αμερικανικής μουσικής και αυτοί κοίταξαν προς τις ρίζες της βρετανικής μουσικής για να βρουν ένα νέο ρεπερτόριο, ένα νέο στυλ, ένα νέο τρόπο δημιουργίας για τη μουσική τους. Έτσι, αυτός είναι ο λόγος.

 

joe3Ηχογραφήσατε το θρυλικό τζαμάρισμα των Led Zeppelin με τους Fairport Convention στο Troubadour Club στο Los Angeles (4 Σεπτεμβρίου 1970). Μπορείτε να μας πειτε για εκείνη τη βραδιά; Θα μπορέσουμε ποτέ να ακούσουμε την ηχογράφηση;

Ακούγεται καλύτερα στη θεωρία απ’ ό,τι ακούγεται όταν το ακούς (γέλια). Και δεν ήταν πραγματικά όλοι από τους Led Zepellin, ήταν μόνο ο Jimmy Page και ο Robert Plant. Νομίζω ότι και ο John Bonham ήταν επίσης εκεί. Ο John Bonham ήταν φίλος με τον Dave Pegg (σ.σ: Fairport Convention -μπάσο). Ήταν και οι δύο από το Birmingham. Οι Fairport έπαιζαν στο Troubadour, το ίδιο βράδυ που οι Led Zeppelin έπαιζαν στο LA Forum. Έτσι, όταν η συναυλία Zeppelin τελείωσε, πέρασαν από το Troubadour. Το Troubadour ήταν ένα πολύ ωραίο club, ο ιδιοκτήτης του αγαπούσε τη μουσική και θα άφηνε τον κόσμο να μείνει μέχρι αργά, ακόμα κι αν έπρεπε να σταματήσουν το σερβίρισμα αλκοόλ. Σε μια ορισμένη στιγμή, αυτός απλά θα έκλεινε τις πόρτες και οποιοσδήποτε ήταν μέσα μπορούσε να παραμείνει. Ήμουν εκεί για να κάνω ένα live δίσκο με τους Fairport και όταν ο Jimmy Page και ο Robert Plant ανέβηκαν στη σκηνή και έπαιζαν με τους Fairport, απλά συνεχίσαμε να ηχογραφούμε. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι έπαιζαν. Έκαναν ένα κομμάτι που ήταν σαν αγγλικός χορός και ήταν πολύ αστείο να ακούς τον Jimmy Page να προσπαθεί να συμβαδίσει με τον Richard Thompson σε αυτό.

Τα άλλα δύο πράγματα που θυμάμαι γι’αυτό ήταν: Το Troubadour είχε μια πολύ μικρή σκηνή και συνήθως το πρόβλημά μας ήταν ότι οι ενισχυτές ήταν ακριβώς πίσω από το μικρόφωνο των φωνητικών. Έτσι, μερικές φορές ήταν δύσκολο γιατί υπήρχαν πολλοί ήχοι από την κιθάρα και το drum kit να έρχονται στο μικρόφωνο των φωνητικών και μερικές φορές να είναι αρκετά δυνατοί σε σχέση με τον τραγουδιστή. Μερικές φορές είχες πρόβλημα στο να ακούσεις τον τραγουδιστή μπροστά από τους ήχους του ενισχυτή των drums. Αλλά όταν ο Robert Plant τραγουδούσε ένα τραγούδι, είχαμε το αντίθετο πρόβλημα. Η φωνή του ήταν τόσο δυνατή που μειώθηκε η ισχύς του μικροφώνου στο τέλος. Εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε απευθείας σύνδεση με τους ενισχυτές για να κάνεις τη μίξη και έπρεπε να βάλεις ένα μικρόφωνο μπροστά από τον ενισχυτή. Και ο Plant ήταν τόσο δυνατός με το δικό του μικρόφωνο, που επίσης ακουγόταν σχεδόν τόσο δυνατά όσο ο ήχος της κιθάρας στον ενισχυτή κιθάρας. Και στα μικρόφωνα των drums άκουγες τόσο πολύ τα φωνητικά του Robert Plant, όσο άκουγες τα drums. Έτσι, αυτό ήταν το πρόβλημα.

Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από αυτή τη μίξη, ήταν ότι ένας από τους κανονισμούς του club ήταν ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί οποιοδήποτε οινοπνευματώδες ποτό από το τραπέζι μέχρι μια ορισμένη ώρα. Ο Peter Grant, ο manager των Led Zeppelin, ο οποίος ήταν διαβόητος νταής, καθόταν μπροστά στη σκηνή, σε ένα πολύ ήσυχο τραγούδι, ο Dave Swarbrick τραγουδούσε νομίζω το “Banks of the Sweet Primroses”. Υπάρχει πολλή ησυχία στο τραγούδι και ξαφνικά ακούς αυτό το θόρυβο και την έκρηξη και το κροτάλισμα και ακούς τη σερβιτόρα να λέει: «Με συγχωρείτε, πρέπει να πάρω το κρασί από το τραπέζι» και τον Peter Grant να ουρλιάζει: «Πάρε τα γαμημένα χέρια σου από το μπουκάλι μου!! Άντε χάσου από εδώ, μουνί!!» Και έχουμε αυτό στην ηχογράφηση, το οποίο είναι αρκετά διασκεδαστικό.

 

Γιατί το “She’s Gone”/ “I Should’ve Known” single των Soft Machine που ηχογραφήθηκε το 1967, παρέμεινε ακυκλοφόρητο για πολλά χρόνια;

Δεν ξέρω. Νομίζω ότι μου ζήτησαν να κάνω μια ηχογράφηση με τους Soft Machine, ηχογραφήσαμε δύο τραγούδια. Θυμάμαι ότι είδα ένα single με τον τίτλο πάνω του, αλλά ο κόσμος λέει ότι δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Πραγματικά, δεν θυμάμαι τι έγινε, αλλά τελικά κυκλοφόρησε σε μια συλλογή.

 

Υπάρχουν σήμερα άνθρωποι στο χώρο της μουσικής, σαν τον John Peel;

Ναι! Νομίζω ότι η Cerys Matthews είναι σαν τον John Peel. Έχει μια εκπομπή στο BBC Radio 6 Music, κάθε Κυριακή και είναι σπουδαία. Παίζει πολλά διαφορετικά είδη μουσικής και έχει έναν υπέροχο χαρακτήρα. Αλλά πραγματικά δεν ακούω πολύ ραδιόφωνο, έτσι είμαι σίγουρος ότι τώρα υπάρχουν άνθρωποι στο ραδιόφωνο όπως ο Peel, αλλά δεν ξέρω ποιοι είναι, γιατί πραγματικά δεν ακούω ραδιόφωνο.

 

Συναντήσατε τον John Lennon στην The 14 Hour Technicolor Dream συναυλία (29 Απρίλη 1967), όπου έπαιξαν οι Pink Floyd, οι Soft Machine, οι Tomorrow και άλλοι;

Όχι. Ξέρω ότι ήταν εκεί, αλλά δεν τον συνάντησα εκεί.

 

joe8Ποιος ακριβώς ήταν ο ρόλος σας στην κυκλοφορία του soundtrack για τo «Κουρδιστο Πορτοκάλι» (“A Clockwork Orange”) του Stanley Kubrick;

Δούλευα στην Καλιφόρνια για την Warner Bros Films και κατείχα την θέση του Διευθυντή Μουσικών Υπηρεσιών. Αυτό σήμαινε πραγματικά ότι ήμουν υπεύθυνος για τα soundtracks στις ταινίες. Αλλά όντας υπεύθυνος δεν σήμαινε πραγματικά ότι είχα κάποια εξουσία. Βρισκόμουν εκεί, όταν ανακάλυψα, όταν πήρα τη δουλειά, ότι ήθελαν πραγματικά ο σκηνοθέτης να μπορεί να κάνει ό,τι του αρέσει και η δουλειά μου ήταν να του παρέχω ο,τιδήποτε χρειαζόταν. Έτσι, ο Kubrick μου τηλεφώνησε και μου είπε: «Χρείαζομαι να μου βρεις την ηχογράφηση από την Deutsche Grammophon ή τη Συμφωνία του Μπετόβεν». Έτσι, του τα έβρισκα. Θα μου έλεγε τι ήθελε και εγώ απλά έκανα αυτό που επιθυμούσε. Δεν ήταν μια πολύ δημιουργική δουλειά και ο Stanley Kubrick ήταν ένας λαμπρός σκηνοθέτης και η χρήση της μουσικής στις ταινίες του και ιδιαίτερα στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» είναι φανταστική, αλλά δεν μπορώ να διεκδικήσω οποιαδήποτε δημιουργική συμβολή. Τα έκανε όλα ο Stanley Kubrick και εγώ ήμουν εκεί μόνο για να κλείνω τις συμφωνίες και να κάνω ό,τι μου έλεγε.

 

Θυμάστε τη βραδιά που ο Jimi Hendrix τζάμαρε με τους Tomorrow στο UFO Club;

Όχι, τον θυμάμαι να έρχεται, αλλά πραγματικά δεν τον θυμάμαι να τζαμάρει. Ίσως, αλλά δεν μπορώ να πω τι θυμάμαι.

 

Νιώθατε κολακευμένος όταν ο Paul McCartney, ο Pete Townshend και ο Eric Clapton επισκέφθηκαν το UFO Club για να παρακολουθήσουν τον Syd Barrett να παίζει με τους Pink Floyd;

Δεν θα έλεγα κολακευμένος. Έμοιαζε λογικό το ότι ήρθαν. Νομίζω ότι ήμασταν λιγάκι υπερήφανοι που είχαμε ένα club στο οποίο ο κόσμος ήθελε να έρχεται και πίστευε ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε εκεί. Θυμάμαι αυτούς τους ανθρώπους να έρχονται, αλλά δεν θα έλεγα κολακευμένος, όχι.

 

Υπήρχε οποιοδήποτε είδος ανταγωνισμού ανάμεσα στους παραγωγούς τη δεκαετία του ‘60;

Λοιπόν, σίγουρα. Οι παραγωγοί πολύ συχνά υπέγραφαν συγκροτήματα, οπότε υπήρχε μερικές φορές ανταγωνισμός στο ποιος θα υπογράψει ένα συγκρότημα. Νομίζω ότι οι περισσότεροι παραγωγοί είχαν μια καλή σχέση και φιλία ο ένας με τον άλλον. Ήμουν πολύ καλός φίλος με τον Paul Rothchild (σ.σ: The Doors, Janis Joplin) και τον Denny Cordell (σ.σ: The Moody Blues, Joe Cocker). Έτσι, υπήρχαν μερικοί γνωστοί παραγωγοί που τους ήξερα τότε και έμαθα πολλά από τον Paul Rothchild ιδιαίτερα. Μου δίδαξε πολλά. Υπήρξε ένα συντροφικό πνεύμα σαν αυτό που έχουν οι μάστορες. Ξέρεις, κάποιος κάνει ιππασία και ιππεύει άλογα για το προς το ζην και γνωρίζεις άλλους ανθρώπους που κάνουν το ίδιο και έχεις μια συγγένεια με αυτούς. Και νομίζω ότι το ίδιο πράγμα υπάρχει και για τους παραγωγούς.

 

joe5Γιατί δεν κάνατε την παραγωγή στο “Born to Run” (1975) album του Bruce Springsteen;

Λοιπόν, δεν ξέρω αν θα μου είχε ζητηθεί να κάνω παραγωγή. Το μόνο που συνέβη ήταν ότι γνώριζα τον John Hammond, ο οποίος ήταν A&R man (σ.σ: κυνηγός ταλέντων) για την Columbia Records και ποτέ δεν είχα ακούσει τη μουσική του Bruce Springsteen. Τον είχα ακουστά ως όνομα. Άκουσα ότι είχε δύο δίσκους που είχαν βγει από την Columbia που δεν είχαν πάει πολύ καλά. Ήμουν στη Νέα Υόρκη και έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον John Hammond και με ρώτησε αν θα ήθελα να πάω να δω τον Bruce Springsteen να παίζει την επόμενη εβδομάδα στη Νέα Υόρκη και σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να είμαι ένα καλό άτομο για να κάνω παραγωγή στον επόμενο δίσκο του. Είχα ήδη προγραμματίσει να πετάξω για το Λονδίνο πριν από την ημερομηνία αυτή. Νομίζω ότι ο Hammond μπορεί να μου έστειλε τα δύο LP’s που είχαν ήδη κυκλοφορήσει και πήγα και άκουσα τα δύο LP’s και σκέφτηκα μέσα μου: «Λοιπόν, δεν είναι πραγματικά του γούστου μου». Έτσι, δεν άλλαξα το εισιτήριό μου. Απλά πήγα στο Λονδίνο. Δεν ξέρω αν θα έκανα εγώ την παραγωγή τελικά. Εξαρτιόταν από το πόσο θα μου άρεσε η συναυλία, πόσο καλά θα τα πηγαίναμε ο Bruce Springsteen κι εγώ. Θα μπορούσαν να υπάρχουν και πολλοί άλλοι υποψήφιοι για να κάνουν την παραγωγή. Έτσι, δεν υπήρχε καμία δέσμευση. Δεν ήταν ότι απέρριψα την ευκαιρία να κάνω παραγωγή σ’αυτόν. Ήταν μια πολύ προκαταρκτική στιγμή, οπότε δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί. Ξέρω ότι ο Jon Landau (σ.σ: ο manager και παραγωγός του Springsteen) έκανε φανταστική δουλειά. Νομίζω ότι είναι τυχερός ο Bruce Springsteen που δεν έκανα την παραγωγή στο δίσκο, επειδή ο Jon Landau έκανε ένα πολύ πιο εμπορικό album απ’ότι θα έκανα εγώ. Νομίζω, θα μπορούσα να έχω κάνει έναν πολύ εμπορικό δίσκο, αλλά ο Landau… Είναι μια απ’αυτές τις σπουδαίες ιστορίες που ένας παραγωγός συναντά έναν καλλιτέχνη και κάνουν κάτι, πολύ καλύτερο απ’ότι θα ανέμενε οποιοσδήποτε. Είχαν μια μεγάλη επιτυχία που κανένας δεν σκέφτηκε ότι θα ερχόταν. Είμαι έτοιμος να πω ότι πιστεύω πως θα είχα κάνει έναν τόσο καλό δίσκο όσο το “The Piper at the Gates of Dawn”. Ίσως, και καλύτερο δίσκο. Αλλά δεν θα το πω αυτό για το “Born to Run”, επειδή δεν είχα την ίδια αίσθηση για τη μουσική του Bruce Springsteen που έχω για τον Syd Barrett.

 

Πιστεύετε ότι η κατάρρευση των μεγάλων δισκογραφικών εταιριών είναι ένα είδος δικαιοσύνης για την εταιρική απληστία τους όλα αυτά τα χρόνια;

Λοιπόν, δεν είμαι βέβαιος ότι επέρχεται ποτέ δικαιοσύνη στον κόσμο της εταιρικής απληστίας, που είναι σήμερα παντού διάχυτη στον κόσμο, ιδιαίτερα όπως γνωρίζεις πολύ καλά στο μέρος απ’ όπου με καλείς. Δεν ξέρω. Είναι ένα πολύ περίπλοκο ζήτημα. Επειδή η μουσική βιομηχανία έχει σχέση με την τεχνολογία, το λαϊκό γούστο, την εκπαίδευση, την αύξηση του πληθυσμού, τις οικονομικές συνθήκες, την μετανάστευση… Υπάρχουν τόσοι πολλοί παράγοντες που συγκεντρώνονται για να δημιούργησουν μια μουσική που είναι επιτυχημένη και μια μουσική που δεν είναι επιτυχημένη. Το μόνο πράγμα που θα ήθελα να πω τώρα είναι ότι τα πάντα που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στο παρελθόν, συνέβησαν με τον τρόπο που θα μπορούσες να περιμένεις από μία κλασική κατάσταση. Ανεξάρτητες, μικρές εταιρείες, πρωτότυποι στοχαστές, αουτσάιντερ, επαναστάτες μπορούσαν να τα καταφέρουν πολύ καλύτερα στη μουσική βιομηχανία, από ό,τι σχεδόν σε οποιαδήποτε άλλη βιομηχανία. Νομίζω ότι είναι πιο δύσκολο για τις εταιρείες να συμμορφώσουν τη μουσική βιομηχανία, απ’ ότι οποιαδήποτε άλλη βιομηχανία. Πάρε τα αυτοκίνητα ή την καλωδιακή τηλεόραση, όλα αυτά τα πράγματα απαιτούν τόσο πολύ κεφάλαιο για να ξεκινήσουν που είναι αδύνατο για μια μικρή εταιρεία να ανταγωνιστεί πραγματικά μια μεγάλη εταιρεία. Στη μουσική, είναι ένας από τους λίγους τομείς όπου μια μικρή εταιρία, μπορεί να ανταγωνιστεί μια μεγάλη εταιρεία και μπορεί να έχει πολύ μεγάλη επιτυχία και να εκπλήξει τους πάντες. Αλλά νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε τώρα τη χειρότερη κατάσταση έχουμε δει ποτέ για τους ανεξάρτητους, για το κοινό, για τους αουτσάιντερ, εξαιτίας της φρικτής συμφωνίας που έχει γίνει από το Spotify, για παράδειγμα. Έχει πουλήσει μεγάλο μερίδιο μετοχών στη Sony BMG και νομίζω και στην Warner Music. Έτσι, οι δισκογραφικές εταιρείες είναι τώρα συνέταιροι με κατάστημα λιανικής πώλησης με έναν τρόπο που είναι εντελώς καταστροφικός για τα συμφέροντα των καλλιτεχνών και των συνθετών. Αν είχα το χρόνο και τα χρήματα, νομίζω ότι θα υπέβαλα μια τεράστια αγωγή.

 

Είστε ευχαριστημένος με την επιστροφή των δίσκων βινυλίου;

Λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο. Νομίζω ότι είναι ωραίο, αλλά το βρίσκω σοκαριστικό και καταθλιπτικό το ότι το 99% των νέων αντιτύπων βινυλίου, τυπώνεται από το ψηφιακό master και, συνεπώς, ποιο είναι το νόημα; Είναι σαν ένα CD σε βινύλιο.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον Joe Boyd για τον χρόνο του.

Official Joe Boyd website: http://www.joeboyd.co.uk

Official Joe Boyd Facebook page: https://www.facebook.com/joeboydproducer

Loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry