Ο βραβευμένος με Όσκαρ Μάρτιν ΜακΝτόνα (“Αποστολή στην Μπριζ”) επιστρέφει, υπογράφοντας το σενάριο και τη σκηνοθεσία σε μια ξεχωριστή μαύρη κωμωδία που κέρδισε το βραβείο κοινού στο φεστιβάλ του Τορόντο. Παράλληλα, δίνει ξανά την ευκαιρία στον Κόλιν Φάρελ να υποδυθεί έναν ακόμη αξέχαστο χαρακτήρα. Συμπρωταγωνιστούν οι Σαμ Ρόκγουελ (“Moon”), Γούντι Χάρελσον (“Rampart”) και Κρίστοφερ Γουόκεν (“Pulp Fiction”).

Ο Μάρτι, ένας συγγραφέας που προσπαθεί να βγάλει τα προς το ζην, ονειρεύεται πως μια μέρα θα τελειώσει το σενάριο που γράφει. Το μόνο που χρειάζεται είναι αυτοσυγκέντρωση και έμπνευση. Ο καλύτερος του φίλος, ο Μπίλι, ένας άνεργος ηθοποιός και ενίοτε κλέφτης σκυλιών, θέλει να τον βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Χανς είναι ο συνεργός του Μπίλι, ένας θρήσκος με βίαιο παρελθόν. Ο Τσάρλι είναι ένας ψυχοπαθής γκάνγκστερ, του οποίου το σκυλί έκλεψαν ο Μπίλι με τον Χανς. Με τέτοιους χαρακτήρες να τον περιτριγυρίζουν, ο Μάρτι πρόκειται να αποκτήσει την έμπνευση που χρειάζεται, αλλά για να γράψει το σενάριο, πρέπει πρώτα να κατορθώσει να μείνει ζωντανός.

O Σκηνοθέτης
Ο ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα γεννήθηκε το 1970 στο Λονδίνο. Το 1996 κέρδισε το πρώτο του βραβείο για το θεατρικό “The Beauty Queen of Leenane”, το πρώτο μέρος της τριλογίας Leenane και ακολούθησε η τριλογία The Aran Islands, ενώ άλλα σημαντικά θεατρικά έργα του είναι τα “The Pillowman” και “A Behanding in Spokane”. Ο ΜακΝτόνα έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία όπως το Laurence Olivier, το Drama Desk και το Critic’s Circle Theatre, καθώς και με υποψηφιότητες για Tony. Το 2006 πέρασε στον κινηματογράφο σκηνοθετώντας τη μικρού μήκους “Six Shooter” με τον Μπρένταν Γκλίσον, κερδίζοντας έτσι το Όσκαρ στην κατηγορία του. Ακολούθησε το θεαματικό “In Bruges” με πρωταγωνιστές τους Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, για το οποίο ήταν υποψήφιος για Όσκαρ καλύτερου σεναρίου. Το “Seven Psychopaths” είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του.

Oι Ψυχοπαθείς

Νο. 1 – Μάρτι (ο φαινομενικά φυσιολογικός)
Ο Κόλιν Φάρελ (Μάρτι) διαβάζει πολλά σενάρια. «Μια στις τόσες, ένα σενάριο είναι τόσο δυνατό που μοιάζει να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου. Το συγκεκριμένο τα καταφέρνει και με το παραπάνω. Σου ρίχνει μια σφαλιάρα, μια κλωτσιά στον πισινό, και σε παρασύρει σε ένα υπέροχο ταξίδι. Οπότε χάρηκα πολύ που ξανασυνεργάστηκα με τον Μάρτιν (ΜακΝτόνα) γι’ αυτή την ταινία».

Και συνεχίζει, «υπάρχει ένας συναισθηματικός πυρήνας στο οτιδήποτε γράφει: το χιούμορ, το χάος, η βία, η αμεσότητα των διαλόγων. Οι σκηνές, η σκηνογραφία και οι χαρακτήρες συχνά είναι τραβηγμένοι, αλλά βρίσκω ότι κατά βάθος υπάρχουν στοιχεία πολύ αληθινά. Οι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από την πραγματικότητα: η αγάπη προς τα κατοικίδια, η επιθυμία να βοηθήσεις τον κολλητό σου, η ανάγκη να θέλεις ο εραστής σου σε νοιάζεται, η φιλοδοξία». Σύμφωνα με τον ηθοποιό, η πρόκληση είναι να βρεις τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα. «Αν παίζεις για να προκαλέσεις χάχανα, η ταινία τρώει τα μούτρα της. Η κωμωδία γίνεται καλύτερη όταν φυτρώνει στο εύφορο έδαφος της πραγματικότητας». Όταν ο ΜακΝτόνα προσέγγισε τον Φάρελ για το ρόλο, του ζήτησε να κρατήσει την ιρλανδέζικη προφορά  του. «Σκέφτηκα ότι δεν βλέπω το λόγο γιατί ένας σεναριογράφος που ζει στο Χόλιγουντ δεν μπορεί να είναι Ιρλανδός», εξηγεί ο ΜακΝτόνα. «Και η πιο έξυπνη απόφαση ήταν να έχουμε τον Κόλιν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι φανταστικός».

Ο Φάρελ, πάλι, ψάχνει πάντα το παρελθόν των χαρακτήρων που παίζει. «Νομίζω ότι είναι σημαντικό να καταλάβει κανείς από πού προέρχεται ο Μάρτιν. Αγάπησε πολύ τον τίτλο της ιστορίας, αλλά δεν πιστεύω ότι βλέπει τους πρωταγωνιστές ως πραγματικούς ψυχοπαθείς. Γράφει καταπληκτικούς διαλόγους και σκηνές με βία, αλλά προσπαθεί να αφαιρέσει αυτή τη βία και να δώσει μια ιστορία που στην ουσία της μιλάει για ειρήνη και αγάπη», λέει ο ηθοποιός. «Όσο για τον Μπίλι, τον κολλητό του Μάρτι, νομίζει ότι ο φίλος του δεν εκμεταλλεύεται στο μάξιμουμ τις δημιουργικές του ικανότητες, και κάνει τα πάντα για να τον βοηθήσει να πετύχει. Πιστεύει ακράδαντα ότι ο Μάρτι είναι ο καλύτερος συγγραφέας της γενιάς του. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι ο Μπίλι θέλει διακαώς να είναι κι εκείνος κομμάτι της συγγραφικής διαδικασίας, κι αυτό σημαίνει ότι προσπαθεί να τον βοηθήσει με τρόπο κάπως εξτρεμιστικό». Στην αρχή, μάλιστα, ο Φάρελ ενδιαφέρθηκε για το ρόλο του Μπίλι. «Έχει μερικές φοβερές ατάκες. Ο ρόλος με τράβηξε γιατί μου θύμιζε κάπως το χαρακτήρα του Ρέι, το χαρακτήρα που υποδύομαι στο “In Bruges”. Ο Μάρτι είναι πιο παρατηρητικός, ο μόνος που είναι στα καλά του. Ο Μπίλι είναι παλαβιάρης, και οι υπόλοιποι γενικά το έχουν χάσει λίγο. Βασικά, είναι όλοι τους τρελοί!»

Νο. 2 – Μπίλι (ο καλύτερός του φίλος)
«Η αφοσίωση του Μπίλι στον Μάρτι είναι απέραντη, σε σημείο ίσως κάπως αρρωστημένο», λέει ο Σαμ Ρόκγουελ. «Επειδή είναι ο καλύτερός του φίλος, θέλει όσο τίποτα να τον βοηθήσει, αλλά καμιά φορά ενθουσιάζεται κάπως υπερβολικά. Η φιλία τους είναι όπως του Τσαζ Παλμιντέρι και του Σον Πεν στο “Hurlyburly” ή του Χάρβεϊ Καϊτέλ και του ΝτεΝίρο στο “Mean Streets”. Είναι μια περίεργη συνύπαρξη που μπαλαντζάρει μεταξύ αγάπης, συγχώρεσης – και, μην ξεχνάμε, επίσης οργής».

Καθώς ο ΜακΝτόνα και ο Ρόκγουελ έχτιζαν το χαρακτήρα, σκέφτονταν και τα κινηματογραφικά πρότυπα. «Υπάρχουν αναφορές στον Τράβις Μπικλ (“Taxi Driver”) και στον Τζόνι Μπόι (“Mean Streets”). O Μάρτιν είναι πολύ συγκεκριμένος σ’ αυτό που ζητάει. Ξέρει ακριβώς τι θέλει, και ξέρει πολύ καλά τι συμβαίνει στο συναισθηματικό κόσμο του χαρακτήρα», εξηγεί ο Ρόκγουελ. «Συζητήσαμε για το αν έπρεπε να τον παίξω σοβαρά, όχι ως κωμικό ρόλο, γιατί το κωμικό στοιχείο θα ανέβλυζε από τον παραλογισμό, το μοιραίο απέναντι στο ρίσκο, και τις συνέπειες που μπορεί να υφίσταται ένας κανονικός άνθρωπος όπως ο Μάρτι, κι ένας, εμ, όχι και τόσο κανονικός όπως ο Μπίλι».

Αυτή είναι η δεύτερη συνεργασία μεταξύ του Ρόκγουελ και του ΜακΝτόνα, αφού ο ηθοποιός πρωταγωνίστησε δίπλα στον Κρίστοφερ Γουόκεν στο θεατρικό του σκηνοθέτη “A Behanding in Spokane”. Ο ΜακΝτόνα ήθελε να συνεργαστεί με τον ηθοποιό από το 1998, όταν τον είχε δει στην μαύρη κωμωδία “Jerry and Tom”, όπου υποδυόταν τον Τζέρι, έναν πρωτάρη δολοφόνο. «Ο Σαμ διαθέτει το σπάνιο ταλέντο να παίζει εξίσου καταπληκτικά κωμικούς και δραματικούς ρόλους», εξηγεί ο ΜακΝτόνα. «Κι εγώ χρειαζόμουν και τις δύο ικανότητες γι’ αυτό το ρόλο. Ο Μπίλι είναι μια ζωντανή συμφορά, αλλά με έναν ανησυχητικά συμπαθητικό τρόπο».

«Θα είμαι ειλικρινής», ομολογεί ο Ρόκγουελ. «Κάθε μέρα έχω τις ψυχοπαθείς στιγμές μου. Νομίζω όμως πως τελικά όλοι είμαστε δυνητικοί ψυχοπαθείς. Απλώς αποφασίζουμε να μην προχωρήσουμε στην πράξη».

Νο. 3 – Τσάρλι (αυτός με τα θεματάκια)
«Όταν ο Μπίλι κλέβει τον Μπόνι, παίρνει το ρίσκο της ζωής του», λέει ο Γούντι Χάρελσον. «Ο Μπόνι είναι το πολυαγαπημένο Σι-Τζου σκυλάκι του Τσάρλι. Η κλοπή του Μπόνι είναι η φιτιλιά της ταινίας. Ο Τσάρλι και τα πρωτοπαλίκαρά του θα κάνουν οτιδήποτε προκειμένου να πάρουν πίσω τον Μπόνι».

Και εμβαθύνει στο χαρακτήρα του: «Αυτό που κάνει τον Τσάρλι ψυχοπαθή, είναι μια αίσθηση βίας σιγοβράζει μέσα του, κι εκδηλώνεται με εξαιρετική ευκολία. Ο Τσάρλι νομίζει ότι είναι ο εξυπνότερος τύπος στον κόσμο, και γι’ αυτό δεν ανέχεται και πολύ τους άλλους». Ο Τσάρλι πάντως γενικά έχει κάποια θέματα, όπως λόγου χάρη με το όπλο του. «Ο Τσάρλι αγαπάει τη λαβή του όπλου του. Είναι μια ειδική λαβή σε μπλε χρώμα, κι έχει πάνω μερικές νεκροκεφαλές. Παρόλο που καμιά φορά το όπλο μπουκώνει, ο Τσάρλι εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί». Μια ακόμη πινελιά στην παρανοϊκή πλευρά του χαρακτήρα του.

Ο Γούντι Χάρελσον δέχτηκε το ρόλο δύο εβδομάδες πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. «Είμαι μεγάλος θαυμαστής του Μάρτιν. Πριν από κάποια χρόνια, θέλησα να διαβάσω τα καλύτερα θεατρικά έργα, κι όταν διάβασα το “Lonesome West”, έμεινα κατάπληκτος από την εξυπνάδα και το μαύρο χιούμορ. Ήταν το πιο αστείο θεατρικό που είχα διαβάσει ποτέ. Όταν τον γνώρισα και μου πρότεινε να παίξω το “The Pillowman”, αρνήθηκα γιατί θεώρησα ότι η σκοτεινή πλευρά είχε κυριέψει τη φωτεινή του – βλέποντάς το όμως παιγμένο στο Μπρόντγουεϊ, μου ήρθε να αυτοχαστουκιστώ. Γι’ αυτό και όταν έφτασε το σενάριο στα χέρια μου, είπα ότι δε θα κάνω δυο φορές το ίδιο λάθος».

Νο. 4 – Άντζελα (η σέξι κοπέλα… που φυσικά την υποδύεται ένα κορίτσι του Μποντ)
Η Όλγκα Κιριλένκο είναι σίγουρη για ένα πράγμα: «Η Άντζελα γουστάρει τους ψυχοπαθείς. Την τραβάνε τα κακά αγόρια». Και συνεχίζει παρουσιάζοντας τον χαρακτήρα της, που είναι η κοπέλα του Τσάρλι, «Η Άντζελα παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Ταυτόχρονα, έχει μπει στο τριπάκι του ανταγωνισμού, για το ποιος θα κερδίσει την προσοχή και την αγάπη του Τσάρλι. Μεγάλος της αντίπαλος είναι ο Μπόνι, το σκυλάκι».

Και πώς θα περιέγραφε παρακαλώ, ένα Bond Girl (και πιο συγκεκριμένα η Καμίλ στο “Quantum of Solace”) έναν ψυχοπαθή; «Α, έχω συναντήσει πολλούς ψυχοπαθείς στη ζωή μου. Είναι πολύ συγκεντρωμένοι στον εαυτό τους, και ταυτόχρονα λιγάκι εκτός πραγματικότητας. Τα πάντα γυρνάνε γύρω από τον εαυτό τους, όλη την ώρα».

Νο. 5 – Χανς (ο μη βίαιος)
«Δε νομίζω πραγματικά πως ο Χανς είναι ψυχοπαθής», λέει ο Κρίστοφερ Γουόκεν. «Απλά κλέβει σκυλιά και μετά τα επιστρέφει για να πάρει την αμοιβή…» Ο Χανς είναι ο αγαπημένος χαρακτήρας του παραγωγού, Γκράχαμ Μπρόουντμπεντ. Εκτιμάει το γεγονός ότι δεν πρόκειται για έναν κοινό ψυχοπαθή. «Το ωραίο στοιχείο αυτού του χαρακτήρα είναι ότι εδώ έχουμε έναν ψυχοπαθή που απορρίπτει κάθε μορφή βίας».

Ο ρόλος είναι κομμένος και ραμμένος ειδικά για τον βραβευμένο με Όσκαρ Κρίστοφερ Γουόκεν, σύμφωνα με τον ΜακΝτόνα, που προηγουμένως είχε συνεργαστεί μαζί του για το θεατρικό “A Behanding in Spokane”, σε ένα ρόλο που χάρισε στον ηθοποιό μια υποψηφιότητα για Τόνι. «Για μένα είναι ένας ήρωας, από τότε που ήμουν παιδί».

«Ξέρετε, στους ηθοποιούς αρέσουν τα καταπληκτικά λόγια, και ο Μάρτιν γράφει καταπληκτικά λόγια», εξηγεί ο Γουόκεν. «Όταν συνεργαστήκαμε στο θεατρικό, κάναμε πρόβες επί 6 εβδομάδες. Δεν μιλούσε πολύ, αλλά ήταν εκεί. Και τους ανθρώπους τους μαθαίνεις με το να βρίσκεσαι κοντά τους. Γι’ αυτό και μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους που έχω ήδη συνεργαστεί μαζί τους. Αυτομάτως, όλα γίνονται πολύ πιο εύκολα».

Νο. 6 – Κάγια (η κυκλοθυμική γκόμενα)
Όταν η ιστορία ξεκινάει, η Κάγια βρίσκεται ήδη με το ένα πόδι έξω από την πόρτα. «Βιώνει μια ρευστή κατάσταση, καθώς με τον Μάρτι έχουν προβλήματα. Έχει βαρεθεί τα μεθύσια του, την τεμπελιά του, το χρόνο που περνάει με τον Μπίλι – τον οποίο δε θεωρεί και πολύ καλή επιρροή για τον Μάρτι. Δεν είναι πολύ δεμένοι, σε βαθμό που έχουν μείνει λίγα πια στη σχέση που να τους κρατήσουν μαζί».

Παρόλο που η Κάγια είναι ο πιο ξεκάθαρος χαρακτήρας της ταινίας, βιώνει τη ζήλια μιας ψυχοπαθούς όταν πρέπει να μοιραστεί το χρόνο και την προσοχή του φίλου της. «Οι ψυχοπαθείς δεν έχουν πάντα επίγνωση της ψυχοπαθούς συμπεριφοράς τους», λέει η Κόρνις. «Απλά έτσι είναι. Κατά συνέπεια, πράξεις, τις οποίες άλλοι άνθρωποι θα χαρακτήριζαν ίσως τρελές, για εκείνους είναι εντελώς φυσιολογικές. Ο Μπίλι, ας πούμε, είναι η προσωποποίηση αυτής της περίπτωσης».

«Η Άμπι Κόρνις είναι φανταστική και μου αρέσουν όλες οι δουλειές που έχει κάνει», λέει ο ΜακΝτόνα. «Τόσο εκείνη, όσο η Όλγκα Κιριλένκο είναι καταπληκτικές και χαίρομαι που συμμετείχαν στην ταινία. Κατά κάποιο τρόπο, αυτή η ταινία είναι ‘αντρική’, αλλά αυτές οι δύο ηθοποιοί κατάφεραν να φροντίσουν τη θηλυκή πλευρά».

Νο. 7 – Ζακαράια (αυτός με το κουνελάκι)
«Η πρώτη μου σκέψη ήταν, ‘Τι νομίζει άραγε για τους ψυχοπαθείς;’» λέει ο Τομ Γουέιτς για το χαρακτήρα του Ζακαράια, ενός αλλόκοτου, ‘πειραγμένου’ τύπου με βίαιο παρελθόν. «Πρώτ’ απ’ όλα, ένας ψυχοπαθής δεν αναφέρεται ποτέ στον εαυτό του ή σε οποιονδήποτε άλλο, χρησιμοποιώντας τον ορισμό ‘ψυχοπαθής’. Είναι μια απαγορευμένη λέξη, ένα βρωμόλογο. Δεν το λες ποτέ. Μπορεί πάντως να υπάρχουν πραγματικοί ψυχοπαθείς γύρω μας, και δεν θα το καταλάβεις μέχρι να γίνει κάτι και να εκδηλωθούν. Ζουν ανάμεσά μας. Είναι άνθρωποι με τεράστια μυστικά. Εγώ υποδύομαι έναν τύποι που είναι πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του, αλλά χώρισε και τώρα προσπαθεί να τα ξαναφτιάξει μαζί της».

«Α, ναι. Έχει κι ένα κουνέλι. Πού το κακό;» συμπληρώνει ο Γουέιτς, που δείχνει να το διασκεδάζει. «Πέρασα πολλές μέρες σ’ αυτό το σετ κυνηγώντας κουνέλια, και νομίζω πλέον ότι είναι από τις καλύτερες ασκήσεις για έναν αθλητή: άσε ένα κουνέλι ελεύθερο και μετά προσπάθησε να το πιάσεις. Μίλησα με έναν ειδικό κουνελιών και μου έμαθε πώς να το κρατάω καθιστό, γιατί αν πηδήξει μέσα από τα χέρια σου, πάει στράφι μια ολόκληρη μέρα γυρίσματος».

«Πρέπει να πω πάντως πως δε μου αρέσει η ιδέα να λέει ο κόσμος, ‘Θέλεις κάποιον που να παίξει τον ψυχοπαθή; Πάρε τον Τομ Γουέιτς!’ Με προβληματίζει λίγο όλο αυτό. Μετά από αυτόν το ρόλο, φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να παίξω τον πατέρα. ‘Τι πατέρας είναι αυτός;’, θα λέει ο κόσμος».

Σκηνοθεσία    Μάρτιν ΜακΝτόνα
Σενάριο    Μάρτιν ΜακΝτόνα
Παραγωγή    Γκράχαμ Μπρόουντμπεντ
Πίτερ Τσέρνιν
Ηθοποιοί    Κόλιν Φάρελ
Σαμ Ρόκγουελ
Κρίστοφερ Γουόκεν
Γούντι Χάρελσον
Άμπι Κόρνις
Τομ Γουέιτς
Όλγκα Κιριλένκο
Μάικλ Πιτ
Χάρι Ντιν Στάντον
Μοντάζ    Λίζα Γκάνινγκ
Φωτογραφία    Μπεν Ντέιβις
Σκηνικά    Ντέιβιντ Γουάσκο
Κουστούμια    Κάρεν Πατς
Μουσική    Κάρτερ Μπέργουελ
Διάρκεια    110’
Official site    http://www.sevenpsychopaths.com/

Διανομή    Μια ταινία της Odeon  www.odeon.gr

8 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους

Seven Psychopaths από Odeon

Like
Like Love Haha Wow Sad Angry
loading...