33 χρόνια ύπαρξης, 13 άλμπουμ. Οι Depeche Mode δεν δείχνουν διατεθειμένοι να τα παρατήσουν κι επιστρέφουν με νέο δισκογραφικό υλικό, το 13ο κατά σειρά άλμπουμ τους, μέσω της Columbia Records αυτή τη φορά.

Έχοντας ακούσει το «Delta Machine» με όλους τους τρόπους που αρμόζει σε ένα καινούριο άλμπουμ (στο σπίτι μελετώντας μουσική και στίχους, στο αυτοκίνητο, κτλ), κι όσες φορές χρειάζεται για να το κατανοήσω, το πρώτο σχόλιο που έχω να κάνω είναι ότι δεν είναι ένα «κουρασμένο» άλμπουμ ενός συγκροτήματος που έχει χάσει την έμπνευση του κι επαναλαμβάνεται, αλλά ακούγεται πολύ φρέσκο. Φυσικά ο ήχος είναι χαρακτηριστικός των Depeche Mode, κυρίως ηλεκτρονικός και αυτή τη φορά.

Για τρίτο συνεχόμενο άλμπουμ, ξεκινώντας από το «Playing the Angel», συμμετέχει και ο Dave Gahan στη σύνθεση, και πάλι με 3 κομμάτια. Είναι η πρώτη φορά όμως που ο ήχος είναι τόσο «ενιαίος» σε ολόκληρο το άλμπουμ. Κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τα πιο «Depeche Mode» κομμάτια που έχει γράψει μέχρι τώρα. Όσον αφορά τη φωνή του δε, γίνεται καλύτερη δίσκο με το δίσκο. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ ειδικά, τα φωνητικά ξεχωρίζουν και αναδεικνύονται μέσα από τη μουσική.

Συνεχίζουν τη συνεργασία τους με τον Ben Hillier και τον Flood, σε παραγωγή και μίξη αντίστοιχα, γεγονός που κάνει το άλμπουμ να μην έχει μεγάλη απόκλιση από το προηγούμενο μουσικά, με έμφαση στα synths και στους ηλεκτρονικούς τόνους. Όσον αφορά τους στίχους, δε λείπουν φυσικά και τα σταθερά μοτίβα, που τόσο έχουν χαρακτηρίσει το γκρουπ: ο πόνος και η αισιοδοξία που έρχεται μέσα από το πόνο.

Σε γενική εικόνα, οι Depeche Mode δείχνουν πιο χαλαροί από ποτέ, έχουν αυτοπεποίθηση, δε νιώθουν ότι πρέπει να αποδείξουν κάτι. Αγαπούν τη μουσική και για αυτό συνεχίζουν, ασχολούνται μαζί της, ψάχνουν και υιοθετούν ό,τι νέο τους αρέσει. Σε αυτό το άλμπουμ συνυπάρχουν οι Depeche Mode του χτες, του σήμερα και του αύριο.

Το «Delta Machine» δεν είναι ένα άλμπουμ που θα κερδίσει νέους οπαδούς, αλλά θα ωθήσει τους μη γνώστες να ψάξουν περισσότερο τους Depeche Mode, εφόσον τους αρέσει. Από την άλλη, είναι ένα άλμπουμ που θα ευχαριστήσει, κατά τη γνώμη μου, τους φανατικούς οπαδούς που τους ακολουθούν πιστά για χρόνια. Στη τελική, η αποδοχή από τους φανατικούς οπαδούς κρίνει ένα νέο άλμπουμ, γιατί μπορεί να μην είναι οι πιο αμερόληπτοι αλλά είναι οι πιο απαιτητικοί.

 

Παρατηρήσεις:

Welcome to My World”: Με αυτό το κομμάτι μας καλωσορίζουν, αλλά μας προειδοποιούν κιόλας ότι μπαίνουμε στο κόσμο τους και πρέπει να αφεθούμε στα χέρια τους, χωρίς προκαταλήψεις.

Heaven”: O Dave τραγουδάει ότι θα οδηγήσει τον κόσμο στο παράδεισο και το πραγματοποιεί για πολλούς οπαδούς.

Angel”, “Soft Touch/Raw Nerve”: Τα πιο δυναμικά και δυνατά κομμάτια του άλμπουμ.

Secret to the End”, “Broken”, Should Be Higher”: Οι 3 συνθέσεις του Gahan, εμπνευσμένες από τους Depeche Mode των 80s. Το “Should Be Higher” είναι και το κομμάτι που έχω ξεχωρίσει προσωπικά από το άλμπουμ ως αγαπημένο.

My Little Universe”: Το πιο δυσκολοάκουστο κομμάτι του δίσκου, ίσως love it or hate it, χρειάζεται πολλές ακροάσεις για να συνηθίσει το αυτί τον ήχο του.

Slow”: Η απαραίτητη blues νότα, και από τις ελάχιστες στιγμές που θα ακούσετε κιθάρα.

The Child Inside”: Το τέμπο χαμηλώνει, και, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, τα φωνητικά αναλαμβάνει ο Martin Gore.

Alone”, “Soothe My Soul”: Απολογισμός καταστάσεων και ξέρω τι θέλω και θα το πάρω τώρα. Από τα κολλητικά κομμάτια του δίσκου.

Goodbye”: Έχει κάτι vintage αυτό το κομμάτι, παράλληλα με κάτι πολύ σύγχρονο. Καθώς με το τελευταίο goodbye τελειώνει και ο δίσκος, τα συναισθήματα είναι ανάμικτα, μια πληρότητα για ό,τι μόλις έχεις ακούσει κι ένα μούδιασμα ότι μόλις τελείωσε. Μπορείς πάντα να το ξαναβάλεις από την αρχή και κατά πάσα πιθανότητα αυτό θα κάνεις.

 

loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ