Διάρκεια: 123′

Πρωταγωνιστούν: Bryan Cranston, Aaron Taylor-Johnson, Elisabeth Olsen, Ken Watanabe, κ.α

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3,5 / 5

Μία επική αναγέννηση του πασίγνωστου Γκοτζίλα. Σε αυτή η θεαματική περιπέτεια συναντάμε το πιο διάσημο καϊτζού (τέρας στα Γιαπωνέζικα) του κόσμου ενάντια σε τρομερά τέρατα που απειλούν την ύπαρξη μας, δημιουργημένα από την επιστημονική αλαζονεία της ανθρωπότητας.

Με τόσα remake, reboot, sequel και τα λοιπά, που βλέπουμε κάθε χρόνο από ταινίες που ξαναγυρίζονται, έχεις την αίσθηση ότι… ξαναγράφεται η κινηματογραφική ιστορία. Καλώς ή κακώς (μεγάλη συζήτηση αυτή) θα πρέπει να συνηθίζουμε στην ιδέα ότι το Χόλιγουντ μάλλον έχει ξεμείνει από καινούργια πράγματα και είτε ανακυκλώνει, είτε εκμεταλλεύεται παλιές επιτυχίες.

Τέτοιο είναι και το Godzilla, το οποίο επιχειρεί να αναβιώσει τον μύθο του περίφημου τέρατος. Μερικοί από εσάς θα θυμάστε ότι πρόσφατα στην λίστα με τα 10 χειρότερα remake είχε περίοπτη θέση το Godzilla του 1998. Επομένως, από μόνο του αυτό το γεγονός κάνει την τωρινή ταινία να είχε χαμηλό πήχη να υπερβεί. Όμως όχι μόνο έχουμε να κάνουμε με μια παραγωγή που σέβεται τον θεατή και γεμίζει τα κενά του ανεκδιήγητης προηγούμενης ταινίας, αλλά μιλάμε ίσως για μια από τις καλύτερες σκηνές μάχης και εφέ που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.

Αναμφίβολα, ο καινούργιος Godzilla είναι αυτό που λέμε «σέβεται τον θεατή». Και συγκεκριμένα τον θεατή του συγκεκριμένου είδους. Ούτε πάει να στο παίξει Αμερικανιά (εντάξει υπάρχουν τα μηνύματα πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, αλλά δεν δίνεται μεγάλη βάση από ένα σημείο και μετά), ούτε θέλει να σε φλομώσει στον ηρωισμό και στα πατριωτικά μηνύματα. Η καινούργια εκδοχή του Godzilla αφήνει στην άκρη τις φανφάρες και τους ηρωισμούς και δίνει μεγαλύτερη βάση στο στόρι του, αποτίοντας φόρο τιμής στην πρωτότυπη ταινία του 1954.

Είναι ξεκάθαρο ότι μέσα σε ένα δίωρο ο έμπειρος Gareth Edwards (που είχε δώσει καλά δείγματα και στο Monsters) προσπαθεί να χωρέσει και την δράση αλλά και το ενδιαφέρον στόρι, το οποίο δίνει μια άλλη διάσταση στον μύθο του Godzilla. H πρώτη ώρα ασχολείται περισσότερο με την πλοκή της ταινίας, με ενδιαφέροντα στοιχεία, παραμερίζοντας όσο γίνεται τις υπερβολές και χτίζοντας αγωνία και… έδαφος για το εξαιρετικό δεύτερο μισό της.

Η δεύτερη ώρα πραγματικά είναι από τα καλύτερα διαστήματα που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια σε ταινία δράσης. Εντυπωσιακή δράση, εκπληκτικά πλάνα και εφέ και γενικότερα έχεις μια αίσθηση ότι είσαι μέρος της ταινίας και την ζεις. Δεν θυμάμαι πιο πειστική απεικόνιση, ακόμα και σε ταινία με πολύ μεγαλύτερο budget. Τα τέρατα είναι εξαιρετικά φτιαγμένα και επιτέλους ο Godzilla είναι πιο κοντά σε αυτόν της πρωτότυπης ταινίας, χωρίς βέβαια να κοπιάρεται.

Η τεχνολογία που χρησιμοποιείται σε αφήνει πραγματικά άφωνο, μιλάμε για ένα εντυπωσιακό φιλμικό επίτευγμα με οπτικά εφέ που θα ζήλευαν και μεγάλοι σκηνοθέτες του είδους. Γιατί είναι εύκολο να έχεις πολλά χρήματα στην διάθεση σου για να φτιάξεις ταινία, αλλά η διαχείριση τους είναι αυτή που κάνει την διαφορά και εκεί κερδίζει το Edwards. Συν τοις άλλοις, επιτέλους βλέπουμε ένα αξιοπρεπές 3D, διότι η τρισδιάστατη εκδοχή της ταινίας, σε ορισμένα σημεία σε κρατάει γαντζωμένο στην καρέκλα σου. Καιρός ήταν κάποιος να αποφασίσει να αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα και όχι μόνο να γίνεται για οικονομικούς λόγους.

Το μόνο πρόβλημα της ταινίας (το οποίο ευτυχώς δεν την επηρεάζει τόσο) είναι οι χαρακτήρες και οι ηθοποιοί που την απαρτίζουν. Η Julliette Binoche μας εγκαταλείπει γρήγορα (δεν είναι spoiler, όλα τα trailer το έχουν διατυμπανίσει), ενώ ο Bryan Cranston δυστυχώς δεν αξιοποιείται όσο θα έπρεπε, παρόλο που το προσπαθεί και δείχνει δείγματα της κλάσης του. Ο Ken Watanabe από την άλλη είναι πολύ καλός και πειστικός στον ρόλο του, ωστόσο η ταινία στηρίζεται στον Aaron Taylor Johnson, ο οποίος δεν έχει την δυναμική να κρατήσει τέτοιον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η Elisabeth Olsen από την άλλη, δεν κάνει κάτι το φοβερό, ωστόσο είναι συμπαθέστατη και αποδεικνύει γιατί είναι ένα από τα σταθερά ανερχόμενα ταλέντα.

Για να συνοψίσουμε, το Godzilla δεν προσπαθεί να πουλήσει «φύκια με μεταξωτές κορδέλες» και για το είδος που αντιπροσωπεύει είναι όχι απλά αξιοπρεπέστατο, αλλά και μια από τις πιο διασκεδαστικές ταινίες που έχουμε δει φέτος με εντυπωσιακή απεικόνιση, τρομερά εφέ και (επιτρέψτε μου) μάχες που ίσως είναι και καλύτερες από κάποιες του Pacific Rim (ειδικότερα της τελικής του μάχης). Μια ταινία που σε καλύπτει απόλυτα για αυτό που δεν να δεις και να φύγεις από την αίθουσα με (σχεδόν) απόλυτη ικανοποίηση.

Loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ