Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 χρονών ο λαϊκός τραγουδιστής Μιχάλης Μενιδιάτης, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας.

Το θάνατο του τραγουδιστή ανακοίνωσε και μέσω του Twitter ο γιος του, Χρήστος Μενιδιάτης, γράφοντας: «Καλο ταξίδι άρχοντα… καλό ταξίδι πατέρα μου αγαπημενε».

«Είχε κάποια προβλήματα υγείας. Προσπαθήσαμε να τα αντιμετωπίσουμε αλλά τελικά δεν τα κατάφερε», τόνισε.

Το πραγματικό όνομα του Μιχάλη Μενιδιάτη ήταν Μιχάλης Καλογράνης και γεννήθηκε στο Μενίδι στις 29 Ιουνίου του 1932.

Μπήκε στη δισκογραφία το 1957 με το «Θα χτίσω μια καλύβα» του Γερ. Κουβάτου.

Καθιερώθηκε και αναγνωρίστηκε με συνθέσεις του Απ. Καλδάρα, «Μην περιμένεις πια», «Περιφρόνα με, γλυκιά μου», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις», «Πετραδάκι-πετραδάκι» κ.ά.

Άλλες δυνατές στιγμές του τα «Ξημέρωσε, καλή μου» των Ν. Καρανικόλα – Άκη Πάνου, «Αγωνίες» του Χιώτη, «Πήραν τα στήθια μου φωτιά» του Καραμπεσίνη, «Λαϊκός τραγουδιστής» του Σαββόπουλου (Happy Day), «Η καρδιά της ανήκει αλλού» των Β. Βασιλειάδη – Γ. Κιούρκα, «Ένα τραγούδι πες μου ακόμα» του Μουσαφίρη κ.ά.

Ποιος ήταν ο Μ. Μενιδιάτης

Ο νεαρός Καλογράνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μενίδι. Ο πατέρας του εργαζόταν ως φύλακας στην Λαχαναγορά. Από μικρό παιδί τον συγκίνησε ο ήχος του μπουζουκιού και, μετά την Απελευθέρωση άρχισε να «σκαλίζει» το πολυπόθητο αλλά κακοχαρακτηρισμένο τότε όργανο.

Ανέβηκε στο πάλκο για πρώτη φορά- παρά τις έντονες αντιρρήσεις του πατέρα του- το 1953, στη «Δροσιά» του Δημήτρη Γκίκα στο Μενίδι , όπου εμφανιζόντουσαν οι Μιχάλης Δασκαλάκης, Τάκης Μπίνης, Γιώργος Λαύκας και Γεράσιμος Κλουβάτος.

Ένα ωραίο καλοκαιρινό μαγαζί, ένας όμορφος κήπος, όπου όλη η Αθήνα ερχόταν για να διασκεδάσει. Είχε μία γραφικότητα, αφού δίπλα περνούσε το ποταμάκι που πότιζε τα περιβόλια και σχημάτιζε μία λιμνούλα και μπορούσες ν’ απλώσεις το χέρι να κόψεις ένα σύκο, ένα ρόδι.

Στου «Γκίκα» υπήρχε πλήρης κουζίνα, κρασί, ούζο, μαυροδάφνη, μπύρα, κονιάκ, λικέρ για τις κυρίες.

Με τον Κλουβάτο παίξαμε και στο ραδιοφωνικό σταθμό. Πολύ γλυκός άνθρωπος, συνθέτης και μαέστρος, με δυνατά σουξέ, είπε και πρόσθεσε: Δικό του ήταν το τραγούδι με το οποίο έκανα το ντεμπούτο μου στην Odeon, το «Θα χτίσω μια καλύβα», αλλά δικό του ήταν και το πρώτο επίσημο τραγούδι που είπα πάνω στο πάλκο.

Παραγγελιά μιας σούπερ κοσμικής κυρίας, γνωστής στο μαγαζί. Μου έβαλε πέντε κατοστάρικα στο μπουζούκι, δεν υπήρχε τότε μεγαλύτερο χαρτονόμισμα και μου ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία. Και η ευχή της έπιασε.

Το τραγούδι που ζήτησε ήταν το «Η κοινωνία μ’ αδικεί», που είχε πεί σε δίσκο ο Τσαουσάκης.

Το «Θα χτίσω μια καλύβα» ηχογραφήθηκε το ’54, αλλά κυκλοφόρησε το ’57. Αιτία μία συνήθης τακτική των εταιρειών να καθυστερεί διακριτικά τους νεοεμφανιζόμενους, αλλά και το γεγονός ότι ο Κλουβάτος ταξιδεύει στην Αμερική, όπου αυτή και παραμένει για αρκετό διάστημα. Η αναμονή όμως αυτή αναγκάζει το Μενιδιάτη να πιέσει το Μίνωα Μάτσα, διευθυντή της Odeon, να του δώσει το ελευθέρας του, καθώς δεσμευόταν με πενταετές συμβόλαιο.

Τα καταφέρνει και καταλήγει στην Columbia, όπου πλέον με Μέντορα τον Καλδάρα θα διαγράψει μία εντυπωσιακή τροχιά προς την κορυφή και την οριστική καταξίωση. Λίγο νωρίτερα, το 1956, το πεπρωμένο τους έχει σμίξει δισκογραφικά, αφού ο Μενιδιάτης σεγκοντάρει τη Μαίρη Αστέρη σε μία σύνθεση του τελευταίου με τίτλο «Πιες, αγάπη μου και σπάσε».

 

«Ο Καλδάρας ήταν ο δάσκαλος μου»

«Τον Καλδάρα τον είδα για πρώτη φορά γύρω στο ’52-’53, να παίζει μπουζούκι και να τραγουδάει στη «Ζούγκλα», στην πλατεία Βάθης. Πιτσιρικάς ήμουν, περνούσα και άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Είχε ένα δικό του στυλ, βυζαντινός σαν συνθέτης και ωραίος ερμηνευτής. Τραγουδούσε πολύ καλά. Δεν έχει σημασία που δεν έπιασε η φωνή του στους δίσκους.

Αργότερα, η μοίρα τα έφερε να δουλέψουμε το 1960 στον «Παράδεισο» στο Αιγάλεω.

Συγκρότημα Καλδάρα- Λαύκα.

Ένα πρωί , όπως φύγαμε από την δουλειά, φτάνουμε στην Ομόνοια, εκεί που αρχίζει η Πειραιώς. Μου λέει: «Μιχάλη, έχω ένα καλό τραγούδι, θα έρθεις να το κάνουμε πρόβα;». «Αμέ», του απαντώ και το κανονίσαμε.

Ο Καλδάρας ήταν κιμπάρης στο λόγο του, ήταν ένα ένα κάνουν δύο. Και πολύ μυαλωμένος. Η σκέψη του με τη γλώσσα του πηγαίνανε μαζί και κεντάγανε. Δεν μίλαγε πρώτα η γλώσσα και μετά το μυαλό. Εμένα μ’ άρεσε να τον ακούω να μιλάει με τις ώρες. Κάναμε τρεις φορές πρόβες το «Πες μου τι σου είπανε για μένα» και πήγαμε στην Columbia να το ηχογραφήσουμε.

Έλα που εκεί μέσα γράφουν και ο Τσιτσάνης με τον Παπαϊωάννου και τον Τζαουσάκο. Μόλις τους είδα, μ’ έπιασε τρέμουλο. Όχι από τρακ, αλλά και από σεβασμό. Όταν τελείωσα, φύγαμε με τον Τζαουσάκο και πήραμε το ίδιο λεωφορείο.

Καθόμασταν στο τελευταίο κάθισμα και γυρίζει και μου λέει :»Μιχάλη, το τραγούδι θα προχωρήσει, αλλά και εσύ θα πας μπροστά. Έχεις δικιά σου φωνή και θα κάνεις όνομα πολύ δυνατό». Μέχρι εκείνη την ώρα μ’ έκαιγε η αγωνία. Τα λόγια του με ηρέμησαν. «Μακάρι, μακάρι, Σταύρο», του απάντησα. Αργότερα έμαθα ότι ο Καλδάρας είχε μαζέψει σκόπιμα τους υπολοίπους συνθέτες εκεί για να με προσέξουν.

Και μετά η μια επιτυχία άρχισε να διαδέχεται την άλλη. Το «Πες μου τι σου είπανε για μένα», επανεκτέλεσε με επιτυχία αρκετά χρόνια αργότερα ο Βαγγέλης Περπινιάδης για λογαριασμό της Odeon.

Η αποδοτική συνεργασία των Καλδάρα-Μενιδιάτη θα συνεχιστεί μέχρι και τα τέλη του ’60 με μαγικά 45άρια, που θα σημειώσουν αστρονομικές πωλήσεις. Μερικά από αυτά, κατά χρονολογική ιεραρχία:»Μην περιμένεις πια» με την Βούλα Γκίκα στο σεκόντο, «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις» με την Σοφία Κολλητήρη, «Περιφρόνα με, γλυκιά μου» με την Μπέμπα Φινέττη, «Πετραδάκι-πετραδάκι» με την Άννυ Λιαροπούλου κ.α.

Το 1976 θα μοιραστούν ένα δίσκο μεγάλης διάρκειας στη Lyra με τίτλο «Στου Μπουζουκιού το Τέλη», όπου ο Μενιδιάτης βρίσκει την ευκαιρία να περάσει και δύο τραγούδια που είχε πρωτοτραγουδήσει ο ίδιος ο μουσικοσυνθέτης, τα: «Μένα μου πρέπουν σίδερα» και « Μου λένε τι σου ζήλεψα». Οκτώ χρόνια αργότερα θα επαναλάβουν το «πάντρεμα» τους στην ΕΜΙ με το LP «Τα παράπονά μου».

Πηγή: nooz.gr

loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry