HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Ιούνιος 2014. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε με έναν θρυλικό πληκτρά: τον Brian Auger. Έχει κάνει κάποια εκπληκτικά albums με τα συγκροτήματά του, Oblivion Express και Trinity. Επίσης έχει παίξει με τους Jimi Hendrix, Jimmy Page, Sonny Boy Williamson, Rod Stewart, Eric Burdon, John McLaughlin , Eric Clapton, Tony Williams, Steve Winwood και πολλούς άλλους. Το τελευταίο studio album του λέγεται “Language of the Heart”. Διαβάστε παρακάτω τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπε:

 

brian2Είστε ικανοποιημένος με την ανταπόκριση που λάβατε από τους οπαδούς και τον Τύπο για το προσωπικό σας album “Language of the Heart” που κυκλοφόρησε το 2012;

Λοιπόν, δεν έχουμε δισκογραφική εταιρεία αυτή τη στιγμή, αλλά αυτό το album πούλησε πολύ καλά όταν ήμασταν σε περιοδεία. Οι περισσότεροι από τους οπαδούς, το αγόρασαν. Είμαι πολύ χαρούμενος με αυτό το album. Νομίζω ότι το αγαπημένο μου κομμάτι απ’ αυτό, είναι το “Ella”. Και ο λόγος γι’ αυτό ήταν επειδή το κομμάτι προέκυψε ουσιαστικά από το πουθενά. Στην αρχή του εν λόγω project, πήγα στο σπίτι του παραγωγού, Phil Bunch και βρήκα τον Franck Balloffet (κιθάρα) και έκατσα και έβαλαν την ταινία να γυρίζει. Απλά έπαιζα έτσι για πλάκα και έπαιξα αυτά τα ακόρντα και τα κράτησαν, και συνέχισαν να αναφέρονται σε αυτό ως “The Ballad” και είπα: «Ποια μπαλάντα;» εμείς δεν είχαμε καν ξεκινήσει ακόμη και είπ αν: «Ω, ηχογραφήσαμε αυτό το πράγμα που έκανες», αλλά τους είπα: «Ναι, αλλά εγώ απλά χαζολογούσα παίζοντας». Μου απάντησαν: «Άκουσέ το» και το άκουσα και μου άρεσε η ακολουθία των ακόρντων. Έγραψα μια παρτιτούρα με τα ακόρντα για αυτό και σκέφτηκα: «Δεν ξέρω τι θα κάνω με αυτό». Και τότε θυμήθηκα ένα παλιό album του σαξοφωνίστα, Stan Getz. Το album ονομάζεται “Focus” (1961) και ο ενορχηστρωτής των εγχόρδων τα ενορχήστρωσε μαζί το κομμάτι, και απλά το παρουσίασε στο σαξοφωνίστα με μια παρτιτούρα, με τα ακόρντα, και έπαιξαν το κομμάτι καθώς αυτός έπαιζε πάνω στην ακολουθία των ακόρντων. Ήταν απολύτως εκπληκτικό. Έτσι, σκέφτηκα: «Εντάξει, φέρτε το κομμάτι και απλά θα παίξω πάνω στην ακολουθία των ακόρντων», κάτι που έκανα χρησιμοποιώντας το Rhodes στην αρχή και στη συνέχεια, παίζοντας πάνω στα ακόρντα. Και όλα αυτά προέκυψαν αναπάντεχα. Νομίζω ότι έχει πολύ πάθος μέσα του και πολλή ομορφιά. Έγινε απλά μία κι έξω. Η «Γλώσσα της Καρδιάς», φίλε. Πραγματικά, αυτό ήταν. “Ella” είναι η γυναίκα μου εδώ και 44 χρόνια. Έτσι, αποφάσισα να το ονομάσουμε “Ella”. Ποτέ δεν είμαι δυσαρεστημένος με την αντίδραση στα albums, διότι υπάρχουν ορισμένα albums που έκανα κατά τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘60 που πούλησαν λίγο και ο κόσμος τα θέλει. Φαίνεται ότι τα ανακαλύπτουν διαφορετικές γενιές με τον καιρό. Δεν ανησυχώ γι’ αυτό. Απλά ανησυχώ αν τα κομμάτια που θα κάνουμε, έχουν κάποια σημασία τα ίδια, αν σημαίνουν κάτι για μένα. Κάθε album είναι σαν μια σελίδα στο μουσικό ημερολόγιό μου: Πού βρίσκομαι μουσικά εκείνη τη στιγμή. Δεν ψάχνω να γράψω κάτι για κάποιου είδους ανάγκη της αγοράς ή κάτι τέτοιο. Απλώς προσπαθώ να κάνω την καλύτερη μουσική που μπορώ να κάνω και να την κυκλοφορήσω. Το “Language of the Heart” είναι διαθέσιμο από το Amazon, αλλά και από την ιστοσελίδα μου στο www.brianauger.com και είχαμε τεράστιες πωλήσεις απ’αυτό όταν ήμασταν στο δρόμο. Είμαι απόλυτα ικανοποιημένος, όταν οι άνθρωποι με συναντούν και με ρωτάνε γι’αυτό και για διάφορα κομμάτια. Στο τραγούδι “Flying Free”, έγραψα τους στίχους και η κόρη μου, Savannah, ήρθε και με βοήθησε με τα φωνητικά και είχαμε τον Jeff “Skunk” Baxter από τους Doobie Brothers, έναν πολύ καλό φίλο μου, να παίζει σε ένα από τα κομμάτια και ήρθε και έπαιξε κι ο γιος του Larry Coryell, ο Julian Coryell, ένας θαυμάσιος κιθαρίστας. Και ο Karma, ο γιος μου, έπαιξε drums και κρουστά. Μου άρεσε η εμπειρία. Πίστευα πράγματι ότι τα πήγαμε πολύ καλά. Εκεί έξω στον κόσμο των δισκογραφικών εταιρειών, δεν περίμενα καμία ανταπόκριση για κάτι τέτοιο. Η μουσική τώρα είναι γύρω από το hip-hop και πολλά άλλα πράγματα της pop και οι μεγάλες εταιρίες ενδιαφέρονται μόνο για αυτά. Ακόμα ενδιαφέρομαι για την αληθινή μουσική. Αυτό αντιπροσωπεύει αυτό το album. Νομίζω ότι η μουσική είναι η «γλώσσα της καρδιάς». Ζω στο Venice της California, πηγαίνω κάτω στην παραλία το πρωί όταν κανείς δεν είναι εκεί και περπατώ εκεί γύρω και προσπαθώ να έχω κάποια ησυχία και κάποια γαλήνη μέσα μου και στη συνέχεια η μουσική έρχεται μόνη της. Μπορώ πραγματικά να ακούσω τη μουσική. Για μένα, η μουσική είναι επίσης μια γλώσσα. Αν προέρχεται από την καρδιά, τότε είναι η γλώσσα της καρδιάς. Και γι’ αυτό ονόμασα έτσι το album.

 

Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμεσο μέλλον;

Πάω τον Ιούλιο και τον Αύγουστο στην Ευρώπη. Στην Ιταλία, τη Γερμανία, την Αυστρία, το Βέλγιο. Και ίσως πάμε στην Ισπανία, αν και αυτό μπορεί να συμβεί το Νοέμβριο και έχουμε ένα πολύ δυνατό κοινό εκεί έξω και πάντα περνάμε καλά. Μου προτάθηκε να κάνω τρεις συναυλίες το επόμενο έτος με μια 50μελή Συμφωνική Ορχήστρα και προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε τα κομμάτια που θα παίξω και να μου δώσουν τις ενορχηστρώσεις για αυτά. Υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν, όταν πρόκειται να κάνουμε κάτι τέτοιο. Ακόμα να μιλάμε για τα διαδικαστικά με τους διοργανωτές, αλλά αυτό θα είναι ένα ωραίο project. Ήμουν πολύ τυχερός φέτος, με τιμά πολύ που μπήκα στο Hammond Organ Hall of Fame και στο Ουγγρικό Rock ‘n’ Roll Museum Hall of Fame (γέλια)! Είναι λίγο παράξενο αυτό, αλλά έτσι κι αλλιώς, εκτιμώ πραγματικά αυτούς τους ανθρώπους. Περιοδεύσαμε φέτος στις ΗΠΑ και επίσης γράφω την αυτοβιογραφία μου, έτσι αυτό με κρατά μακριά από τις γωνιές του δρόμου.

 

brian7Είστε περήφανος για το κλασσικό status που έχει μέχρι σήμερα το album “Open” (1967);

Δεν ξέρω τι είναι αυτό, φίλε. Δεν ξέρω ποιο είναι το status εκεί έξω. Ο κόσμος με αποκαλεί με διαφορετικά ονόματα, αλλά αυτό που όντως έχω επισημάνει είναι ότι τα εν λόγω albums έγιναν πριν από περίπου 45 χρόνια και ακόμα τα κουβαλάμε μαζί μας όταν είμαστε σε περιοδεία, επειδή ο κόσμος τα ζητά όλη την ώρα. Για παράδειγμα, στην Ευρώπη, ο κόσμος εξακολουθεί να θέλει να ακούσει τα τραγούδια που κάναμε πολύ καιρό πριν. Πριν από δύο χρόνια με την κόρη μου, Savannah, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα Mod Party album, που είναι και πάλι διαθέσιμο από την ιστοσελίδα μου, και ενορχηστρώσαμε εκ νέου όλα εκείνα τα τραγούδια που ήθελαν να ακούσουν και να κάναμε ένα album μ’αυτά. Και όταν κάναμε την περιοδεία για το Mod Party στην Ευρώπη για δύο χρόνια, ήταν εκπληκτικά, επειδή έπαιζα την εισαγωγή του “This Wheel’s is on Fire” ή του “Road to Cairo” και ο κόσμος σηκωνόταν και χειροκροτούσε επειδή τα αναγνώριζε και ήταν αυτά που ήθελαν να ακούσουν. Και παίξαμε πολλά από τα υπόλοιπα τραγούδια και μερικά από τα B-sides που δεν είχαμε παίξει ποτέ πριν ζωντανά και αυτό ήταν μια απίστευτη επιτυχία. Μου αρέσει να αναμιγνύω τα πράγματα και θέλω να προχωράω και να κάνω φρέσκα πράγματα. Το live album (σ.σ: “Live in Los Angeles 2013”) με τον Alex Ligertwood. Το ηχογραφήσαμε και το ετοιμάσαμε μέσα σε μια εβδομάδα, πριν πάμε στην Ευρώπη. Αυτό είχε απίστευτα καλή υποδοχή. Μιλάμε με μια δισκογραφική εταιρεία αυτή τη στιγμή για να κυκλοφορήσει αυτό το live album. Άρχισα τους Oblivion Express το 1970. Το 1972, ο Alex δούλευε με τον Jeff Beck και έφυγε από το συγκρότημα. Ακούσαμε ότι ήταν κάπου στο Λονδίνο και τον κάλεσα να έρθει στους Oblivion Express. Πίστευα ότι ήταν ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές εκεί έξω. Επίσης παίζει κιθάρα και κρουστά και η φωνή του είναι σαν να έχεις ένα ακόμα όργανο. Είναι απίστευτη. Κάναμε το album “Second Wind”, και δύο live albums. Το 1977, ήμουν ήδη στο δρόμο για 16 χρόνια εκείνη την εποχή, χωρίς διάλειμμα. Ήμουν εξαντλημένος, ήμουν 38 ετών και για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν ήθελα να παίξω άλλο. Και δεν έπαιξα για σχεδόν ένα χρόνο. Νόμιζα ότι κατέστρεψα το πάθος μου. Αλλά επέστρεψε, ευτυχώς. Εν τω μεταξύ, ζούσαμε στο Σαν Φρανσίσκο και ο Alex μου τηλεφώνησε και με ρώτησε τι έκανα επειδή είχε μια πρόταση από τον Santana. Του είπα να αποδεχτεί την πρόταση. Και ήταν με τον Santana για περίπου 16-17 χρόνια. Πρόσφατα το σταμάτησε αυτό και ζούμε μόνο ένα μίλι μακριά ο ένας από τον άλλο εδώ, έτσι είμαστε πάντα σε επαφή και τον ρώτησα αν θα ήθελε να βγει μαζί μας σε περιοδεία και δέχτηκε και περάσαμε πάρα πολύ καλά. Και ο γιος μου μου είπε: «Μπαμπά, θα πρέπει να ηχογραφήσουμε το συγκρότημα ζωντανά με τον Alex». Έτσι, ασχολήθηκε μ’αυτό, είναι πολύ καλός μηχανικός ήχου. Μαζευτήκαμε όλοι και παίξαμε σε ένα club στο Λος Άντζελες και από κει προέρχεται το “Live in Los Angeles” live album. Και ο Alex εξακολουθεί να είναι ένας καταπληκτικός τραγουδιστής.

 

Γιατί αποφάσισατε να διασκευάσετε το “Light My Fire” στο album “Streetnoise» (1968);

Λοιπόν, άκουσα το κομμάτι για πρώτη φορά στο album των Doors το 1968 και ο κόσμος ρωτούσε: «Έχεις ακούσει αυτό τον τύπο που παίζει πλήκτρα με τους Doors;» και έλεγα: «Όχι». Αγόρασα αυτό το album και… δεν μου άρεσαν όλα τα τραγούδια. Δεν ξέρω, ίσως ήμουν λίγο Jazz snob εκείνη την εποχή και δεν το κατάλαβα. Η Julie (σ.σ: Driscoll) μου είπε: «Έχεις ακούσει το Light My Fire;» και απάντησε: «Ναι, στο album των Doors» και είπε: «Όχι, όχι. Έχεις ακούσει την εκδοχή του Jose Feliciano;» και είπα: «Όχι». Και έβγαλε το single και το έβαλε να παίζει και όταν το άκουσα είπα: «Αυτό ήταν ένα φανταστικό τραγούδι! Πρέπει να το κάνουμε αυτό». Ήταν μια ψυχεδελική εποχή και ήμασταν στο studio και το έπαιζα λίγο αυτό και αποφασίσαμε να το κάνουμε ως ένα ψυχεδελικό πράγμα και να το παίξουμε αργά και αυτό που κυκλοφόρησε, είναι ακριβώς αυτό που βγήκε. Ακούσαμε αυτό το take και αποφασίσαμε να το κρατήσουμε. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι καλύτερο από αυτό και ο κόσμος εξακολουθεί να το ζητά. Και το παίζουμε εδώ και εκεί όλα αυτά τα χρόνια, ιδιαίτερα όταν είχαμε τη Savannah στο συγκρότημα, επειδή αυτό το τραγούδι χρειάζεται πραγματικά μια γυναικεία φωνή. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι τον περασμένο μήνα στο περιοδικό Rolling Stone, οι άνθρωποι του Rolling Stone αποφάσισαν να κάνουν το Top 20 όλων των albums που αγαπούν από τη δεκαετία του ‘60, αλλά που o κόσμος προφανώς δεν τα έχει ακούσει ποτέ (γέλια). Ξέρω ότι μερικές φορές παίρνει πολύ χρόνο για να αναγνωριστείς. Το “Streetnoise” είναι ένα από αυτά τα albums. Έτσι, είχα ανθρώπους να μου τηλεφωνούν και να λένε: «Έχεις δει το Rolling Stone; Έχει το “Streetnoise” στο Top 20». Τέλος πάντων, ο κόσμος μαθαίνει γι’ αυτό πολύ καιρό αργότερα, αλλά είναι ακόμα πολύ ικανοποιητικό που υπάρχουν άνθρωποι που το εκτιμούν αυτό μετά από όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθεί να έχει ισχυρό αντίκτυπο. Το διπλό album (σ.σ.: το “Streetnoise”), πολλοί άνθρωποι εκείνη την εποχή το αγαπούσαν πραγματικά. Άνθρωποι όπως ο Richie Havens και πολλοί άλλοι. Έκανα μια εκτέλεση για το “Maiden Voyage” του Herbie Hancock το 1969. Αυτό ήταν 4 χρόνια πριν από τον Hancock. Με τα χρόνια, έγινε πολύ καλός μου φίλος και εξακολουθεί να είναι ένας από τους αγαπημένους μου jazz πιανίστες. Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, είπε: «Αυτός είναι ο τύπος που έκανε το τραγούδι μου!» Και αυτό ήταν ένα είδος -δεν ξέρω πώς να το ονομάσω- jazz, funky εκδοχής του “Maiden Voyage” από το “Befour” album. Ναι, πολλά πράγματα συνέβαιναν εκείνη την εποχή.

 

Πόσο σημαντικός είναι ο αυτοσχεδιασμός για σας;

Πάντα είναι σημαντικός. Είναι απολύτως σημαντικός. Ο λόγος που αφήνω τόσο πολύ χώρο για solos είναι επειδή ο αυτοσχεδιασμός είναι εκεί όπου τα πάντα αναπτύσσονται, όλες οι νέες ιδέες. Μερικές φορές, έχω την εντύπωση, όταν σολάρω ότι σχεδόν βρίσκομαι σε ένα μαγικό φεγγάρι. Έχω την εντύπωση, κοιτάζοντας το χέρι μου καθώς παίζω και είμαι σίγουρος ότι δεν μπορώ να κάνω λάθος. Επίσης, την ίδια στιγμή σκέφτομαι: «Ποιος το κάνει αυτό; Ποιος το παίζει αυτό; Εγώ απλά κοιτάζω το χέρι μου!» Υπάρχει κάποια μαγική μουσική. Είναι όπως όταν καλείς σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό και βγαίνει η γραμμή σου. Τότε, η μουσική βγαίνει έξω. Έτσι, όταν σκεφτείς με το μυαλό σου και αισθανθείς ότι βρίσκεσαι έξω από το δρόμο σε όλη τη καριέρα σου, μερικές φορές το πραγματικό δημιουργικό πράγμα έρχεται μέσα σου. Αν κοιτάξεις τους μεγάλους συνθέτες, κάποιον όπως τον Μότσαρτ, αυτός πραγματικά αυτοσχεδίαζε στο μυαλό του και έγραφε τις ενορχηστρώσεις για τα πράγματα που σκεφτόταν. Είναι όλα αυτοσχεδιασμός. Το ίδιο πράγμα και με τον Μπετόβεν. Αυτός έπαιζε μουσική σε ένα μικρό δωμάτιο σε ένα πάρτι, ή κάτι τέτοιο και έλεγε: «Εντάξει, δώστε μου 3 νότες ή 4» και θα αυτοσχεδίαζε κάτι από από αυτά (γέλια). Ακριβώς όπως οι μουσικοί της jazz αυτοσχεδιάζουν, όλοι οι μεγάλοι συνθέτες αυτοσχεδίαζαν και ήταν σε θέση να ενορχηστρώσουν τους αυτοσχεδιασμούς τους. Στην πραγματικότητα, όλα τα μεγάλα πράγματα προέρχονται από εκεί. Έτσι, μπορώ να αφήνω πολύ περιθώριο για μένα και για τα solos του κιθαρίστα, απλώς και μόνο επειδή πολλές μεγάλες ιδέες προέρχονται από έναν αυτοσχεδιασμό και έτσι η μουσική συνεχίζεται και αναζωογονείται η ίδια. Αυτό είναι ακόμα το πάθος μου μετά από όλα αυτά τα χρόνια. Μου αρέσει να παίζω ζωντανά, να κάνω ηχογραφήσεις και να παίζω μουσική που έχει πραγματικά ψυχή.

 

brian4Πώς συνέβη να τζαμάρετε με τον Jimi Hendrix στο Cromwellian Club το 1966; Μόλις είχε έρθει στην Αγγλία.

Εκείνη την εποχή, τη δεκαετία του ‘60 πριν όλοι γίνουν εξωφρενικά διάσημοι, όλοι ήξεραν όλους. Όλοι συνηθίζαμε να τζαμάρουμε και υπήρχαν μερικά καταπληκτικά τζαμαρίσματα που συνέβαιναν. Ένας από τους φίλους μου, ήταν ένα από τα παιδιά από τους Animals. Ήξερα τον Eric Burdon, με τον οποίο παίξαμε μαζί τη δεκαετία του ‘90, έγινα φίλος και με τον Chas Chandler (μπάσο). Και ο Chas μου τηλεφώνησε και μου ζήτησε για να πάω στο γραφείο, επειδή ήθελε να μου μιλήσει, το οποίο είναι παράξενο , επειδή του είπα: «Γιατί με πήρες τηλέφωνο; Πέστο μου τώρα». Και είπε: «Όχι, όχι». Ο Chas ήθελε να μιλήσει στο αφεντικό του. Πραγματικά δεν μ’άρεσε ο manager του Chas (σ.σ.: και co-manager του Jimi Hendrix), ο Mike Jeffery, πίστευα ότι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους απατεώνες της σκηνής, κάποιος από τον οποίο έπρεπε να μείνεις μακριά. Έτσι είπα: «Θα έρθω, θα μιλήσουμε και …ό,τι άλλο» (γέλια) Συνειδητοποίησα πως ό,τι κι αν ήταν αυτό, με τον Mike Jeffery να εμπλέκεται, δεν επρόκειτο να το κάνω. Τέλος πάντων, πήγα στο γραφείο και είχα μόλις αρχίσει τους Trinity, έτσι είχα την Julie Driscoll, έναν τύπο που ονομάζεται Vic Briggs στην κιθάρα, τον Clive Thacker στα τύμπανα και τον Roger Sutton στο μπάσο. Ένα πολύ δυνατό συγκρότημα και η ιδέα μου μετά το τέλος των Steampacket ήταν να ξεκινήσω το εν λόγω συγκρότημα. Αυτό που ήθελα ήταν έναν drummer που θα μπορούσε να ταιριάξει την jazz με τον κόσμο της R’n’B, και κάποιον που θα μπορούσε να παίξει όπως ο Bernard Purdie, αυτό ήταν αυτό που έψαχνα και έναν μπασίστα που να άκουγε πολύ τον James Jamerson, ο οποίος ήταν ο μπασίστας σε όλους τους δίσκους της Motown και να έχω ένα τέτοιο rhythm section. Ένα κιθαρίστα και μια σπουδαία τραγουδίστρια που να κάνουμε θετικά τραγούδια με θετικά μηνύματα. Και ήδη έκανα πρόβες και έπαιζα με αυτό το συγκρότημα. Και αυτό που μου είπε ήταν: «Φέραμε αυτόν το φανταστικό κιθαρίστα από τη Νέα Υόρκη και θα θέλαμε να ηγηθεί του συγκροτήματός σου» Και είπα: «Η Julie Driscoll ηγείται στο συγκρότημά μου και έχω ήδη ένα κιθαρίστα και μου προτείνετε να απολύσω αυτούς τους ανθρώπους (γέλια). Μιλάμε για αυτόν τον τύπο: Ποτέ δεν τον έχω ακούσει, δεν ξέρω καν ποιο είναι το όνομά του, αλλά μπορώ να σας πω» -αυτό ίσως έγινε Δευτέρα ή Τρίτη μέσα στην εβδομάδα- «φέρτε τον στο Cromwellian την Παρασκευή που παίζουμε εκεί». Και το Cromwellian ήταν ένα μεταμεσονύχτιο club και όλοι από τη σκηνή, όταν έκαναν τις συναυλίες τους στο Λονδίνο και τριγύρω, κατέληγαν στο Cromwellian επειδή μπορούσαν να παραγγείλουν ένα ποτό ίσως και μέχρι τις 2:00 το πρωί και να φάνε. Νομίζω ότι εκείνο το βράδυ, ο Eric Clapton ήταν εκεί, ο Jeff Beck ήταν εκεί, ο Alvin Lee ήταν εκεί και άνθρωποι όπως ο Steve Winwood και ακόμη και άνθρωποι, όπως η Lulu. Να μην πετάω απλά ονόματα, αλλά αυτό το είδος της σκηνής ήταν. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι από τη σκηνή των ηχογραφήσεων, από τη μουσική σκηνή. Έτσι, είπα: «Ξέρετε, φέρτε τον εκεί πέρα και θα μπορούσε να παίξει με το συγκρότημά μου και να το δούνε όλοι». Ήταν μια λογική συμφωνία, και έφεραν τον Jimi εκεί και στο διάλειμμα είχα μια κουβέντα μαζί του και μου φάνηκε πολύ ωραίος τύπος. Είπα: «Ok, Jim θες να παίξεις με αυτό;» «Ναι». Όταν ο Jimi μου είπε ότι επρόκειτο να παίξει μετά, δανείστηκε τον ενισχυτή του κιθαρίστα μου, τον πήγε στο 10, έβαλε την κιθάρα, και μου είπε: «Μπορείς να παίξεις αυτή την ακολουθία ακόρντων;» και μου έδειξε με μια ακολουθία ακόρντων, η οποία ήταν του “Hey Joe”. Δεν ήξερα το “Hey Joe”, δεν ήξερα πώς λεγόταν αυτό, αλλά μόλις μου εξήγησε την ακολουθία των ακόρτων είπα: «Ναι, αυτό ήταν πραγματικά cool. Αυτό είναι ωραίο. Δώσ’ μου ένα τέμπο». Και ήρθε και αρχίσαμε να παίζουμε και όλοι είπαν: «Ποιος στο διάολο είναι αυτός ο τύπος;» Αυτό που κατάλαβα εκείνη την εποχή, ήταν ότι δεν είχα δει κάτι τέτοιο. Έπαιζε blues, αλλά ήταν ένας πολύ προοδευτικός τρόπος για να παίζεις blues και με πολλά άλλα συστατικά επίσης. Συνειδητοποίησα ότι τα παιδιά που παρακολουθούσαν, ο Clapton, ο Beck και οι άλλοι, οι Βρετανοί κιθαρίστες δεν είχαν βρει αρκετά τον εαυτό τους εκείνη την εποχή. Μπορούσες να ακούσεις τις επιρροές τους από τον Freddie King, τον B.B King, τον Albert King, τον Robert Johnson και όλους τους άλλους blues μουσικούς. Μπορούσες να ακούσεις αυτή την αίσθηση. Προφανώς, όταν έπαιξε το τραγούδι όλοι ήταν σοκαρισμένοι. Αναρωτιόντουσαν: «Ποιος στο διάολο είναι αυτός ο τύπος; Από πού ήρθε;» Έμεινε για να παίξει και κάποια άλλα πράγματα μαζί μας, και κατάλαβα από τον Eric Clapton, ότι προφανώς πήγε στο σπίτι και σχεδόν σταμάτησε να παίζει. Σκέφτηκε: «Είμαι τελειωμένος» (γέλια). Και ευτυχώς, συνέχισε να παίζει και όπως ξέρεις, έγινε ένας τεράστιος κιθαρίστας. Και όλοι οι άλλοι κιθαρίστες που ήταν εκεί. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ήταν το κάτι άλλο. Ήταν μια φωνή που υπήρχε μέσα του και δεν είχαμε ακούσει κάτι παρόμοιο. Και ο Jimi έγινε πολύ καλος φίλος μου, και μάθαινε πού έπαιζα στο Λονδίνο και ερχόταν να παίξει μαζί μας στο Blaises, στο The Bag of Nails, στο Scotch of St. James, στη Carnaby Street και όταν άρχισαμε να γινόμαστε διάσημοι, όλοι καταλήξαμε να πάμε στην Αμερική και δεν τον ξαναείδα μέχρι…

 

…τη μίξη του “Devotion” album του John McLaughlin.

Αυτό είναι σωστό. Ακριβώς. Ο John ήταν ένας από τους πρώτους κιθαρίστες που ήξερα από τότε που ήμασταν και οι δύο 17 και συνηθίζαμε να βγαίνουμε έξω κάθε Σαββατοκύριακο και να παίζουμε μαζί σε συναυλίες. Ο John με κάλεσε να πάω στη μίξη και η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Jimi. Ήταν με την κοπέλα του και ήταν σε κακή κατάσταση εκείνη την εποχή. O Alan Douglas, ο οποίος ήταν ο παραγωγός και ο μηχανικός ήχου, ήταν πάρα πολύ αγενείς με τον Jimi, και αυτό ήταν τελείως περιττό και ήταν ακριβώς σαν να είσαι ο καινούριος και να σε θεωρούν τελειωμένο. Πραγματικά δεν μ’ άρεσε αυτό και ζήτησα από τον Jimi: «Ας μιλήσουμε έξω». Έτσι, βγήκαμε έξω και στο φως είδα ότι το δέρμα του Jimi είχε ένα είδος γκρίζου χρώματος. Και η φίλη του, ξέρεις, έδειχνε το ίδιο. Με ρώτησε αν θα μπορούσα να μείνω και να κάνω ένα album μαζί του. Είπα: «Πόσο καιρό θα πάρει;» και είπε: «Ίσως 2-3 μήνες». Και είπα: «Jimi, έχω υπογράψει συμβόλαιο πίσω στην Ευρώπη και αν δεν εμφανιστώ θα με μηνύσουν και θα χρεοκοπήσω. Θα ήθελα πολύ να το κάνω, αλλά δεν μπορώ για τους επόμενους 3 μήνες». Σε εκείνο το σημείο, έβγαλε ένα ασημένιο χαρτί και άρχισε να σνιφάρει κάτι που προφανώς ήταν ηρωίνη και προσέφερε στη κοπέλα του και στη συνέχεια προσέφερε και σε μένα! Του είπα: «Άκου φίλε, για όνομα του Θεού, παράτα αυτό το πράγμα γιατί θα σε σκοτώσει». Φαινόταν ήδη αρκετά άσχημα, και ο Jimi είπε κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ: «Ξέρεις κάτι, Brian; Χρειάζομαι πολύ περισσότερους ανθρώπους γύρω μου, σαν εσένα». Και με κάλεσε να δω το στούντιό του, το Electric Ladyland, την επόμενη μέρα και τζαμάραμε τη νύχτα. Απλά έγραφε η ταινία, χωρίς να παίζουμε κάτι. Τα τζαμαρίσματα ήταν μόνο αυτοσχεδιασμοί, αλλά δεν υπήρχαν ούτε τραγούδια, ούτε μελωδίες, ούτε κομμάτια. Νομίζω ότι χρησιμοποίησε πολλά από αυτά στο album των Band of Gypsys. Στη συνέχεια, γύρισα στην Αγγλία, και σε λιγότερο από έξι μήνες από την τελευταία φορά που τον είδα, άκουσα ότι τελικά πέθανε στο Λονδίνο. Σοκαρίστηκα και ήμουν πολύ λυπημένος που το άκουσα. Επειδή χάθηκε ένα τόσο μεγάλο ταλέντο. Και έχω σκεφτεί ότι αν είχε επιβιώσει, πιθανότατα θα βρισκόμασταν μαζί και θα κάναμε πολλά πράγματα όλα αυτά τα χρόνια. Τώρα, δεν χρειάζεται να ανησυχώ γι’ αυτό.

 

brian3Απολαύσετε τις ηχογραφήσεις για το “Don’t Send Me No Flowers” του Sonny Boy Williamson με τον Jimmy Page το 1965;

Ναι. Ο Sonny Boy ήταν στο Λονδίνο, πριν παίξει στο Marquee. Έμεινε στο σπίτι του manager μου εκείνη την εποχή. Την πρώτη φορά που άκουσα ότι ήταν στην πόλη, υπήρχε ένα μέρος που ονομάζεται The Crawdaddy Club στο Richmond. Και ξαφνικά άκουσα αυτό το συγκρατημένο γέλιο πίσω από την πλάτη μου και γύρισα και ήταν ο Sonny Boy που έβγαζε τη φυσαρμόνικά του έξω και έπαιξε σε όλο το set με αυτή. Και μαθαίναμε πού έπαιζε και πηγαίναμε και παίζαμε μαζί. Είχα πρόσφατα πάρει το πρώτο μου Hammond organ, είχα ένα Hammond organ trio εκείνη τη χρονική στιγμή. Έτσι, έγινα φίλος με τον Sonny Boy και ήταν τρομερός χαρακτήρας, φίλε. Πολύ λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι είχε μια εσωτερική τσέπη στη ρεντιγκότα του και συνήθιζε να φυλάει εκεί ένα μπουκάλι Johnny Walker. Και θα το έβγαζε στη μέση της συναυλίας και θα έπινε μια τζούρα. Πίστευα ότι ήταν ένας καταπληκτικός χαρακτήρας. Τον ρώτησα κάποια στιγμή: «Sonny Boy, θα σε πείραζε να σε ρωτήσω πόσο χρονών είσαι;» και είπε: «Λοιπόν, δεν ξέρω πραγματικά» (γέλια). Είπε κάτι που νομίζω ήταν ότι: «Δεν τηρούσαν αρχεία για μας όταν γεννήθηκα». Ήταν από τη κοινότητα των Μαύρων, φυσικά. Αυτό ήταν ένα παράξενο πράγμα και το άλλο ήταν το: «Sonny Boy, γιατί τραγουδάς συνέχεια “Come up at Saturday night fish fry”; Τι ήταν αυτό;»και είπε: «Έι φίλε, αυτό ήταν πολύ διασκεδαστικό, επειδή όλοι είχαν τελειώσει την δουλειά την Παρασκευή το απόγευμα και υπήρχε χρόνος για πολύ φαγητό και ψάρι και είχαμε μια μεγάλη κατσαρόλα με ψάρια, και κάναμε ένα μεγάλο party από το βράδυ της Παρασκευής, και όλο το Σάββατο, και όλη την Κυριακή, και ξεμπερδεύαμε το πρωί της Δευτέρας, όταν έπρεπε να πάμε στη δουλειά. Και όταν ξεμπερδεύαμε τη Δευτέρα το πρωί, βρίσκαμε πάντα ένα-δύο πτώματα» (γέλια). Αυτό ήταν πολύ περίεργο. Είπα: «Λοιπόν, έχω πάει σε πολλά party, Sonny Boy, αλλά ίσως δεν διασκεδάζαμε τόσο άγρια» (γέλια) Ήταν ένας τεράστιος χαρακτήρας. Βρήκε μια δουλειά στις ΗΠΑ, σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό που ονομάζεται, The King Biscuit Hour και μου είπε ότι έφευγε. Και έφευγε ένα μεσημέρι Δευτέρας, περίπου στις 2:00 πετούσε το αεροπλάνο. Στη συνέχεια, πήρα τηλέφωνο το manager μου και είπα: «Σε παρακαλώ, όταν ο Sonny Boy φύγει, είμαι σίγουρος ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ», διότι ποιος ξέρει πόσο χρονών ήταν. Τέλος πάντων, ζήτησα από τον manager μου για μου κλείσει κάποιο χρόνο στο studio, το οποίο κι έκανε. Νομίζω ότι ήταν τα Pye Studios στο Marble Arch και κάλεσα τους μουσικούς: τον Joe Harriott, ένα υπέροχο σαξοφωνίστα από τις Δυτικές Ινδίες, τον Alan Skidmore, που ήταν σπουδαίος στο τενόρο σαξόφωνο, τον Jimmy Page, που έκανε πολλές blues ηχογραφήσεις στην πόλη και τους ανθρώπους με τους οποίους δούλευα μαζί: τον Micky Waller (The Jeff Beck Group) στα drums, τον Richard Brown στο μπάσο και εγώ έπαιζα το Hammond. Και τζαμάραμε σ’ όλο το album. Κανείς δεν ήξερε τι επρόκειτο να παίξουμε. Νομίζω ότι τον ρώτησα: «Sonny Boy, τι θέλεις να παίξουμε;» και είπε: «Παμ-παμ-παμ-παμ. Παράπ. Αυτό είναι». Αυτό είναι το μόνο με το οποίο είχαμε να δουλέψουμε. Και επινοήσαμε τα πάντα. Τα περισσότερα από αυτά ήταν έτσι. Εκτός από ένα που ήθελε να παίξει, νομίζω ότι οι στίχοι του ήταν: “Don’t Send Me No Flowers, when I’m in the graveyard, ‘cause maybe then I can’t smell a thing”. Το ήξερα αυτό το πράγμα. Νομίζω ότι απλά βάλαμε ένα blues πράγμα από πάνω του, και τραγούδησε από πάνω. Μπορούσες σχεδόν να το απαγγείλεις και μόλις τελειώσαμε, αμέσως βγήκε και πήρε ένα ταξί και τον πήγε στο αεροδρόμιο του Λονδίνου και μπήκε στο αεροπλάνο. Ήταν τόσο αδύναμος. Δεν τον ξανάδαμε ποτέ. Έκανε αυτό το πράγμα στον ραδιοφωνικό σταθμό, το The King Biscuit Hour για κάποιο χρονικό διάστημα. Νομίζω ότι είχε μια άσχημη πτώση και προφανώς δεν συνήλθε ποτέ. Ήμουν πολύ λυπημένος γι’αυτό. Ήταν ένας σπουδαίος τύπος. Ήταν ένας πολύ καλός τύπος. Και ήταν πραγματικά ένα παράθυρο για μένα στην Μαύρη κοινότητα της Αμερικής και για το πόσο δύσκολες στιγμές είχαν περάσει, ακόμα και εκείνη την εποχή. Τέλος πάντων, τόση πολλή απίστευτη μουσική βγήκε και πολλοί άνθρωποι του rock ‘n’ roll, εννοώ όλοι, όλη η blues σκηνή, όλη η rock ‘n’ roll σκηνή, προέρχεται από τους Μαύρους Αμερικανούς καλλιτέχνες. Νομίζω ότι στην πραγματικότητα τους αντιγράψαμε. Θυμάμαι να ρωτάω τον Herbie Hancock κάποια στιγμή: «Πώς το κάνατε αυτό;» και είπε: «Διασκευάζαμε τραγούδια και διάφορα άλλα πράγματα. Όλα είναι μουσική. Είναι μουσική από τη Μαύρη κοινότητα. Είναι κάτι που συνέβη σ’ αυτή, έως ότου ήρθατε εσείς και τη βγάλατε στον καθαρό αέρα και της δώσατε μια διαφορετική αίσθηση». Αυτή είναι η μόνη απάντηση που πήρα και δεν την πήρα από τον οποιοδήποτε. Ήταν από κάποιον που ξέρει πραγματικά τη μουσική του.

 

Μπορείτε να μας πείτε μερικά πράγματα για τον φίλο σας, τον Brian Jones; Ακούγατε μαζί μουσική. Το ξέρω αυτό.

Ναι. Ο Brian ήταν πραγματικά ο τύπος που έφτιαξε τους Rolling Stones και σε κάποιο σημείο, δεν ξέρω τι συνέβη, ίσως υπήρχε ρήξη ανάμεσα σε αυτόν και τον Mick Jagger. Δεν έφυγε, νομίζω ότι απλά σπρώχτηκε έξω. Εκείνη την εποχή, συνήθιζε να κάνει παρέα με μας, όταν ήμασταν στην πόλη. Σταματούσαμε στο σπίτι του Zoot Money, και θα φέρναμε κόσμο από τα clubs στα οποία βγαίναμε και στα οποία τζαμάραμε. Για αρκετό καιρό, ο Brian ερχόταν μαζί μας. Και ο Zoot Money θα έπαιζε δίσκους όλη τη νύχτα και υπήρχε ένα Fender Rhodes για να παίξουμε, και απλά περνούσαμε υπέροχα και όλοι γελούσαμε. Έτσι, βρισκόταν γύρω μας, και είχε πέσει στα βαριά χάπια, στα βαριά downers. Νομίζω ότι τα αποκαλούσαν Mandrax, κάτι τέτοιο. Σκέφτηκα μέσα μου: οι Jazz μουσικοί υποτίθεται ότι είναι ναρκομανείς αλλά όχι, δεν είναι. Δεν συνέβαιναν εκεί αυτά τα πράγματα (γέλια). Δυστυχώς για τον Brian, κάποια στιγμή νομίζω ότι θα πήρε ένα-δύο από αυτά τα χάπια, αποκοιμήθηκε στην άκρη της πισίνας και κανείς δεν ξέρει τι συνέβη. Νομίζω ότι ίσως άλλαξε πλευρό στον ύπνο του. Αυτό ήταν κακό. Όταν άκουσα ότι ο Brian Jones πέθανε, σκέφτηκα ότι ήταν πολύ κρίμα για έναν φίλο μουσικό να πεθάνει σε τόσο νεαρή ηλικία. Τέλος πάντων, οι Stones συνεχίζουν ακόμα, αλλά έχω καλές αναμνήσεις από την παρέα μου με τον Brian.

 

brian5Γνωρίζατε τους πάντες. Ποιο είναι το πιο ταλαντούχο άτομο που έχετε δει στη ζωή σας;

Ω, Θεέ μου! Αυτό είναι πραγματικά δύσκολο. Δεν ξέρω πώς μπορώ να πω για το πιο ταλαντούχο άτομο που έχω δει ποτέ. Μπορώ να σου πω αυτό: Μου ζητήθηκε από τους Earth, Wind & Fire τη δεκαετία του ‘70 για να ανοίξω για αυτούς σε περίπου 12 συναυλίες στις Μεσοδυτικές πολιτείες στην Αμερική. Ήταν γεμάτες με οπαδούς τους και αυτό που ήταν εκπληκτικό ήταν όταν ετοιμαζόμασταν για το soundcheck μας, ο Maurice White (φωνητικά) και ένα-δύο από τα άλλα παιδιά, συμπεριλαμβανομένου του πληκτρά, ήρθαν να πουν ένα «γεια» και να μας χαιρετήσουν και ο Maurice ήταν πάρα πολύ καλός προς εμάς. Είπε: «Είμαστε τόσο ευτυχείς που συμφώνησες να έρθεις, αγαπάμε τα υλικό σου και είμαστε βέβαιοι ότι ο κόσμος θα εκτιμήσει πραγματικά τη μουσική σου» και περάσαμε υπέροχα. Αυτό ήταν το πιο εκπληκτικό μουσικό συγκρότημα που έχω δει ποτέ. Ήταν τόσο απίστευτο. Τα πνευστά, ο κιθαρίστας, ο μπασίστας, το rhythm section. Το τραγούδι ήταν απίστευτο στη σκηνή, ήταν τέλειο. Είχα συγκλονιστεί. Ήταν τέλεια. Ο κόσμος λάτρευε τα τραγούδια που έκαναν. Στεκόμουν στην άκρη της σκηνής κάθε βράδυ μόλις έβγαιναν. Απλά είχα πάθει πλάκα. Σκέφτηκα: «Αυτή είναι η καλύτερη στιγμή της ζωής μου. Ίσως πεθαίνω και πάω στο παράδεισο» (γέλια). Ήταν τόσο καλοί προς εμάς. Ήταν πολύ ωραία. Ήταν μεγάλη τιμή να μου ζητήσουν οι ίδιοι να ανοίξω γι’αυτούς.

 

Γνωρίζατε τον Vincent Crane (Atomic Rooster, Arthur Brown); Σας άρεσε η μουσική του;

Ναι. Ήταν διαφορετικό είδος μουσικού. Συνήθιζα να συναντιέμαι με τον Arthur Brown και τους είδα αρκετές φορές. Σε ένα σημείο, ήμασταν στην ίδια συναυλία στο Roundhouse στο Λονδίνο. Νομίζω ότι ήμασταν επίσης και στο Alexandra Palace. Υπήρξε μια συναυλία εκεί με πολλά διαφορετικά συγκροτήματα και ο Arthur Brown ήταν ανάμεσα σ’αυτούς. Με τον Arthur Brown, ήταν καταπληκτικός. Υποθέτω ότι κάποιος θα τον αποκαλούσε “gothic-oriented” μουσικό. Δεν νομίζω ότι ήταν τόσο πολύ σπουδαίος στον κόσμο της jazz με το παίξιμό του. Αλλά είχε το δικό του ύφος. Τον συνάντησα μια-δυο φορές και ήταν πολύ ωραία στιγμή να τον συναντώ. Και ο Arthur έγινε φίλος μου. Τον είδα πρόσφατα, περίπου πριν από τρία χρόνια στη Γερμανία και κάναμε μια συναυλία μαζί. Τέλος πάντων, αυτός ήταν ο Vincent. Ήταν σίγουρα ένας τύπος που αξίζει να τον τσεκάρει κάποιος.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον Brian Auger.

Τσεκάρετε το www.brianauger.com

Αγοράστε το album του Brian Auger από το Amazon εδώ .

Loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry