17χρονος φίλος με έπρηξε να ακούσω αυτό το τρίτο album των Νορβηγών Circus Maximus. Είχε διαβάσει μια πολύ θετική κριτική σε site που φημίζεται για τις εξαιρετικές δημόσιες σχέσεις του, το άκουσε και ενθουσιάστηκε. Εκείνη η κριτική συνοδευόταν κι από συνέντευξη-«πακέτο» και γω σε κάτι τέτοια πράγματα είμαι αρκετά καχύποπτος. Προσωπικά, το album μου φάνηκε μέτριο. Ο τραγουδιστής  και ο κιθαρίστας είναι καλοί, αλλά τί να το κάνεις όταν το drum machine σου τσακίζει τα νεύρα, και φαίνεται σαν η μπάντα να γνωρίζει (σχεδόν) μόνο τους Theater;  Πολύ αμερικάνικος ήχος, ανέμπνευστες συνθέσεις και «δανεικά» περάσματα που θα εντυπωσιάσουν κάποιον ανίδεο από progressive, άλλα όχι εμένα. Progressive χωρίς έμπνευση, ψυχή και ουσία δεν υπάρχει. Κατά τ’άλλα, θα μπορούσαν να γίνουν μια πολύ καλή tribute μπάντα στους Dream Theater. Αν θέλετε να ακούσετε Νορβηγικό progressive metal, ακούστε Conception, και αν θέλετε να ακούσετε Νορβηγικό progressive rock, ακούστε τις πρώτες κυκλοφορίες των Airbag.

Αν έχετε χρόνο για πέταμα,διαβάστε αναλυτικά παρακάτω:

 

Το Architect of Fortune”, το δεύτερο κομμάτι μετά το εισαγωγικό Forging”,  ακούγετε σαν τους προ-“Dramatic Turn..” Dream Theater. Η έντονη χρήση drum machine με ξενερώνει όπως πάντα, αλλά τα καλά φωνητικά που «πατάνε» πάνω στον Roy Khan (Kamelot, Conception) και τα ακουστικά μέρη σώζουν την κατάσταση. Η διάρκεια του κομματιού είναι υπερβολική για την ποιότητά του. Τα 10 λεπτά είναι εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια.

To Namaste” είναι ένα άλλο τραγούδι επηρεασμένο από τους Theater, με δυνατό «ανατολίτικο» riff που θέλει να μοιάσει στο “Home” από το “Metropolis Part 2”, δηλαδή στο “Forty-Six & Two” των Tool και μελωδικές εναλλαγές στα φωνητικά. Δεν μου κάνει εντύπωση.

To Game of Life”, δεν έχει κάτι διαφορετικό από τα προηγούμενα. Theater και άγιος ο Θεός. Ο κιθαρίστας μ’αρέσει, εκτελεστικά μόνο. Γύρω στο 3.30 το κομμάτι έχει ένα «νερουλό» πέρασμα για να συνεχίζουν να παίζουν πάλι το ίδιο. Τα φωνητικά στο τέλος του κομματιού, θυμίζουν τον Geddy Lee των Rush, στις πιο pop στιγμές τους.

To Reach Within” ξεκινάει με μια Pink Floyd εισαγωγή, για να μπει πάλι το ενοχλητικό drum machine.  Το σύντομο αλλά εντελώς Petrucci, solo μ’αρέσει ξανά. Κατά τ’άλλα το κομμάτι δεν λέει τίποτα.

Το I Am” μουσικά συνεχίζει την μετριότητα. Έχει «κοφτούς» drum machine ήχους, ο τραγουδιστής θέλει να κάνει μια παθιασμένη ερμηνεία αλά Tate (Queensryche), το solo είναι πάλι καλοπαιγμένο, αλλά από ουσία τίποτα.

Το Used” μπαίνει με ένα γρήγορο Petrucci-riff και μετά το drum machine, κλέβει και πάλι την παράσταση. Γύρω στο 3.00 το κομμάτι γίνεται ψυχεδελικό αλά Tool για λίγο, για να αρχίσουν πάλι τα Theater κιθαριστικά μέρη.

Το The One” αρχίζει με ένα φωνητικό φόρο τιμής στις pop στιγμές των Rush και τον Queen, για να συνεχίσουν πάλι με τους Theater της ανέμπνευστης περιόδου. Βαρετό.

To Burn After Reading” είναι το τραγούδι για το οποίο ο προαναφερθείς φίλος μου είχε πει τα καλύτερα λόγια. Ο στίχος “I feel guilty for being inspired” μαρτυρά την αλαζονεία τους. Αν το έλεγε αυτό ο Axl Rose, που έχει αδιαμφισβήτητα και πολύ περισσότερο ταλέντο, θα τον έκραζαν για 10 ζωές. Οι Muse μουσικές και φωνητικές επιρροές, μου φέρνουν μια αναγούλα. Οι Theater είναι και πάλι παρόντες. Αυτό έλειπε.Τεχνικά μια χαρά, συνθετικά μια μετριότητα.

Το Last Goodbye”  ξεκινάει με μια disco(;) εισαγωγή από πλήκτρα. Η μελωδική ηλεκτρική κιθάρα μπαίνει μπροστά μετά για να ακολουθήσει πάλι μια βαρετή συνέχεια που είναι πιο κοντά στις εμπορικότερες στιγμές των Coheed and Cambria. Μην σας εντυπωσιάζει η βαρύτητά του, στο όχι-και-πολύ βάθος έχει έναν ξεκάθαρο pop χαρακτήρα. Θα ήταν ωραίο single, για να παίζει μετά τους Green Day στα αμερικανικά κολλεγιακά ραδιόφωνα. Τα μελωδικά φωνητικά στο τέλος του κομματιού είναι ξεδιάντροπα κλεμμένα από τον Jon Anderson των Yes. Στη θέση του φίλτατου Jon, θα τους έκανα μήνυση.

 

loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry