Στα μέσα Ιούλιου διάβασα το βιβλίο «Φράνι & Ζούι» (εκδόσεις Καστανιώτη) του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ που πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε στα Ελληνικά.

Ο Σάλιντζερ είναι μακράν ο αγαπημένος μου συγγραφέας και μόνο από αυτόν έχω δει γραμμένα αυτά που πιστεύω χρόνια μέσα στο κεφάλι μου. Ειδικά τον «Φύλακα στη Σίκαλη» (εκδόσεις Επίκουρος) που γράφτηκε το 1951, οφείλει ο καθένας να τον διαβάσει. Αν και μέτριο συνολικά το «Φράνι & Ζούι», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1961 , έχει μερικές τρομερές ατάκες που με αντιπροσωπεύουν απολύτα. Αντιγράφω διατηρώντας την στίξη του κειμένου:

«Βασικά, δε θέλω να σε απογοητεύσω, αλλά τον έχω φάει στη μάπα με τις ώρες, και μόνο γλυκύτατο δεν τον λες. Ο τύπος είναι μια ωραιοπαθής απάτη […]»

«[…]Και γιατί είναι μια ωραιοπαθής απάτη, αν επιτρέπεται;»

«Γιατί; Γιατί είναι, να γιατί. Πιθανώς να το έχει εξαργυρώσει» (σ. 99)

«Όχου, από πουθενά δεν πιάνεσαι! Τι άνθρωπος είσαι; Απορώ για ποιο λόγο προσπαθώ. Είσαι ίδιος ο Μπάντι. Νομίζεις ότι όλοι οι άνθρωποι κάνουν ό,τι κάνουν από κάποιο περίεργο κίνητρο. Δεν μπορείς να πιστέψεις ότι ο άλλος μπορεί να τηλεφωνά χωρίς να ‘χει κάποιο ελεεινό, εγωιστικό κίνητρο».

«Ακριβώς -εννιά στις δέκα αυτό ισχύει. Και αυτός ο φλώρος ο Λέιν δεν είναι η εξαίρεση, σε βεβαιώ» (σ. 100).

«Και ξέρεις ότι κάνεις πολύ κόσμο να νιώθει αμήχανα, νεαρέ μου» είπε -καθ’όλα γαλήνια για τα μέτρα της. «Ή που ενθουσιάζεσαι με τον άλλο ή που τον απορρίπτεις μονομιάς. Έτσι και τον συμπαθήσεις, πιάνεις την πάρλα κι ο άλλος δεν μπορεί να σταυρώσει κουβέντα. Κι όταν τον αντιπαθήσεις -που είναι και το σύνηθες για σένα-, απλώς κάθεσαι αμίλητος σαν το Χάρο κι αφήνεις τον άλλο να μιλάει ώσπου να σκάψει μόνος του το λάκκο του. Σ’έχω δει να το κάνεις» (σ. 100-101).

«Έτσι και δεν συμπαθήσεις τον άλλο στο πρώτο δίλεπτο, τον απορρίπτεις άπαξ και διά παντώς» (σ. 101).

franny«Αυτό το κωλόσπιτο βρομάει και ζέχνει απ’ τα φαντάσματα. Και δε με πειράζει τόσο να με στοιχειώνει το φάντασμα ενός πεθαμένου, αλλά μου ‘ρχεται ο διάολος καβάλα να με στοιχειώνει το φάντασμα ενός μισοπεθαμένου. Που κάνει ακριβώς ό,τι έκανε κι ο Σίμορ –ή τουλάχιστον προσπαθεί. Γιατί δεν αυτοκτονεί κι αυτός ο κερατάς να ησυχάσει;» (σ. 105)

Σ’ τ’ ορκίζομαι, θα μπορούσα να τους δολοφονήσω και τους δυο χωρίς να ιδρώσει τ’ αφτί μου. Οι μεγάλοι διδάσκαλοι. Οι μεγάλοι ελευθερωτές. Ω Θεέ μου. Που δεν μπορώ πια ούτε να κάτσω να φάω σ’ένα εστιατόριο μ’ έναν άνθρωπο και να συνεισφέρω σε μια φυσιολογική συζήτηση. Ή που θα σκυλοβαρεθώ ή που θα με πιάσει η μαλακία και θ’αρχίσω και θ’αρχίσω το κήρυγμα, έτσι που αν ο άλλος ο καριόλης έχει έστω και δυο γραμμάρια μυαλό στο κεφάλι του, θα ‘πρεπε να πάρει την καρέκλα του και να μου ανοίξει το κεφάλι στα δύο» (σ. 105).

«Γιατί δεν παντρεύεσαι;»

«Μ’αρέσουν τρομερά τα ταξίδια με τρένο. Και δε γίνεται να διαλέγεις θέση στο παράθυρο άμα είσαι παντρεμένος».

«Είναι λόγος αυτός;»

«Ωραιότατος λόγος»  (σελ  107).

«Θες κούρεμα νεαρέ», είπε. «Έχεις γίνει σαν αυτούς τους παλαβούς ούγγρους κολυμβητές όταν βγαίνουν απ’ την πισίνα» (σ. 108).

«Και του τα’πες όλα αυτά;»

«Ασφαλώς και του τα’πα! Τώρα δα δεν έλεγα ότι δεν μπορώ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό; Εννοείται ότι του τα ‘πα! Τον άφησα να κάθεται και να μονολογεί. Καλύτερα να πέθαινα. Ή κάποιος από τους δυο μας να πέθαινε – χίλιες φορές εγώ ο μαλάκας. Τέλος πάντων μιλάμε για θριαμβευτική έξοδο αλά Σαν Ρέμο» (σ. 140).

Loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry