Γιώργος Ζαμπέτας

Ήταν 10 Μαρτίου του 1992 όταν το πιο διάσημο και κορυφαίο μπουζούκι, ο Γιώργος Ζαμπέτας, έπαψε πια να ρίχνει τις πενιές του.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας, ήταν Έλληνας μουσικοσυνθέτης, ερμηνευτής και ένας από τους σπουδαιότερους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, έχοντας στο βιογραφικά μία ατελείωτη λίστα τραγουδιών (σχεδόν 400), επιτυχιών, αλλά και μεγάλων συνεργασιών.

«Αγωνία», «Σταλιά-σταλιά», «Χίλια περιστέρια», «Πού πας χωρίς αγάπη», «Ο πιο καλός ο μαθητής», «Πού ‘σαι Θανάση» ,«Μάλιστα κύριε», «Θεσσαλονίκη», «Στο Λευκό τον Πύργο», «Σήκω χόρεψε συρτάκι», «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου» , «Όταν καπνίζει ο Λουλάς», ήταν λίγες από τις μεγάλες επιτυχίες που απλόχερα μας χάρισε ο κορυφαίος δεξιοτέχνης.

Τραγούδια του ερμήνευσαν σπουδαίοι καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού όπως οι Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Δημήτρης Μητροπάνος, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Δούκισσα, Πόλυ Πάνου, Στέλιος Καζαντζίδης κ.ά.

 

Τα πρώτα χρόνια

Ο Γιώργος Ζαμπέτας στην παιδική του ηλικία
Ο Γιώργος Ζαμπέτας στην παιδική του ηλικία

Ο Γιώργος Ζαμπέτας γεννήθηκε στο Μεταξουργείο, στις 25 Ιανουαρίου του 1925. Γονείς του ήταν ο Μιχάλης Ζαμπέτας, που ήταν κουρέας και η Μαρίκα Μωραΐτη, ανηψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής.

Από πολύ μικρή ηλικία ο Γιώργος Ζαμπέτας έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, αφού παράλληλα με την απασχόλησή του στο κουρείο του πατέρα του ως βοηθός, «σκάρωνε» κρυφά στο μπουζούκι τις πρώτες του μελωδίες. Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη βιογραφία του, λίγο πριν το θάνατό του.

Το 1932, σε ηλικία μόλις 7 ετών κερδίζει το πρώτο του βραβείο, ως μαθητής της α’ δημοτικού, παίζοντας το πρώτο του τραγούδι σε σχολικό διαγωνισμό.

Παρά τις αντιδράσεις, ο μικρός Γιώργος συνέχισε με απόλυτη προσήλωση να υπηρετεί τη μεγάλη του αγάπη, ενώ η γνωριμία του στα 1938 με το μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας.

Το 1940 η οικογένεια Ζαμπέτα μετακόμισε στο Αιγάλεω και από τη στιγμή εκείνη ο Ζαμπέτας απόκτησε ένα άρρηκτο δεσμό με την πόλη, της οποίας εμπνεύστηκε και χάρισε το προσωνύμιο «Σίτι», κατά τη διάρκεια μια περιοδείας του στη Βρετανία.

Στα 1942 και κάτω από συνθήκες ανέχειας λόγω της Κατοχής, ο Ζαμπέτας δημιουργεί το πρώτο του συγκρότημα, με το οποίο τραγουδούσαν καντάδες στα κορίτσια.

 

Τα χρόνια της δημιουργίας

Η επαγγελματική του καριέρα ωστόσο ξεκινάει στ’ αλήθεια τη δεκαετία του 1950, οπότε αρχίζει να παίζει μπουζούκι σε λαϊκά κέντρα.

Το ταλέντο του τον κάνει να διακριθεί σύντομα, ενώ από το 1952 ξεκινάει να συνθέτει και μουσική για τραγούδια, με πρώτο το «Σαν σήμερα» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Το 1953 ηχογραφεί για πρώτη φορά. Δημιουργεί σταθερά τραγούδια ενώ συνεχίζει να παίζει σε λαϊκά κέντρα, διαμορφώνοντας το προσωπικό του στιλ που τον καθιέρωσε ως τον σπουδαιότερο μουσικό μπουζουκιού της χώρας.

Το «Σαν σήμερα», το πρώτο δισκογραφημένο τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα…

Το 1959 είναι η χρονιά που ο Μάνος Χατζηδάκις τον κάνει σολίστ στα έργα του και ταξιδεύουν μαζί, καθώς και με την Μελίνα Μερκούρη και τον Ζιλ Ντασέν, στις Κάννες για το «Ποτέ την Κυριακή» – το πάρτυ υπό τους ήχους του Ζαμπέτα άφησε ιστορία στο φεστιβάλ. Το παίξιμο του Ζαμπέτα γίνεται το μέτρο επιδεξιότητας του οργάνου, ενώ στις αρχές του 1960 γνωρίζεται με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και συνθέτει μια σειρά από εξαιρετικά τραγούδια.

Μάνος Χατζιδάκις - Γιώργος Ζαμπέτας
Μάνος Χατζιδάκις – Γιώργος Ζαμπέτας

Ο Γιώργος Ζαμπέτας εμφανίστηκε σε πολλές θεατρικές παραστάσεις και σε ακόμα περισσότερες κινηματογραφικές ταινίες όπως «Ο πύργος των ιπποτών» (1952), «Ανήσυχα νιάτα» (1963), «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «Κόκκινα φανάρια» (1963), «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» (1966), κ.α. ενώ εκτός απ την πλούσια σε επιτυχίες δισκογραφική δραστηριότητα του στο εσωτερικό, έκανε αρκετές εμφανίσεις στο εξωτερικό ως δεξιοτέχνης του μπουζουκιού.

Την επόμενη δεκαετία, τα τραγούδια του γνωρίζουν τεράστια επιτυχία καθώς πραγματοποιεί εμφανίσεις στα σπουδαιότερα λαϊκά κέντρα διασκέδασης, ενώ ταξιδεύει στο εξωτερικό (Ευρώπη και Αμερική) και παράλληλα συμμετέχει σε περισσότερες από 100 ταινίες του ακμάζοντα εκείνο τον καιρό Ελληνικού Κινηματογράφου .

Δημιουργίες του όπως «Τα δειλινά», «Τα ξημερώματα», «Δεν έχει δρόμο να διαβώ» κ.α. παραμείναν αξεπέραστες και τον κατατάσσουν στις υψηλότερες βαθμίδες του μουσικού στερεώματος, σύμφωνα και με τη δήλωση του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «Ο Ζαμπέτας ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού. Ως μπουζουκτσής ήταν ο καλύτερος, από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σώου-μαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που αν είχε γεννηθεί στην Αμερική θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή!».

Χαρακτηριστική του ήθους του μεγάλου δημιουργού ήταν και η δήλωση του Δημήτρη Μητροπάνου, ο οποίος τον θεωρούσε δεύτερο πατέρα του: «ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν τα ήθη αρχίζουν να αλλάζουν, ο Ζαμπέτας κάνει στροφή στη σάτιρα υπό μορφή σώου, με τις γνωστές του επιτυχίες «Ο Θανάσης», «Ο πενηντάρης», «Μάλιστα κύριε» κ.λ.π. να δημιουργούν και πάλι αίσθηση στο κοινό.

Πολλές από τις μελωδίες του στηρίζονται στον μακρινό απόηχο της Αθηναϊκής καντάδας. Ένας δυτικότροπος συνθέτης που είναι εντελώς λαϊκός όχι μόνο για τους ρυθμούς που επιλέγει για τα τραγούδια του, αλλά και από την γνησιότητα και τον αυθορμητισμό σε όλη τη δουλειά του. Ανάλαφρος – Λυρικός, έχει ύφος ευδιάκριτο που ενισχύεται και από τον τρόπο με τον οποίο εκτελεί ο ίδιος στο μπουζούκι τη μουσική του. Το στοιχείο επίσης εκείνο που κάνει τα τραγούδια του αναγνωρίσιμα είναι οι μελωδικές και ευρηματικές εισαγωγές του.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας ανήκει στις περιπτώσεις εκείνες των δημιουργών οι οποίοι κατάφεραν διατηρώντας τον αυθορμητισμό και την αμεσότητα της λαϊκής φόρμας, να μιλήσουν μια γλώσσα που χωρίς να αρνιέται και να αγνοεί το κύριο λεξιλόγιο και την σημερινή καταγωγή της να είναι πιο καινούργια και πιο σημερινή.

 

 

Η κόντρα με την εξουσία

Ένα διάταγμα του ’78-’79, της τότε κυβέρνησης Καραμανλή, ήταν η αιτία για τη δημιουργία ενός τραγουδιού με μία γεύση πολιτικοποίησης που ξεσήκωσε το κοινό και ανάγκασε την ίδια την κυβέρνηση να επισκεφτεί το Γιώργο Ζαμπέτα στο κέντρο όπου εμφανιζόταν! Σύμφωνα με εκείνο το διάταγμα όλα τα νυχτερινά κέντρα έπρεπε να κλείνουν στις 2 τα μεσάνυχτα και κάπως έτσι άρχισαν όλα…

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ως υπουργός πλήρωσε τα… σπασμένα. Ο Γιώργος Ζαμπέτας εμφανιζόταν στη «Φαντασία» και το εν λόγω τραγούδι έγινε επιτυχία στόμα με στόμα.

«Βγάλανε διάταγμα να κλείνουμε στις 2, και την Αθήνα κάνανε σωστό νεκροταφείο, το διάταγμα το έβγαλε ο Μήτσος και ο Τάκης, ο μπρόκουλας, ο σέσκουλας, ο μπάμιας και ο σπανάκης. Πολλά τα διατάγματα, τα ίδια και τα ίδια, μα όσο κι αν γκαρίζουμε μας γράφουν στα αρ…. Μα ο καιρός πλησίασε και θα μας θυμηθούνε και θα τους απαντήσουμε να παν να γα…», ήταν οι περίφημοι στίχοι που ανάγκασαν ολόκληρη την οικογένεια Μητσοτάκη να βρεθεί στη «Φαντασία» για να ακούσει το.. μύθο που είχε διαδοθεί σε όλη την παραλιακή! Ο Γιώργος Ζαμπέτας βέβαια εκείνη τη βραδιά παρουσίασε στους παρευρισκόμενους μία πιο light εκδοχή του τραγουδιού.

Η light εκδοχή του «Ωδή στους Έλληνες πολιτικούς» όπως ακούστηκε σε κινηματογραφική ταινία…

 

Μικρά-μικρά

Ο Γιώργος Ζαμπέτας μπορεί να αποτελούσε ένα μεγάλο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού, όμως δε γνώριζε καθόλου από μουσική! Δε γνώριζε να διαβάζει τις νότες στο πεντάγραμμο, ούτε να τις αποτυπώνει σε αυτό. Δεν χρησιμοποιούσε καθόλου με παρτιτούρες, καθώς έπαιζε μουσική και σύνθετε χωρίς αυτές, παρ’όλα αυτά κατάφερνε να μαγέψει με το ταλέντο του.

Χαρακτηριστικό γεγονός συνέβη και με το Γερμανό μαέστρο Erwin Halletz κατά τη διάρκεια προβών για την εμφάνιση με τη Μελίνα Μερκούρη στις Κάννες, όπου ο Έλληνας σολίστας απαρνούμενος τις παρτιτούρες εντυπωσίασε με τις ικανότητές του.

Βέβαια υπήρξαν και οι περιπτώσεις όπου ο Γιώργος Ζαμπέτας έπαιζε κρατώντας τη  γραμμή παρτιτούρων. Όταν ο Μίμης Πλέσσας καλέσθηκε να διευθύνει τη τότε μεγαλύτερη συμφωνική ορχήστρα του κόσμου στο Βέλγιο με 104 όργανα πήρε μαζί του ως σολίστα και το Γιώργο Ζαμπέτα για να δώσει το ελληνικό χρώμα, γράφοντάς του μία σουίτα με όλους τους λαϊκούς ρυθμούς. Ο Ζαμπέτας έπαιξε ότι του είχε γράψει ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης όμως όταν ήρθε η ώρα για το ελεύθερο παίξιμο «έδωσε τα ρέστα του». Σηκώνεται από την καρέκλα με το μπουζούκι του, πλησιάζει το βάρθρο του μαέστρου Πλέσσα, ανεβάζει το πόδι του επάνω του και δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Απότελεσμα ανάμεσα σε 32 χώρες να κερδίσουν το πρώτο βραβείο.

 

Το παράπονο στο Μίκη Θεοδωράκη

Το 1963 ο Γιώργος Ζαμπέτας θα συμμετείχε μουσικά στη «Γειτονιά των αγγέλων» του Ι.Καμπανέλλη και στο δίσκο με τα τραγούδια του έργου. Ο Μίκης Θεοδωράκης ως συνθέτης είχε συμφωνήσει με το Ζαμπέτα να αναγραφόταν στο δίσκο και το όνομα του τελευταίου, διαφορετικά δεν θα έπαιζε μπουζούκι. Παρά την αρχική υπόσχεση το όνομά του δεν τοποθετήθηκε, με το Γιώργο Ζαμπέτα κάποια χρόνια αργότερα να δηλώνει σχετικά: «Δεν πειράζει. Εγώ τον αγαπώ. Δεν μου έβαλε το όνομα… Και τον ευχαριστώ γιατί είναι πάρα πολύ μεγάλος.»

 

Ο δρόμος προς το τέλος

Τα χρόνια του ’80 αρχίζει η παρακμή του είδους αυτού, με τον Ζαμπέτα να αντιμετωπίζει προβλήματα στις συνεργασίες του αφού η εποχή δεν αναγνωρίζει πια τις αξίες του παρελθόντος.

Ωστόσο, από το 1990 και μετά, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα Μ.Μ.Ε. «ανακαλύπτουν» τα τραγούδια του, τα οποία κυριαρχούν ξανά, γνωρίζοντας νέα άνθηση, στις προτιμήσεις των ακροατών.

Δυστυχώς, ο ίδιος δεν βρίσκεται μόνο στη δύση της καριέρας, αλλά και της ζωής του. Μετά από πολύμηνη ασθένεια, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Σωτηρία», στις 10 Μαρτίου του 1992. Ήταν μόνο 67 ετών.

Ο Δήμος Αιγάλεω, τίμησε δις εν ζωή το μεγάλο συνθέτη, σε εκδηλώσεις που διοργάνωσε τον Απρίλιο του 1988 και το Σεπτέμβριο του 1990, ενώ και μια πλατεία της πόλης, πλησίον του σπιτιού του, φέρει το όνομά του.

Hit-Channel.com με πληροφορίες από Wikipedia & tvxs.gr

 

 

Loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ