βΥπάρχουν πολλοί διαχρονικοί μύθοι που δεν έχουν σχέση μόνο με τη μουσική. Για τους μουσικούς αναφερθήκαμε εδώ . Ένας από τους σύγχρονους Νεοελληνικούς μύθους είναι ο λεγόμενος «παλιός καλός Ελληνικός κινηματογράφος». Ήταν πράγματι καλός; Είναι οι ταινίες της Βουγιουκλάκη για παράδειγμα, «καλός Ελληνικός κινηματογράφος»; Με τίποτα. Κι όμως, μερικά πράγματα δεν τολμάς να τα αγγίξεις, αν και κατά βάθος ξέρεις ότι δεν αντέχουν στην κριτική. Μπορεί να υπήρχαν καλοί Έλληνες ηθοποιοί τότε -κυρίως αυτοδίδακτοι, όπως ο Βέγγος και η Βλαχοπούλου– αλλά οι ταινίες που έπαιζαν ήταν εντελώς ρηχές, προβλέψιμες και με σενάριο-γονατογραφία: Στο τέλος όλοι παντρευόντουσαν αφού πρώτα είχαν περάσει από τα μπουζούκια του Ζαμπέτα.

 

Οι καλύτερες μεταπολεμικές Ελληνικές ποτέ δεν έφθασαν στο ευρύτερο κοινό, λογοκρίθηκαν και «θάφτηκαν» από τους κοντόφθαλμους κριτικούς κινηματογράφου της εποχής. Η αξία τους όμως παραμένει αναλείωτη και έχει αναγνωριστεί και σε διεθνές επίπεδο. «Ο Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου (1956) με τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε μια τρομερή ερμηνεία, υποδύεται έναν υπαλληλάκο που μοιάζει καταπληκτικά με έναν  κακοποιό που οι εφημερίδες αποκαλούν «Ο Δράκος». Η αστυνομία τον καταδιώκει και αυτός έχοντας μπει πλέον στο πετσί του πραγματικού «Δράκου» γίνεται αποδεκτός και αντιμετωπίζεται με σεβασμό από τον υπόκοσμο της εποχής. Τα όσα διαδραματίζονται στο «Δράκο» περιγράφουν ανάγλυφα την μεταπολεμική σύγχυση.

 

Η «Ευδοκία» (1971) του Αλέξη Δαμιανού -γνωστή κυρίως από την μουσική του Μάνου Λοϊζου– επίσης πέρασε απαρατήρητη. Γυρισμένη μέσα στη Χούντα, ο τρικυμιώδης έρωτας ενός νεαρού λοχία με μία πουτάνα δεν είχε πολλές ελπίδες να γίνει αποδεκτός ούτε στην ταινία, ούτε κι από τους κριτικούς και τους θεατές της εποχής. Δύο νέοι άνθρωποι παρά τα εντελώς καταπιεστικά τους επαγγέλματα, κάνουν τα πάντα για να ζήσουν ελεύθεροι, χωρίς τους κανόνες που τους επιβάλλει η κοινωνία. Δεν κερδισε φυσικά το βραβειο καλυτερης ταινιας τοτε στο Φεστιβαλ Θεσσαλονικης, κερδισε όμως συνολικα το Πρώτο βραβείο γυναικείου ρόλου για τη Μαρία Βασιλείου,στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1971),το Βραβείο των Cineclubs της Γαλλιας το 1971 καθως και το «Χρυσο Απολλωνα» των Ελληνων Κριτικων, που το 1985 ανακήρυξαν την «Ευδοκία» ως την «καλύτερη ελληνική ταινία όλων των εποχών».

 

«Ο Θίασος» (1973) του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι μια τοιχογραφία νεότερης Ελληνικής ιστορίας  και περιγράφει τα γεγονότα από την δικτατορία του Μεταξά ως το 1952 μέσα από τα περιπέτειες μιας ομάδας περιοδεύοντων ηθοποιών. Αριστούργημα! Παρά τις 4 ώρες διάρκεια, δεν βαριέσαι ούτε στιγμή. Τα τρια επίπεδα στα οποία εξελίσσεται η ταινία (το έργο που παίζει ο θίασος, οι σχέσεις μεταξύ των μελών του θιάσου και το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον), τα μακρά σε διάρκεια μονοπλάνα, οι αφηγήσεις των πρωταγωνιστών σε πρώτο πρόσωπο κοιτάζοντας την κάμερα και κυρίως το κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο της ταινίας, την κάνουν αθάνατη. Ο Μάρτιν Σκορτσέζε είναι ένας από τους πολλούς θαυμαστές της.

 

Αλλά δυστυχώς οι Έλληνες τότε μεγαλώσαν με Βουγιουκλάκη, Πρέκα και Κωσταντάρα και ακούγανε Βοσκόπουλο. Λέω συνέχεια στην μάνα μου «Πόσο καθυστερημένοι ήταν οι Έλληνες που θεωρούσαν αυτές τις ταινίες καλές; Πόσο χαμηλό I.Q είχαν για να αποθεώνουν τη Βουγιουκλάκη τόσα χρόνια;»  Όλες αυτές οι ταινίες του παλιού κακού Ελληνικού κινηματογράφου, με την συνειδητά ανύπαρκτη κοινωνική κριτική, πουλούσαν μια ψεύτικη εικόνα ευδαιμονίας με το υποχρεωτικό happy end, που καμμία σχέση δεν είχε με την Ελλάδα του ’60 και του ’70. Την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον Ελληναρά να σας λέει «Όταν εμείς είχαμε Παρθενώνες, αυτοί κοιμόντουσαν στα βελανίδια» να του πείτε «Κι όταν αυτοί είχαν Μπέργκμαν,Αντονιόνι, Beatles και Pink Floyd εδώ βλέπαν την «Αλίκη στο Ναυτικό» και τραγουδούσαν το «Λευτέρη, Λευτέρη, Λευτέρη/ σ’έχω σταμπάρει στο παλιό μου το δεφτέρι».

loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry