Krautrock έχει επικρατήσει να αποκαλείται η πρωτοποριακή rock σκηνή με έδρα τη Γερμανία από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και κατά την δεκαετία του ’70. Φυσικά, δεν ήταν ένα ομοιογενές πράγμα, και σχεδόν όλα τα συγκροτήματα αρνούνταν τον όρο “krautrock” όσον αφορά τη μουσική τους. Οι επιρροές τους περιλάμβαναν μια μίξη διαφόρων ειδών και ακουσμάτων: progressive, ψυχεδέλεια, jazz, avant-garde, κλασική, ηλεκτρονική (και ιδιαίτερα ο ζωντανός –τότε- θρύλος, Karlheinz Stockhausen, μαθητές του οποίου ήταν οι Holger Czukay και Irmin Schmidt των Can),τους Velvet Underground και το “Black Monk Time” album των εγκατεστημένων στη Γερμανία, Αμερικανών The Monks. Όλα αυτά σε διάφορους συνδυασμούς και σε σε διαφορετική δοσολογία για το κάθε συγκρότημα. Αυτό που τους ένωνε όλους ήταν η δίψα για πειραματισμό.

klaus2Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η μουσική δημιουργήθηκε σε ένα έντονο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που κυριαρχούνταν από την αντίθεση στο πόλεμο του Βιετνάμ, τις φοιτητικές εξεγέρσεις στη Γαλλία και αλλού, την κατάπνιξη της «Άνοιξης της Πράγας» από τους Σοβιετικούς το ’68, το Γερμανικό αντάρτικο πόλης της RAF και άλλων οργανώσεων, και την αντίδραση της γερμανικής νεολαίας προς το ένοχο παρελθόν που κουβαλούσε η γενιά των γονιών τους (βλέπε Ναζισμό). Αυτό είχε ως συνέπεια αρκετοί krautrock μουσικοί να είναι πολιτικοποιημένοι: Οι Guru Guru έπαιζαν σε συναυλίες του γερμανικού φοιτητικού κινήματος, οι Amon Düül II ζούσαν σε κοινόβιο του οποίου μερικά μέλη αργότερα θα ίδρυαν την RAF, o Dieter Moebius των Cluster και Harmonia συμμετείχε σε διαδηλώσεις εναντίον του εκδοτικού οίκου Springer, ο Klaus Dinger διάλεξε το όνομα NEU! για το συγκρότημά του ως διαμαρτυρία ενάντια στην καταναλωτική κοινωνία και οι Can σύμφωνα με τον Schmidt «δεν ήταν ποτέ ένα συγκρότημα, ήταν μια αναρχική κοινωνία». Ακόμα, υπήρχε τη δεκαετία του ’60 ένα trio (χωρίς μπασίστα), που λεγόταν Psy Free. Ηγέτης τους ήταν ένας νεαρός ονόματι Klaus Schulze (μετέπειτα drummer των Tangerine Dream και Ash Ra Tempel και σπουδαίος συνθέτης ηλεκτρονικής μουσικής), ο οποίος μαζί με τον κιθαρίστα των Psy Free, Alex Conti αρνούνταν με ζήλο κάθε μορφή καπιταλισμού και έπαιζαν τζάμπα για ώρες κάθε βράδυ σε clubs. Σημαντικό ρόλο στην σκηνή έπαιξαν και οι παραγωγοί/μηχανικοί ήχου Conny Plank και Dieter Dierks και δισκογραφικές εταιρίες όπως οι Brain, Ohr και Pilz. Εννοείται ότι σ’αυτό το μικρό αφιέρωμα, δεν περιλαμβάνονται τα πάντα, ούτε φυσικά το παρόν έχει θέση «λίστας» ή «απόλυτου οδηγού» γι’αυτό και η σειρά παρουσίασης των albums είναι συνειδητά τυχαία (βλέπε ΥΓ.1). Επίσης, όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει τις συνεντεύξεις που έχω κάνει με τους: Manuel Göttsching (Ash Ra Tempel, Ashra), Michael Rother (NEU!, Harmonia) , Klaus Schulze (solo, Ash Ra Tempel, Tangerine Dream), Holger Czukay (Can), John Weinzierl (Amon Duul ll) και Joachim Roedelius (Cluster, Harmonia).

 

annexusAnnexus Quam – “Osmose” (1970)

Οι Annexus Quam (πρώην Ambition of Music) ήταν αρκετά έμπειροι όταν ηχογράφησαν το ντεμπούτο τους τον Σεπτέμβριο του 1970, μιας και νωρίτερα είχαν δώσει συναυλίες σε Ολλανδία, Γιουγκοσλαβία και Ιαπωνία, όπου έπαιξαν για δύο μέρες στην Παγκόσμια Έκθεση (World Expo) στην Osaka τον Ιούλιο του ’70. Το 7-μελές συγκρότημα, που αποτελείται από multi-instrumentalists, επέλεξε μια ελληνική λέξη («ώσμωσις») ως τίτλο του album για να περιγράψει την επικοινωνία μεταξύ ακροατή και μουσικών. Επίσης, στο bootlet γράφει: «Κάθε μουσικός είναι αυτόνομος και συνεισφέρει ατομικά και αυθόρμητα στα συνολικά μουσικά γεγονότα». Οι επιρροές τους φαίνεται ότι είναι: ο Miles Davis, το “Elastic Rock” album των Nucleus, τα “A Saucerful of Secrets” και “Ummagumma” albums των Pink Floyd, οι Grateful Dead και οι πρώιμοι Soft Machine. Με λίγα λόγια, συνδυάζουν την jazz με την ψυχεδελική μουσική. Τα τέσσερα άτιτλα κομμάτια περιλαμβάνουν αυτοσχεδιασμούς και πληθώρα μουσικών οργάνων. Στο “Osmose I” κυριαρχεί το δυναμικό drumming, τα στουντιακά εφε και τα πνευστά. Το “Osmose II” είναι το τραγούδι με το πιο γρήγορο ρυθμό στο album. Τα ακατανόητα φωνητικά και το groove-άτο rhythm section προσφέρουν την πιο freak-out στιγμή του album. Μακάρι να ήταν μεγαλύτερο σε διάρκεια! Η bluesy κιθάρα στην αρχή του “Osmose III” είναι απίστευτα όμορφη, και παίξιμο του drummer Uwe Bick, ιδανικό. Προσέξτε όμως –ειδικά οι φίλοι των Embryo- και τι παίζει ο οργανίστας. Το 18-λεπτο “Osmose IV” θες χρόνο να το αφομοιώσεις άλλα έχει πολλά να σου δώσει. Ξεκινάει με το πιάνο, το ευκρινές μπάσο του Jürgen Jonuschies και μετέπειτα μπαίνει το σαξόφωνο. Το σημείο με τα κρουστά, ακολουθεί ένα drum solo και ένα solo στο φλάουτο, ισπανική κιθάρα (φόρος τιμής στο “Sketches of Spain” του Miles; ) και τελείωνει με ηχητικούς πειραματισμούς. Το album δεν είναι εύκολο άκουσμα, αλλά ο απαιτητικός ακροατής θα ανταμειφθεί.

 

neuNEU! – “NEU!” (1972)

Οι NEU! αποτελούνταν από δύο μέλη: τον Michael Rother (κιθάρα) και τον Klaus Dinger στα drums. Δημιούργησαν το συγκρότημα όταν αποχώρησαν από τους Kraftwerk, όπου διετέλεσαν μέλη για κάποιους μήνες (ο Dinger λίγο περισσότερο από τον Rother). Αυτό είναι το πρώτο album τους και ξεκινάει με το “Hallogallo”, ένα τραγούδι σήμα-κατατεθέν των NEU!, λόγω του χαρακτηριστικού επαναλαμβανόμενου ρυθμού στα drums, που ονομάστηκε “motorik”. Πάνω από το ρυθμό του Dinger, η κιθάρα του Rother παίζει τις δικές της παραλλαγές με τη βοήθεια κάποιων overdubs. Είναι πολύ εθιστικό και ο John Peel το λάτρευε. Στο avant-garde “Sonderangebot” η κιθάρα δημιουργεί κάποιους απλούς ήχους. Το “Weissensee” είναι το πιο «κανονικό» τραγούδι του δίσκου. Η μελωδικότητά και το ονειρικό του στοιχείο ίσως οφείλεται στους Pink Floyd. Το “Im Glück” είναι και πάλι ένα avant-garde κομμάτι. Ακούγονται κάτι ήχοι από νερό όταν το διασχίζει μια βάρκα με κουπιά. Πράγματι, το ηχογράφησε ο Dinger μέσα σε μία βάρκα που βρισκόταν μαζί με την –τότε- κοπέλα του, Hanni. Το “Negativland” ξεκινάει με ήχους από κομπρεσέρ και είναι λίγο δύσκολο να τους ξεχάσεις. Στην συνέχεια αρχίζει ένας motorik ρυθμός στο ύφος του “Hallogallo”. Στο 8.00 o Dinger ξαφνικά αλλάζει ρυθμό. Το “Lieber Honig” ξεχωρίζει για τα «αυτιστικά» φωνητικά του Dinger (εμένα πάντως δεν μου θυμίζουν τον Damo Suzuki, που αναφέρει ο Cope), που προσπαθεί να εκφέρει κάτι αλλά δεν βγαίνει. Αυτό όμως είναι και το επαναστατικό στοιχείο του τραγουδιού. Η μελωδία είναι πάρα πολύ λιτή και τα drums απουσιάζουν. Το κομμάτι και το album κλείνει με τον ήχο των νερών που συναντήσαμε στο “Im Glück”, μαζί με άλλους ήχους. Από την πρώτη στιγμή, που άκουσα το “Leiber Honig” διέκρινα πολλές ομοιότητες με το “I Will” των Radiohead (2003). Ο τραγουδιστής τους, Thom Yorke, είναι μεγάλος οπαδών των NEU! και έγραψε μάλιστα και τις σημειώσεις στο αυτοκόλλητο που συνόδευε τις επανακυκλοφορίες τους το 2001. Θα πρέπει να σημειωθεί η συνεισφορά εδώ του σπουδαίου παραγωγού, Conny Plank που συνεργάστηκε με τους NEU! και στα “NEU! 2” και “NEU! 75” albums. Εκτός από παραγωγός, εκτελούσε και χρέη «διαιτητή» ανάμεσα στους Rother και Dinger, όταν διαφωνούσαν, κάτι που συνέβαινε πολύ συχνά. Το “NEU!” είναι πιθανότατα ο πιο επιδραστικός δίσκος της συγκεκριμένης σκηνής, σε σημείο ο motorik ήχος των NEU! να έχει γίνει συνώνυμος του krautrock συνολικά.

 

hoelderlinHölderlin – “Hölderlins Traum”(1972)

Το συγκρότημα από το Wuppertal πήρε το όνομά του από μία σπουδαία προσωπικότητα του Γερμανικού Ρομαντισμού, όπως έκαναν και οι Novalis. Οι Hölderlin παίζουν progressive folk με ψυχεδελικά, κλασσικά αλλά και jazz στοιχεία. Αν σας αρέσει το υπέροχο “The Garden of Jane Delawney” (1970) των Βρετανών Trees, λογικά θα σας αρέσει και το “Hölderlins Traum”. Τα (γυναικεία και ανδρικά) φωνητικά στα γερμανικά δεν με ενοχλούν καθόλου, αντίθετα προσδίδουν περισσότερο μυστήριο στην ατμόσφαιρα. Στο album ακούγονται διάφορα μουσικά όργανα: φλάουτο, βιολί, τσέλο, mellotron, sitar, tabla, φλογέρα. Το “Peter” με την ωραία ακουστική κιθάρα μοιάζει με παραμύθι. Δυστυχώς, δεν ξέρω γερμανικά για να σας πω την υπόθεση. Στο “Reqiem für einen Wicht” νιώθεις από το πρώτο δευτερόλεπτο ότι πρόκειται για ένα αθάνατο τραγούδι. Η ερμηνεία της Ολλανδέζας τραγουδίστριας Nanny de Ruig, είναι εκπληκτική, όπως είναι και στα δύο πρώτα τραγούδια του δίσκου. Δείτε οπωσδήποτε στο Youtube το video που γυρίστηκε για το “Requiem..” από την γερμανική τηλεόραση. Είναι σαν να ταξιδεύεις στο χρόνο. Προσέξτε τα πλήκτρα που ακούγονται στο βάθος στο “Wetterbericht”. Το “Traum” δείχνει την εκτελεστική ικανότητα των Hölderlin, όπου τα drums και το πανέμορφο βιολί να τραβούν την προσοχή, με την ουσιαστική όμως συνεισφορά του φλάουτου και του μπάσου αργότερα. Στο album συμμετέχουν τρεις σημαντικοί μουσικοί της γερμανικής prog folk σκηνής: ο Walter Westrupp των Witthuser & Westrupp και οι Peter Bursch και Mike Hellbach των Bröselmaschine. Την ίδια χρονιά (1972), ο συνιδρυτής των Hölderlin, Joachim von Grumbkow, έπαιξε τσέλο στο “Zeit” album των Tangerine Dream. Πιθανότατα, αυτό οφείλεται στον Dieter Dierks που ήταν μηχανικός ήχου και στα δύο albums, και ιδιοκτήτης του studio όπου αυτά ηχογραφήθηκαν.

 

faustFaust – “Faust” (1971)

“Nobody knows if it really happened”. Ο ακρο-αριστερός κριτικός κινηματογράφου Uwe Nettelbeck είχε εξασφαλίσει από την Polydor ως προκαταβολή το τεράστιο ποσό των 500.000 μάρκων για να δημιουργήσει ένα γερμανικό συγκρότημα που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί γνωστά βρετανικά συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones, οι Kinks και οι Small Faces. Τα περισσότερα από τα χρήματα της προκαταβολής ξοδεύτηκαν για να μετατραπεί σε studio ένα παλιό σχολικό κτήριο στο χωριό Wümme, έξω από το Αμβούργο, εκεί όπου οι Faust ηχογράφησαν τα πρώτα τους albums σε παραγωγή του Nettelbeck. Σύμφωνα με το ίδιο το συγκρότημα, δεν δημιουργούσαν τραγούδια, αλλά «κομμάτια» (“stücke” στα Γερμανικά), και όντως σε κάθε τραγούδι υπάρχουν διάφορες σκόρπιες ιδέες που έχουν «συρραφεί» από τον μηχανικό ήχου Kurt Graupner. Κάτι αντίστοιχο έκανε και ο Holger Czukay των Can, τους οποίους οι Faust θεωρούσαν ως «κατακτητές ενός καινούργιου εδάφους». Το album περιέχει 3 τραγούδια. Το “Why Don’t You Eat Carrots?” ξεκινάει με ραδιοφωνικά παράσιτα και ακούγονται για μερικά δευτερόλεπτα πειραγμένα τα “Satisfaction” (Rolling Stones) και “All you Need Is Love” (Beatles). Ένα πιάνο παίζει μόνο του και μετά σειρά έχει μια μελωδία τσίρκου. Στο 4.10 ξεκινάει ένα βασικό μουσικό μοτίβο συνοδεία τρομπέτας, που το διακόπτει η συνομιλία ενός άνδρα και μιας γυναίκας στα Γερμανικά, για να συνεχιστεί ξανά. Διάσπαρτοι ηλεκτρονικοί ήχοι κάνουν το τραγούδι ακόμα πιο αντισυμβατικό. Το ανήσυχο πνεύμα του Frank Zappa είναι πανταχού παρόν. Το “Meadow Meal” είναι ακόμα πιο «δύσκολο». Ξεκινάει με δυσαρμονικούς ήχους και κρουστά. Μ’αρέσει πολύ η fuzz-αριστή κιθάρα από το 3.15, πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας. Σειρά έχει το εκκλησιαστικό όργανο που δημιουργεί μια ονερική ατμόσφαιρα. Πάλι περιέργοι ήχοι έρχονται και φεύγουν. Η avant-garde τεχνοτροπία του “Revolution 9” των Beatles πρέπει να συγκαταλέγεται στις επιρροές τους. Το 16-λεπτo “Miss Fortune” είναι χαοτικό όσον αφορά τη δομή του. Δεν είχε προσχεδιαστεί όπως τα προηγούμενα κομμάτια, απλά προέκυψε από την υπερβολική χρήση χασίς και αλκοόλ, δήλωνε ο ο drummer Werner “Zappi” Diermaier στο booklet για την επανακυκλοφορία-πακέτο των δύο πρώτων albums από την Collector’s Choice Music το 2000. Η fuzz-αριστή κιθάρα και το πιάνο ξεχωρίζουν στα σημεία που ακούγονται. Η άποψη που έχουν για τα φωνητικά οι Faust καθ’όλη τη διάρκεια του album είναι μοναδική. Το πιο νορμάλ σημείο φωνητικών βρίσκεται στο μέσον του “Miss Fortune” όπου ακούγονται σαν οπερετικά. Είναι χρονοβόρο να «χωνέψεις» πλήρως αυτόν δίσκο, και ειδικά το “Miss Fortune”, οπότε αν κάποιους δεν τους τραβήξει ως άκουσμα, δεν μου προκαλεί εντύπωση. Είμαι περίεργος αν ο Stockhausen είχε ακούσει αυτό το album και τι γνώμη είχε γι’αυτό. Στον John Peel πάντως, άρεσε πολύ. Να σημειώσουμε ότι το 1971, όταν βγήκε το ντεμπούτο των Faust, οι Αμερικανοί The Residents δεν είχαν κυκλοφορήσει τίποτα.

 

embryoEmbryo – “Rocksession” (1973)

Τι δισκάρα! Το line-up στο “Rocksession” είναι ίδιο με την προηγούμενη κυκλοφορία τους, “Steig Aus” (αν και τα δύα αυτά albums ηχογραφήθηκαν πριν το “Father, Son and Holy Ghosts” την περίοδο 1971-2, αλλά απορρίφθηκαν ως αντιεμπορικά από την United Artists), με μοναδική αλλαγή στη θέση του κιθαρίστα, όπου ο Siegfried Schwab (συνυπεύθυνος για το soundtrack του “Vampyros Lesbos”!) αντικατέστησε τον Roman Bunka. Στο album παίζει ηλεκτρικό πιάνο και έχει συνθέσει τα 3 από τα 4 κομμάτια ο θρύλος της jazz, Mal Waldron, γνωστός από τις συνεργασίες του με Charles Mingus, John Coltrane και Billie Holiday, η οποία ήταν και νονά της μεγαλύτερης κόρης του. To “A Place to Go” ξεχωρίζει για το παθιασμένο drumming του ηγέτη του συγκροτήματος, Christian Burchard, και τους ανατολίτικους ήχους στο στυλ του “Tomorrow Never Knows” των Beatles. Τα φωνητικά παραμένουν πιστά στην krautrock παράδοση. Στο 15-λεπτο “Entrances” το Hammond solo του Jimmy Jackson εντυπωσιάζει, όπως και το solo του Edgar Hofmann στο σαξόφωνο. Στο “Warm Canto” το βιολί του Hofmann, είναι αυτό που έχει τον πρώτο ρόλο. Η ηλεκτρική κιθάρα μετά το 5.00 χαρίζει στον ακροατή ασύλληπτη ευχαρίστηση. Και είμαι επιεικής. Η πρώτη του εκτέλεση βρίσκεται στο “The Quest” album (1961) του Waldron την εποχή που έπαιζε με τον Eric Dolphy. Στο “Dirge” το ηλεκτρικό μπάσο του Jörg Evers σε αφήνει άναυδο. Ο συνδυασμός μπάσου, drums και jazz πιάνου μετά το 3.50 είναι μοναδικός. Στο δεύτερο μισό του τραγουδιού η κιθάρα του Schwab είναι πιο αυθάδης απ’ ότι στο “Warm Canto”. Μηχανικός ήχου στο album ήταν ο Dieter Dierks (Tangerine Dream, Ash Ra Tempel, Scorpions).

 

clusterCluster – “Zuckerzeit” (1974)

Το τρίτο album των Cluster είναι αρκετά διαφορετικό από τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, τόσο όσον αφορά το ύφος, όσο και τη διάρκεια των κομματιών. Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις αυτό το album, ειδικά για μένα που είμαι χίπης και δεν ξέρω από ηλεκτρονική μουσική. Το “Zuckerzeit” δρα περισσότερο υποσυνείδητα, παρά ευθέως. Στην παραγωγή του album, μαζί με τους Roedelius και Moebius, συμμετέχει και ο Michael Rother των NEU!, με τον οποίο έπαιζαν μαζί στους Harmonia. Καθ’όλη τη διάρκειά του κυριαρχεί ένα beat, δημιουργημένο σε ένα Elka drum machine. Συνηθισμένο για το 2015, όχι όμως για το 1974. Στο “Hollywood” πρωταγωνιστεί μια επαναλαμβανόμενη μελωδία στο synthesizer. To “Caramel” είναι ακόμα πιο εθιστικό. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται κυρίως στο «σφυριχτό» εφέ. Το “Rote Riki” είναι το πιο avant-garde και το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του album, και μ’αρέσει πολύ. Μου φέρνει στο νου τις πιο πειραματικές στιγμές των Beatles, όπως το “Revolution 9” από το “White Album” (1968), επηρεασμένο κι αυτό από τον Stockhausen. To “Rosa” είναι το πρώτο τραγούδι που άκουσα από τους Cluster, πριν πολλά χρόνια, σε προ-Youtube εποχές και με εντυπωσιάζει κάθε φορά που το ακούω. Στο “James” συναντάμε ηλεκτρική κιθάρα -του Moebius προφανώς- και είναι η πιο σκοτεινή στιγμή του δίσκου. Είναι αρκετά «κλειστοφοβικό» το συναίσθημα που σου προκαλεί. Θα ήταν ιδανικό για soundtrack. Το “Marzipan” είναι ένα χαλαρωτικό κομμάτι. Σε κάνει να φαντάζεσαι έρημες από κόσμο παραλίες, πουλιά να πετούν κλπ. Η επίδραση του “Zuckerzeit” σε καλλιτέχνες όπως οι Brian Eno (με τον οποίο συνεργάστηκαν αργότερα οι Moebius και Roedelius) και David Bowie, είναι αδιαμφισβήτητη.

 

witthuserWitthüser & Westrupp – “Trips und Träume”(1971)

Δύο χαρακτηριστικά συναντάμε σε κάθε τραγούδι του δίσκου: την εκτελεστική ικανότητα του Bernd Witthüser στην ακουστική κιθάρα και το πολυδιάστατο ταλέντο του Walter Westrupp που παίζει διαφόρων ειδών μουσικά όργανα. Το “Lasst Uns Auf Die Reise Gehn” είναι ένα ωραίο, εύληπτο τραγούδι με τον Westrupp να παίζει σαντούρι. Η bluesy ακουστική κιθάρα στο 9λεπτο, “Trippo Nova”, εντυπωσιάζει. Ενώ το “Orienta” ξεκινά αρκετά βουκολικά με το όμορφο φλάουτο, στη πορεία οι ανατολίτικες επιρροές είναι αυτές που καθορίζουν την ταυτότητά του. Τα ανδρικά φωνητικά και τα (άναρθρα) αραβικά δεύτερα φωνητικά, προσδίδουν ακόμα περισσότερο στην ατμόσφαιρα. Με διαφορά, η πιο λυσεργική στιγμή του album. Στη διάρκεια του instrumental “Illusion I”, δύο ακουστικές κιθάρες αναπτύσσονται. Όσο περισσότερο το ακούς, τόσο περισσότερο το εκτιμάς. Δεν είμαι σίγουρος γι’αυτό που ισχυρίζεται ο Julian Cope, ότι πρόκεται για instrumental διασκευή στο “Phantasmagia in Two” του Tim Buckley, αν και λατρεύω όλη την οικογένεια Buckley. Το “Karlchen” είναι εκπληκτικό με τον μονόλογο -σε δύο μέρη- από την Renee Zucker πάνω από την επαναλαμβανόμενη μελωδία και το ενδιάμεσο σημείο με τη τρομπέτα από τον Westrupp. Αριστούργημα. Ίσως αν ήξερα γερμανικά, να μ’άρεσε λιγότερο. Το “Englischer Walzer” το εκλαμβάνω ως μια σύντομη, χιουμοριστική και όχι πολύ νηφάλια, μουσική προσπάθεια του διδύμου με το βιολί του Westrupp σε πρώτο ρόλο. Το “Nimm doch einen Joint, mein Freund” είναι μια ωδή στο χασίς και το LSD και αποτελεί τη γερμανική εκδοχή του “Don’t Bogart Me” των Fraternity of Man που έγινε γνωστό από την ταινία “Easy Rider” (1969). Άρτια –πλην “Englischer Walzer”- η παραγωγή του Rolf-Ulrich Kaiser, αφεντικό των θρυλικών δισκογραφικών εταιριών Ohr, Pilz και Cosmic Couriers. Λαμόγιο μεν, οραματιστής δε. Συμπερασματικά, το “Trips und Träume” είναι ένα εξαιρετικό δείγμα ψυχεδελικής folk.

 

AgitationFreeAgitation Free – “Malesch” (1972)

Το κλασικό πλέον ντεμπούτο των Agitation Free είναι εμφανώς επηρεασμένο από το ταξίδι τους τον Απρίλιο του 1972 στην Αίγυπτο και το Λίβανο (βλέπε παρακάτω). Μάλιστα ηχογράφησαν εκεί λόγια μουεζίνηδων και παραδοσιακές μουσικές και τα συμπεριέλαβαν στο album. Αυτό από μόνο του διαφοροποιεί το “Malesch” από τα άλλα albums γερμανικών σχημάτων της εποχής. To album αποτελείται από ψυχεδελικούς αυτοσχεδιασμούς και δεν υπάρχουν φωνητικά. Το ύφος τους είναι ανάλογο με των Ash Ra Tempel, με επιρροές ακόμα από τους Grateful Dead και τους Pink Floyd. Επίσης, τα πλήκτρα του Michael Hoenig (αργότερα στους Tangerine Dream), δίνουν μια πιο space χροιά, ειδικά σε τραγούδια όπως τo “You Play for Us Today”, το “Ala Tul” με το ωραίο μπάσο και το φυσικά το “Pulse”. Στο“Sahara City” τα πλήκτρα κινούνται στα όρια του –νεογέννητου τότε- ambient μέχρι το 5.30 όπου μπαίνει ένα riff που θυμίζει “Interstellar Overdrive”, πριν το solo. Η κιθάρα του Lutz Ulbrich στο “Rücksturz” είναι εντυπωσιακή και σου μένει στην μνήμη. Ως bonus στην επανέκδοση ύπαρχει το εξαιρετικό 15-λεπτο “Music Factory Live” που μας δίνει μια ιδέα του πόσο καλοί ήταν οι AF live. Στο ίδιο ταξίδι τον Απρίλιο του ’72, εκτός από την Αίγυπτο (Κάϊρο, Αλεξάνδρεια) και τον Λίβανο (Τρίπολη, Βηρυτός) επισκέφτηκαν και την Λευκωσία και την Αθήνα, δίνοντας συναυλίες σε όλες αυτές τις πόλεις για το Ινστιτούτο Γκαίτε. Στην Αθήνα έπαιξαν στο θέατρο της Γερμανικής Σχολής στο Μαρούσι. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εμφανίστηκαν και στην τηλεόραση της ΥΕΝΕΔ στις 20 Απριλίου, πράγμα πολύ σπάνιο για ξένο rock συγκρότημα μέσα στη Χούντα. Ακόμα, οι Agitation Free στα “thanks” του “Malesch” ευχαριστούν τους Πελόμα Μποκιού (το συγκρότημα του Βλάση Μπονάτσου, για τους νεότερους). Το 1973 κυκλοφόρησαν τον δεύτερο δίσκο τους με τίτλο “2nd” (τρελό κόλλημα το “Haunted Island”), που συνιστάται ανεπιφύλακτα και είναι σε Allman Brothers Band/ Grateful Dead ύφος. Εδώ απουσιάζουν οι Αραβικές επιρροές, υπάρχει όμως μπουζούκι, δύο χρόνια πριν το “Ommadawn” του Mike Oldfield και τέσσερα πριν το “Suspiria” των Goblin.

 

tangerinedreamTangerine Dream – “Zeit” (1972)

Το τρίτο album των Tangerine Dream είναι συνάμα και το πρώτο με την κλασσική σύνθεση Froese-Franke-Baumann, η οποία θα μας χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις. Αν δεν το έχετε ακούσει, να σας προειδοποιήσουμε -για να μην το ανακαλύψετε ξαφνικά και πάθετε σοκ- ότι από το album απουσιάζουν: το rock, η έννοια της μελωδίας, η αίσθηση του χρόνου (“zeit” στα γερμανικά), τα φωνητικά και ό,τι άλλο θεωρούσατε αυτονόητο. Η φιλοσοφία του συγκροτήματος ήταν ότι ο χρόνος παραμένει ακίνητος και ότι υπάρχει μόνο στο μυαλό μας. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι τέσσερα τραγούδια καταλαμβάνουν 74 λεπτά. Εκείνη την εποχή ο Franke δεν είχε δικό του Moog και αυτό στο οποίο εξασκούνταν κάθε βράδυ στο Hansa Studio του Βερολίνου (βλέπε ΥΓ.2), δεν επιτρεπόταν να βγει εκτός κτηρίου. Έτσι κάλεσαν στο “Birth of Liquid Plejades” τον Florian Fricke των Popol Vuh να παίξει με το δικό του Moog. Αυτό σύμφωνα με τον Franke είναι και το κλειδί του album. Η ύπαρξη κουαρτέτου που παίζει τσέλο στην αρχή του τραγουδιού, είναι πολύ εύστοχη ιδέα και προσδίδει κάτι μυστηριώδες στην ατμόσφαιρα. Ένας εκ των τεσσάρων είναι ο Joachim von Grumbkow των Hölderlin. To “Nebulous Dawn” είναι πιο θορυβώδες, ενώ το “Origin of Supernatural Probabilities” είναι περισσότερο ενδοσκοπικό, με πολύ ωραία εισαγωγή. Το ομώνυμο “Zeit” συνεχίζει και ολοκληρώνει το διαστημικό ταξίδι. Η συνεισφορά του Dieter Dierks ως μηχανικού ήχου και ιδιοκτήτη του studio δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Το “Zeit” είναι το πιο αγαπημένο album του Steven Wilson και θα συμφωνήσω με αυτό που λέει ότι αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τον χώρο που σε περιβάλλει όταν το ακούς. Υπάρχουν στιγμές που πιστεύεις ότι πλησιάζει μια μαύρη τρύπα για να σε καταπιεί. Αν ένα μεταγενέστερο album θα μπορούσε να είναι το soundtrack της ταινίας «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (1968), αυτό είναι το “Zeit”.

 

kraanKraan –“Live” (1975)

Οι Kraan σχεδίαζαν να ηχογραφήσουν και τις δύο συναυλίες που έδωσαν το 1974 στο Quartier Latin του Βερολίνου στα πλαίσια της περιοδείας για το τρίτο τους studio album, “Andy Nogger”, και θα επέλεγαν τις καλύτερες στιγμές από αυτές για ένα μελλοντικό live album. Τη δεύτερη όμως βραδιά, κάποιος από το κοινό δημιούργησε μια όχι και πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα με συνέπεια οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι να μην είναι τόσο εκδηλωτικοί. Έτσι, το “Live” περιέχει τραγούδια μόνο από την πρώτη βραδιά. Υπεύθυνος για τον εκπληκτικό ήχο ήταν ο θρυλικός παραγωγός, Conny Plank, ο οποίος είχε τοποθετήσει στην σκηνή μια 16-κάναλη κονσόλα για να ηχογραφήσει τις συναυλίες. Το album περιέχει τραγούδια από το ομώνυμο ντεμπούτο τους και το “Andy Nogger”, μαζί με κάποια καινούργια, ενώ απουσιάζει υλικό από το “Wintrup” (1973). Οι Kraan παίζουν jazz rock με funk, progressive, krautrock, ψυχεδελικές και ethnic επιρροές. Φυσικά, στο “Live” οι αυτοσχεδιασμοί δίνουν και παίρνουν. Το συγκρότημα είναι πάρα πολύ δεμένο, και όχι άδικα, ήδη τη στιγμή της ηχογράφησης (Οκτώβριος 1974) φημιζόταν για την live απόδοσή του. Αυτό φαίνεται και μόνο από το γεγονός ότι κυκλοφόρησαν σε διπλό βινύλιο τραγούδια από μία μόνο συναυλία και ότι αυτό το album θεωρείται το καλύτερο της καριέρας τους. Αν και κανένα μέλος των Kraan δεν υστερεί τεχνικά, το μπάσο του Hellmut Hattler είναι απίστευτο. Απλά ακούστε τι παίζει στο “Nam Nam”. Στο “Holiday am Matterhorn including Gipfelsturm” ο Peter Wolbrandt δείχνει την ικανότητά του στην κιθάρα, χωρίς να γίνεται επιδεικτικός. Μ’αρέσει πολύ το σόλο σαξόφωνο στο “Andy Noggger” και στο τέλος του “Lonesome Liftboy”. Γενικά, το alto σαξόφωνο του Johannes Pappert πολλές φορές ακούγεται σαν synthesizer. Κι όμως, δεν υπάρχουν πλήκτρα στο album. Η βασική μελωδία του “Hallo Ja Ja, I don’t know” είναι πάρα πολύ εθιστική. Το “Kraan Arabia” με τις ανατολίτικες επιρροές αποτελεί σίγουρα μία από τις κορυφαίες στιγμές του album. Αρχικά, η εταιρία τους αρνήθηκε να κυκλοφορήσει το album εξαιτίας του εξωφύλλου με τις τρεις γυμνόστηθες κυρίες, το όποιο σχεδίασε ο κιθαρίστας των Kraan, Peter Wolbrandt. Ο Hattler δηλώνει στο πολύ διαφωτιστικό booklet του “Live” ότι οι κυρίες αυτές σχετίζονται με αληθινά γεγονότα και ότι ο Wolbrandt ήταν ο γυναικάς του συγκροτήματος. Μετά από μακρές συζητήσεις και αφού ο manager των Kraan, Walter Holzbaur, είχε κάνει γνωστές μέσω δελτίου τύπου τις επιφυλάξεις τις δισκογραφικής, αυτή τελικά πείστηκε να το κυκλοφορήσει. Δεν είναι τυχαία το μοναδικό live album του παρόντος αφιερώματος.

 

harmoniaHarmonia – “Deluxe” (1975)

Στα μέσα του 1975, οι Cluster των Moebius και Roedelius είχαν ήδη κυκλοφορήσει το “Zuckerzeit” (1974) με τη συμβολή του Michael Rother των NEU! στην παραγωγή, οι NEU! είχαν διαλυθεί μετά την ηχογράφηση του “NEU! ’75!” και ο Brian Eno είχε τζαμάρει με τους Harmonia στη σκηνή του Fabrik στο Αμβούργο την προηγούμενη χρονιά. Ο Rother επιστρέφει στο απομονωμένο χωριό Forst, όπου ζούσαν και δημιουργούσαν οι Moebius και Roedelius, για να ηχογραφήσει το δεύτερο album των Harmonia. Ο σπουδαίος Conny Plank προστίθεται στην παραγωγή και ο Mani Neumeier των Guru Guru στα drums. Δηλαδή, εδώ συμμετέχουν πέντε από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του krautrock. Το αποτέλεσμα είναι πιο μελωδικό από το “Zuckerzeit” αλλά και πιο ηλεκτρικό, με την κιθάρα του Rother να συμβάλλει καθοριστικά. Τα φωνητικά –όπου υπάρχουν- (πχ. στο ομώνυμο τραγούδι) κάνουν το album ακόμα πιο εθιστικό για τον ακροατή. Τα space πλήκτρα στο “Deluxe (Immer Wieder)”, τα στιβαρά drums του Neumeier στο “Walky-Talky”, η κιθάρα στο καταιγιστικό -μετά την ταξιδιάρικη εισαγωγή- “Monza (Rauf und Runter)” και η απλότητα του “Kekse” είναι μόνο κάποιες από τις στιγμές που ξεχωρίζουν. Αν και ό,τι και ν’ αναφέρεις, αδικεί το σύνολο. Βλέπω στο progarchives τις περισσότερες κριτικές για το “Deluxe” και την συνολική βαθμολογία και σπάω πλάκα. Χωρίς πολλά λόγια: Δίσκος-αριστούργημα.

 

amonduulAmon Düül II – “Yeti” (1970)

Αρχικά υπήρχε ένα καλλιτεχνικό κοινόβιο στο Μόναχο που λεγόταν Amon Düül. Όλα τα μέλη του συμμετείχαν σε διαφόρων ειδών καλλιτεχνικές και πολιτικές δραστηριότητες, ανάμεσα στις οποίες ήταν και το να παίζουν μουσική, χωρίς να παίζει ρόλο η μουσική ικανότητα του καθενός. Όταν τους προτάθηκε δισκογραφικό συμβόλαιο, το κοινόβιο διασπάστηκε ανάμεσα σε αυτούς που συμφωνούσαν και αυτούς που διαφωνούσαν. Πριν τη διάσπαση, τους είχαν καλέσει να συμμετάσχουν στο πρώτο μεγάλο γερμανικό rock festival, το Internationalen Essener Songtage το Σεπτέμβριο του 1968, στη Έσση στο οποίο έπαιξε και ο Frank Zappa. Έτσι, στο festival εμφανίστηκαν ως δύο συγκροτήματα: Amon Düül I και Amon Düül II. Οι Amon Düül II (ADII) κυκλοφόρησαν το “Phallus Dei” το 1969, το οποίο ήταν επιτυχημένο στην Γερμανία, όχι όμως και στην Αγγλία. Παρ’όλα αυτά, έφτασε στα αυτιά του Dave Brock των Hawkwind, ο οποίος από εκείνη τη στιγμή έγινε μεγάλος οπαδός του συγκροτήματος. Ο μπασίστας των ADIΙ στο “Yeti”, Dave Anderson, το 1971 έγινε μέλος των Hawkwind.

Το “Yeti” (1970) είναι το δεύτερο album τους και είναι είναι διπλό (αλλά μονό CD). Το πρώτο έχει πιο δομημένα τραγούδια και το δεύτερο είναι αυτοσχεδιασμοί. Το album ξεχωρίζει κατ’αρχάς για το εξώφυλλό του, το οποίο θεωρείται εμβληματικό όχι μόνο για το συγκρότημα αλλά και για ολόκληρη την σκηνή. Δικαίως, είναι και εξώφυλλο στο “Krautrocksampler” βιβλίο του Julian Cope. Ο πρωταγωνιστής του εξωφύλλου που παριστάνει τον δρεπανοφόρο Χάρο είναι ο Wolfgang Krischke (και όχι ο Shrat -που παίζει bongos στο album- όπως λανθασμένα αναφέρει ο Cope στο βιβλίο του), ηχολήπτης του συγκροτήματος που πέθανε από υποθερμία υπό την επήρεια LSD. Την φωτογραφία τράβηξε ο Falk Rogner, οργανίστας των ADII. Το πρώτο τραγούδι του album, είναι το εντυπωσιακό “Soap Shop Rock” το οποίο αρχίζει και τελειώνει με ένα μνημειώδες riff. Στο τραγούδι διακρίνονται κάποιες King Crimson επιρροές αλλά είναι πιο «μαστουρωμένο» από τους πρώιμους KC. Αδιαμφισβήτητα αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του album, και ο κιθαρίστας John Weinzierl το έγραψε έχοντας στο νου του τη φωνή του Mike Harrison, τραγουδιστή των Spooky Tooth. Το “She Came Through the Chimney” έχει ανατολίτικους ρυθμούς και η παρουσία του βιολιού και των bongos είναι ουσιαστική. Το “Archangels Thunderbird” ξεχωρίζει την βαρύτητα του και τα φωνητικά της Renate Knaup. Το folk κατά το ήμισυ “Cerberus” ξεκινά με τρομερή ακουστική κιθάρα υπό την συνοδεία κρουστών και μετά το μέσον του τραγουδιού, η ηλεκτρική έχει τον πρώτο ρόλο. Κάποιοι γράφουν ότι θυμίζει Comus. Μόνο που οι Comus δεν είχαν κυκλοφορήσει τίποτα το 1970. Το “First Utterance” βγήκε το ’71. Το “The Return of Rübezahl” είναι ένα heavy instrumental. Ο Rübezahl είναι μια μυθική μορφή που ζούσε στα βουνά που βρίσκονται στα σύνορα Βοημίας-Σιλεσίας και συναντάμε την παρουσία του στη Γερμανική και την Τσέχικη παράδοση. Ο ρυθμός του “Eye-Shaking King” είναι άκρως εθιστικός και τα παραμορφωμένα φωνητικά κάνουν δίνουν ένα πιο απόκοσμο τόνο. Ο ήχος των drums του Peter Leopold είναι απίστευτος και το κιθαριστικό solo οδηγεί το τραγούδι σε άλλο επίπεδο. Αναρωτιέμαι αν οι εγχώριοι stoner-άδες το έχουν ακούσει. Ολόκληρη την τρίτη πλευρά του album καταμβάνει το 18-λεπτο “Yeti”. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος ότι εδώ έχουμε έναν ψυχεδελικό αυτοσχεδιασμό που καθοδηγείται από την κιθάρα και φέρνει στο νου τους πρώιμους Pink Floyd. Όσο περισσότερο το ακούς, τόσο πιο πολύ εκτιμάς το κιθαριστικό παίξιμο. Τα drums δεν υπολείπονται βέβαια. Το “Yeti Talks to Yogi” συνεχίζει τον αυτοσχεδιασμό του προηγούμενου τραγουδιού. Περιέχει ένα drum solo και κάποια δεύτερα φωνητικά. Τα πλήκτρα του Rogner συνοδεύουν πολύ εύστοχα τα drums. Το “Sandoz in the Rain” που κλείνει το album βρίσκει τους ADII ξανά μαζί με μέλη των ADI και έχει μια σχεδόν θρησκευτική αίσθηση. Τα ανδρικά φωνητικά στα αγγλικά δεν τα λες και τέλεια, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς αυτό το τραγούδι διαφορετικά. Η ακουστική κιθάρα, τα κρουστά και ειδικά το φλάουτο του Thomas Keyserling, δημιουργούν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Για την ιστορία, Sandoz ήταν το όνομα της φαρμακευτικής εταιρίας που παρήγαγε το LSD. Το album είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού που αποκαλείται krautrock (αν και το συγκρότημα αρνείται κατηγορηματικά ότι παίζει krautrock). Να σημειωθεί ότι ο θρυλικός Βρετανός DJ, John Peel, ήταν τεράστιος οπαδός αυτού του album και έπαιζε τακτικά τραγούδια του στην ραδιοφωνική εκπομπή του.

 

klausschulzeKlaus Schulze –“Timewind” (1975)

Το “Timewind” περιέχει δύο μισάωρα κομμάτια, που το καθένα πιάνει μια πλευρά του βινυλίου. Οι τίτλοι και των δύο κομματιών σχετίζονται με τον Richard Wagner, μεγάλος θαυμαστής του οποίου είναι ο Schulze. Το “Bayreuth Return” είναι ένα spacey κομμάτι, στο οποίο το αναλογικό sequencer δίνει την αίσθηση της κίνησης, μέχρι την έκρηξη στο τέλος. Αντίθετα, το “Wahnfried 1883”, είναι λιγότερο «αέρινο» και περισσότερο πομπώδες. Από το 7.00 και για αρκετά λεπτά, κυριαρχεί μία σχεδόν πένθιμη μελωδία, σαν να πρόκειται για requiem προς τον Wagner, ο οποίος πέθανε το 1883. Δεν θα μου φανεί παράξενο κάποιοι να δυσανασχετήσουν με την αργή ανάπτυξη των κομματιών και την απουσία drums στο album. Επειδή το “Timewind” ήταν για πολλά χρόνια το μοναδικό album του KS που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, χαίρει πολύ μεγάλης εκτίμησης από τους Αμερικανούς. Το Μάϊο του 2013, ο Klaus δήλωσε στον γράφοντα: «Το ότι αυτό το album έγινε “κλασσικό” ανάμεσα στους οπαδούς της ηλεκτρονικής μουσικής είναι πολύ ωραίο. Αλλά θα έπρεπε να αναφέρω ότι ηχογράφησα την μεγάλη σε διάρκεια πρώτη πλευρά (“Bayreuth Return”) ζωντανά στο home studio στο δωμάτιό μου, σε ένα δικάναλο κασσετόφωνο, από τις 10 μ.μ μέχρι τα μεσάνυχτα». Το πανέμορφο εξώφυλλο από τον Ελβετό Urs Amann, θυμίζει Salvador Dalí, στην βίλα του οποίου στην Ισπανία, έπαιζε στα μέσα της δεκαετίας του ’60 με το τότε συγκρότημά του, The Ones, ο πρώην συνεργάτης του Schulze στους Tangerine Dream, Edgar Froese. Επίσης, πολλοί ακροατές συγκρίνουν το “Timewind” με κυκλοφορίες των Tangerine Dream από εκείνη την εποχή, όπως τα “Phaedra” (1974) και “Rubycon” (1975). Από το επόμενο album, “Moondawn” (1976), ο Klaus θα χρησιμοποιεί το θρυλικό Moog synthesizer που αγόρασε από τον Florian Fricke των Popol Vuh.

 

guruguruGuru Guru – “Känguru” (1972)

Το τρίτο album των Guru Guru σηματοδοτεί μια στροφή προς τις πιο δομημένες συνθέσεις, για τα δικά τους πάντα δεδομένα. Ο θρυλικός Conny Plank που έκανε την παραγωγή στο “Känguru” (στο προηγούμενο “Hinten” ήταν μόνο μηχανικός ήχου) μάλλον σχετίζεται με αυτή την αλλαγή. Παρ’όλα αυτά, το “Immer Lustig” θα μπορούσε να έχει μικρότερη διάρκεια. Στα 4 τραγούδια του album, ο φίλος της heavy ψυχεδέλειας θα βρει ό,τι τον ευχαριστεί: κιθαριστικά solos, δυναμικό drumming, riffs, ψυχεδελικά «χασίματα». Αυτό που προσωπικά με εντυπωσιάζει, είναι η ικανότητα και ο ήχος του Ax Genrich (πρώην Agitation Free) στην κιθάρα, ειδικά στα “Immer Lustig” και “Baby Cake Walk”. Πέρα από τις εμφανείς Hendrix επιρροές του, είναι πραγματικά ταλαντούχος και πολυδιάστατος. Από τους πιο υποτιμημένους κιθαρίστες που έχω ακούσει. Ο ηγέτης των Guru Guru, Mani Neumeier στα drums, αποδεικνύει για ακόμα μία φορά το ταλέντο του. Μετά την κυκλοφορία του “Känguru” αποχώρησε ο μπασίστας και ιδρυτικό μέλος, Uli Trepte, συνοδοιπόρος του Neumeier από τις jazz ημέρες τους. Το υπερ-cult εξώφυλλο, η εισαγωγή του “Immer Lustig”, οι ασυνάρτητοι στίχοι και ο τίτλος του ίδιου τραγουδιού (σημαίνει περίπου «πάντοτε αστείος»), δείχνουν τη χιουμοριστική πλευρά του συγκροτήματος.

 

canCan – “Tago Mago” (1971)

Οι Holger Czukay και Irmin Schmidt ήταν μαθητές του σπουδαίου πρωτοποριακού συνθέτη Karlheinz Stockhausen και από το 1965 είχαν συζητήσει την ιδέα να δημιουργήσουν ένα συγκρότημα που θα συνδύαζε ethnic, ηλεκτρονική και σύγχρονη κλασσική μουσική. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν καμμία σχέση με το rock. Το ’67 ήταν και οι δύο γύρω στα 30 και δίδασκαν κλασσική μούσικη. Μια μέρα, ο Czukay μίλαγε σε έναν 19-χρονο μαθητή του ονόματι Michael Karoli για τον Stockhausen, αλλά εκείνος δεν ενθουσιάστηκε και με τη σειρά του, του έβαλε το “I am the Walrus” των Beatles. Όταν το άκουσε ο Czukay έμεινε έκπληκτος με το πόσο είχε προχωρήσει το rock’n’roll. Αμέσως μετά ο Karoli έβαλε στον Czukay albums των Jimi Hendrix, Frank Zappa και Velvet Underground. Η επόμενη κίνηση ήταν ο Czukay να τηλεφωνήσει στον Schmidt και αποφάσισαν να σχηματίσουν ένα rock συγκρότημα με τον Karoli στην κιθάρα και την προσθήκη του drummer Jaki Liebezeit που είχε βαρεθεί να παίζει free jazz και έψαχνε κάτι πιο «μονότονο» μουσικά. Το πρώτο τους όνομα ήταν Inner Space.

Έχοντας ήδη κυκλοφορήσει το πολύ καλό “Monster Movie” album (1969) με τον Αμερικανό γλύπτη Malcolm Mooney στα φωνητικά, το 1971 κυκλοφορούν το δεύτερο «κανονικό» studio album, το “Tago Mago”, με τον Γιαπωνέζο Damo Suzuki στα φωνητικά. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε ηχογραφήσει με τους Can το album “Soundtracks” μια συλλογή από τραγούδια που γράφτηκαν για ταινίες, εκτός δύο τραγουδιών που τραγουδάει ο Mooney. Το album αρχίζει με το “Paperhouse”, με τα απίθανα drums αλλά είναι το τρομερό παίξιμο του Karoli στην κιθάρα που σε αφήνει άναυδο. Το “Mushroom” είναι το πιο πιασάρικο τραγούδι του album και η ερμηνεία του Suzuki είναι μοναδική. Η ήχος των drums εδώ δεν έχει προηγούμενο. Είναι για σεμινάριο πραγματικά. Στο “Oh Yeah” συναντάμε κάποια ανάποδα ηχογραφημένα φωνητικά στην αρχή, την υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα πλήκτρα και την πολύ ωραία κιθάρα από τη μέση του τραγουδιού και μετά. Το “Halleluhwah” που πιάνει όλη τη δεύτερη πλευρά του πρώτου βινυλίου, ξεχωρίζει για το εκπληκτικό drumming του Liebezeit και την «κοπτοραπτική» (editing) του Czukay, έτσι ώστε διάφοροι αυτοσχεδιασμοί στο studio να ενώνονται δημιουργώντας ένα μη ασυνάρτητο μουσικό κομμάτι. Τα φωνητικά στο τέλος ακούγονται άκρως λυτρωτικά. Το “Augmn” είναι το πιο χαοτικό και μυστικιστικό κομμάτι του δίσκου. Ο τίτλος αναφέρεται στην ομώνυμη μαγική φόρμουλα του Aleister Crowley (συγγνώμη, δεν τα ξέρω αυτά), όπως και ο τίτλος του δίσκου, “Tago Mago”, από το νησί Tagomago, που βρίσκεται νότια της Ibiza και σχετίζεται και αυτό με τον Crowley. Το απόκοσμα φωνητικά ανήκουν στον πληκτρά Schmidt που ήταν το μέλος των Can που ενδιαφερόταν τότε περισσότερο για τον μυστικισμό. Στο “Peking O” ο Liebezeit είναι ένας από τους πρώτους που ηχογράφησε με drum machine. Το φωνητικό ξέσπασμα του Suzuki από το 5.19 και μετά είναι απερίγραπτο. Ειδικά αν το συγκρίνεις με το τι συνέβαινε μουσικά το 1971, προκαλεί νευρικό γέλιο στον ακροατή. Το album κλείνει με το “Bring Me Coffee or Tea” που είναι πιο μελωδικό και «κανονικό» σε σχέση με τα τρία τραγούδια που προηγήθηκαν. Όπως δήλωσε ο Czukay στο Hit Channel τον Μάιο του 2011: «To “Tago Mago” ανήκει περισσότερο στον drummer Jaki Liebezeit. Προηγουμένως σκαρφάλωνε στον βράχο Tago Mago, νότια της Ibiza, κάθε μέρα με σκοπό να να αυτοκτονήσει την εποχή που έπαιζε με τον Chet Baker στη Βαρκελώνη». Το συνολικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνουν και τα 5 μέλη μαζί όταν αυτοσχεδίαζουν είναι ανεπανάληπτο. Ο Karoli το αποκαλούσε αυτό «γεωμετρία από ανθρώπους». Προσωπικά, θεωρώ αυτό το album την κορυφαία στιγμή των Can.

 

popolvuhPopol Vuh –“Hosianna Mantra” (1972)

Στο τρίτο album των Popol Vuh, ο ηγέτης τους, Florian Fricke, δεν χρησιμοποιεί καθόλου το Moog synthesizer που ήταν η κινητήριος δύναμη στα δύο πρώτα. Παρότι ο Fricke ήταν ο δεύτερος Γερμανός μουσικός που χρησιμοποίησε Moog –μετά τον Eberhard Schoener, ο οποίος του το συνέστησε- κάτι που θα επηρέαζε πολλούς μετέπειτα, δεν ήταν ο ίδιος λάτρης της τεχνολογίας. Δεν ήθελε να εξαρτάται από ένα μηχάνημα και το Moog ήταν πολύ ευαίσθητο στις αλλαγές τις θερμοκρασίας. Ανέκαθεν ένιωθε οίκτο για τους Pink Floyd που «μπορούσαν να παίξουν μουσική μόνο όταν είχαν 4 ή 5 φορτηγά γεμάτα εξοπλισμό». Αυτοπροσδιοριζόταν ως πιουρίστας (βλέπε ΥΓ. 3) και συνέθετε με βάση τα φωνητικά, και όχι με βάση το πιάνο επειδή οι ιδέες μπορούσαν να του έρθουν σε οποιοδήποτε μέρος βρισκόταν (πχ. ενώ έκανε βόλτα στην εξοχή). Εκείνη την εποχή, ο Fricke συνεργαζόταν με την Esther Ofarim, αλλά αυτή αρνήθηκε να τραγουδήσει Χριστιανικούς στίχους επειδή ήταν Εβραία. Έτσι, όταν τζάμαρε με τον κιθαρίστα Andy Fix, αυτός του μίλησε για μια απίστευτη τραγουδίστρια από το Βερολίνο –την Djong Yun- που έπρεπε να συναντήσει. Αυτό είναι το πρώτο album των Popol Vuh που συμμετέχει η Κορεάτισσα (και όχι Γιαπωνέζα, όπως γράφει ο Julian Cope) Djong Yun, κόρη του διάσημου συνθέτη Isang Yun, ο οποίος συνέθεσε την όπερα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το ’72. Το παρόν album έχει διττή σημασία και σκοπός του δημιουργού του ήταν να συνδυάσει «δύο διαφορετικούς πολιτισμούς –τον Ανατολικό και το Δυτικό-, δύο διαφορετικές γλώσσες και δύο διαφορετικές ζωές». Γι’αυτό και στον τίτλο έβαλε μια χριστιανική λέξη («ωσαννά») μαζί με μια ινδουιστική («μάντρα»). Το πιάνο και το τσέμπαλο του Fricke και η αιθέρια φωνή της Djong Yun έχουν τον πρώτο ρόλο. Επίσης, η ηλεκτρική κιθάρα του Conny Veit των Gila και η παρουσία όμποε (ειδικά στο “Abschied”), ταμπούρα, τάμπλα και βιολιού, δημιουργούν μια μοναδική πνευματική ατμόσφαιρα. Το δεύτερο τραγούδι, “Kyrie” είναι μια διασκευή στον γνωστό ορθόδοξο ύμνο «Κύριε Ελέησον». Κορυφαία στιγμή, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι το ομώνυμο τραγούδι με την πανέμορφη ηλεκτρική κιθάρα του Veit και τα εκπληκτικά φωνητικά της Djong Yun. Μετά το 5.00 αγγίζει πανύψηλες κορυφές συναισθημάτων. Στο μυαλό μου είναι δύσκολο να χωρίσω το album σε κομμάτια. Το θεωρώ ένα ενιαίο σύνολο εξυψωτικής και ονειρικής μουσικής που δεν πατάει ποτέ στο έδαφος. Εννοείται, ότι ο δίσκος δεν προσφέρεται για επιφανειακή ακρόαση. Η «δράση» εδώ είναι εσωτερική και όχι εξωτερική. Όταν κυκλοφόρησε το “Hosianna Mantra” η δισκογραφική εταιρία Pilz, χωρίς να ρωτήσει τον Fricke το διαφήμισε με την περιγραφή: «7 ιερά τραγούδια από τους Popol Vuh». Αυτό τον εξόργισε και αποφάσισε να μην ξανάκανει promotion για album στη ζωή του. Έλεγε ότι του έφτανε η αναγνώριση που είχε η μουσική του μέσα από τις ταινίες του Herzog (βλέπε ΥΓ. 4).

 

birth controlBirth Control – “Hoodoo Man” (1972)

Το “Hoodoo Man” είναι το τρίτο album των Βερολινέζων Birth Control που κινούνται σε heavy prog πλαίσιο. Το album περιέχει 6 τραγούδια μεγάλα σε διάρκεια -εκτός από το τελευταίο- και σ’αυτά ύπαρχει αρκετός χώρος για τζαμαρίσματα. Τα πλήκτρα του νεοεισερχόμενου Wolfgang Neuser, έχουν το κυρίαρχο ρόλο εδώ. Η κιθάρα του Bruno Frenzel είναι πολύ ουσιαστική και σε σημεία κλέβει την παράσταση από τα πλήκτρα. Θα πρέπει επίσης να αποδωθούν εύσημα στον παραγωγό και μηχανικό ήχου,Thomas Kukuck, για την εξαιρετική δουλειά του, ειδικά στον ήχο των πλήκτρων στο “Suicide”. Από το πρώτο τραγούδι του album, το “Buy”, καταλαβαίνεις ότι η μεγαλύτερη επιρροή των Birth Control είναι οι Deep Purple, και αυτό αμέσως τους κατατάσσει στα πιο heavy συγκροτήματα της σκηνής. Παρά τα μετριότατα φωνητικά, το “Suicide” είναι ένα εκπληκτικό τραγούδι με εντυπωσιακή απόδοση στα πλήκτρα από τον Neuser. Εδώ ο Ray Manzarek συναντά τον πανταχού παρόντα Jon Lord. Μην ξεχνάτε ότι το συγκρότημα είχε διασκευάσει στο ντεμπούτο του το “Light My Fire”. Το “Get Down to Your Fate” μ’αρέσει πολύ, κυρίως λόγω της κιθάρας, του Hammond και του drumming του Bernd Noske (που κάνει και τα φωνητικά), το οποίο οφείλει πολλά στον Ian Paice. Το “Gamma Ray” θεωρείται κλασικό ανάμεσα στους οπαδούς του krautrock και είναι αρκετά εθιστικό. Τα à la Santana κρουστά, το wah-wah solo, και τα scat φωνητικά γύρω στο 7.00, κάνουν το τραγούδι μοναδικό. Η επαναλαμβανόμενη μελωδία στα πλήκτρα στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου, θυμίζει Vincent Crane (Atomic Rooster) και έκπληξη αποτελεί το εκκλησιαστικό όργανο που παίζει μόνο του στο μέσον του τραγουδιού για δύο λεπτά. Κόβει λίγο από την ορμή του τραγουδιού, προσδίδει όμως ατμόσφαιρα. Το album κλείνει με το “Kaulstoss” και είναι η πιο περίεργη και χιουμοριστική στιγμή του “Hoodoo Man”. Είναι ένα γρήγορο, μικρό σε διάρκεια, κομμάτι και ξεχωρίζει για την παρουσία σκωτσέζικης γκάιντας. Το χαρακτηριστικό εξώφυλλο δίνει επιπλέον βαθμούς «cult-ίλας».

 

gilaGila – “Gila – Free Electric Sound” (1971)

Ας αρχίσουμε από το βασικό: εδώ λάμπει το ταλέντο του κιθαρίστα Conny Veit. Το jam-αριστό ύφος του album βρίσκεται αρκετά κοντά σ’αυτό του “2nd” των Agitation Free. Το εναρκτήριο “Aggression” είναι το πιο heavy τραγούδι του album. Στο 12-λεπτο “Kommunikation” το μπάσο του Walter Wiederkehr είναι εκπληκτικό. Η απαγγελία στίχων στα Γερμανικά στο τέλος δίνει έναν ποιητικό τόνο. Το “Kollaps” περιέχει drums όπως τα συναντάμε στο “Set the Controls for the Heart of the Sun” των Pink Floyd, και στη συνέχεια τα πλήκτρα του Fritz Scheyhing ζωγραφίζουν κρυμμένα πίσω από το κλάμα ενός μωρού. Η ατμοσφαιρική εισαγωγή του “Kontakt” προκαλεί δέος. Το τραγούδι, με την ακουστική κιθάρα σε πρώτο ρόλο, είναι η πιο λυσεργική στιγμή του album, θυμίζοντας τους Amon Düül II, αν και οι Gila ακούγονται εμφανώς λιγότερο «καμμένοι». Μ’αρέσει πολύ το Hammond στο δεύτερο μισό του “Kollektivität”. Το “Individualität” που κλείνει το album, ξεχωρίζει για τα εξωτικά κρουστά του. Μηχανικός ήχου στο album ήταν ο Dieter Dierks, γνωστός για τις συνεργασίες του με τους Tangerine Dream και αργότερα με τους Scorpions. Μετά το παρόν album, ο Conny Veit, έγινε μέλος των Popol Vuh, παίζοντας στα “Hosianna Mantra”(1972) και Seligpreisung” (1973). Το δεύτερο album των Gila, “Bury My Heart at Wounded Knee” (1973) πηγαίνει σε πιο psych folk μονοπάτια και σ’αυτό συμμετέχουν και οι Florian Fricke και Daniel Fichelscher των Popol Vuh.

 

sunbirdsSunbirds – “Sunbirds” (1971)

Το πρώτο πράγμα που διάβασα εντελώς τυχαία γι’αυτούς, περιέγραφε τι μουσική τους ως «βαθιά σαν τους Mahavishnu Orchestra, spacey σαν το “Bitches Brew” (του Miles Davis) και σκυθρωπή σαν τους Goblin». Αυτό ήταν. Επειδή είμαι πάρα πολύ περίεργος άνθρωπος, άρχισα κατευθείαν να ψάχνω το album στα zip-άδικα. Μην πιστεύετε αυτούς που δουλεύουν –άμεσα ή έμμεσα- για τις δισκογραφικές, η πειρατεία αυξάνει τ’ακούσματά μας και κάνει καλό στην τσέπη μας. Με επίκεντρο τον Γερμανό jazz drummer, Klaus Weiss (επίσης στους Niagara) και έδρα το Μόναχο αυτό το πολυεθνικό jazz fusion συγκρότημα κυκλοφόρησε το πρώτο του album το 1971. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Αυστριακός πιανίστας Fritz Pauer παρουσίασε κάποιες συνθέσεις του στον Weiss, ο οποίος ενθουσιάστηκε και αποφάσισαν να τις ηχογραφήσουν με ένα καινούργιο συγκρότημα. Τα υπόλοιπα μέλη είναι ο Βέλγος κιθαρίστας Philip Catherine, γνωστός από τις μετέπειτα συνεργασίες του με τους Larry Coryell και Chet Baker, ο σπουδαίος Αμερικανός μπασίστας Jimmy Woode (Duke Ellington, Charlie Parker, Miles Davis) και ο Ολλανδός Ferdinand Povel στο φλάουτο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το album ηχογραφήθηκε σε μια μόνο μέρα (24/8/1971) στα Union Studios του Μονάχου με μηχανικό ήχου τον Reinhold Mack, αργότερα παραγωγό των Queen και των Black Sabbath στο “Dehumanizer”. Επειδή τα περισσότερα τραγούδια είναι γραμμένα σε Μι ματζόρε ή Μι μινόρε και η Μι αποκαλείται «νότα του ήλιου» στον εσωτερισμό, γι’αυτό υπάρχουν τίτλοι όπως “Sunrise”, “Spanish Sun”, “Sunshine” και “Sunbirds”. Παρότι και οι 5 μουσικοί είναι άριστοι ο καθένας στο όργανό του, πιστεύω ότι ο πιανίστας Fritz Pauer είναι ο κορυφαίος του album. Το βαρύ, spacey “Sunrise” ξαφνιάζει ευχάριστα. Το “Spanish Sun” ξεκινάει μελαγχολικά με φλάουτο και μπάσο αλλά στην συνέχεια το Hohner Electra πιάνο του Pauer κλέβει την παράσταση. Σε σημεία, σε πιάνει νευρικό γέλιο από την τελειότητα του τραγουδιού. Προσέξτε από το 5.15 του “Sunbirds” τον όξινο ήχο της κιθάρας του Katherine. Στο πιο χαλαρό “Blues for D.S” που αποτελεί σύνθεση του βετεράνου μπασίστα Jimmy Woode, κυριαρχεί το φλάουτο. Στην επανέκδοση σε CD από την Garden of Delights εκτός από το πολύ χρήσιμο booklet, υπάρχουν δύο επιπλέον τραγούδια. Στο 10-λεπτο “Dreams” αισθάνεσαι μια υφέρπουσα απειλή. Το τραγούδι είναι σύνθεση και των 5 μελών και απλά δεν χωρούσε στην έκδοση σε βινύλιο. Το εθιστικό “Fire Dance” δεν κατανοώ γιατί απορρίφθηκε και ηχογραφήθηκε ξανά για το δεύτερο album τους, “Zagara” (1972). Ο Philip Catherine παίζει σ’αυτό ένα απίστευτο solo στην κιθάρα! Οι φίλοι των Embryo είμαι σίγουρος ότι θα εκτιμήσουν αυτό το album. Δισκάρα!

 

ashraAsh Ra Tempel – “Ash Ra Tempel” (1971)

Αυτό είναι το πρώτο album των Ash Ra Tempel. Drums παίζει ο Klaus Schulze, οποίος είχε αποχωρήσει από τους Tangerine Dream μετά την ηχογράφηση του ντεμπούτου τους, “Electronic Meditation” (1970). Το album περιλαμβάνει δύο τραγούδια, που το καθένα καλύπτει μια πλευρά του δίσκου. Το “Amboss” είναι ένα μνημειώδες σχεδόν 20-λεπτο κομμάτι που είναι σίγουρα ανάμεσα στα καλύτερα όλης της σκηνής. Είναι αδύνατον να ξεχάσεις το αχαλίνωτο παίξιμο στην κιθάρα του Manuel Göttsching και το μανιασμένο drumming του Schulze, ο οποίος «ακούγεται σαν εκατό drummers», όπως γράφει εύστοχα ο Cope. Σε κάποια σημεία η ικανοποίηση που δίνει στον ακροατή το τραγούδι φτάνει σε ασύλληπτα ύψη. Ένας χρήστης του διαδικτύου έγραψε ότι εδώ ο Schulze εφηύρε το blast beat 15 χρόνια πριν τον Mick Harris των Napalm Death. Το 25-λεπτο “Traummaschine” βρίσκεται στον αντίποδα του “Amboss”. Ξεκινάει με μια μακροσκελέστατη εισαγωγή που μοιάζει σαν να έρχεται η μελωδία σιγά-σιγά στον ακροατή από πολύ μακριά. Οι ηλεκτρονικοί ήχοι, παιγμένοι από τους Göttsching και Schulze, έχουν το πρώτο ρόλο στη δημιουργία μιας επιβλητικής και σχεδόν μυστικιστικής ατμόσφαιρας, με τα κρουστά του φίλτατου Klaus να ακολουθούν. Η fuzz-αριστή κιθάρα επεμβαίνει περιστασιακά και χάνεται πάλι. Εδώ δεν έχουμε τις κορυφώσεις του “Amboss”, αλλά νιώθεις ένα δυσοίωνο προαίσθημα. Ο Göttsching δήλωσε στον γράφοντα τον Μάιο του 2014 για το album: «[…] Οι Ash Ra Tempel ήταν ένα καλό live συγκρότημα και είχαμε παίξει πολλές συναυλίες σε μικρά clubs και προσπαθήσαμε να βγάλουμε τη ζωντανή ατμόσφαιρα. Ήταν ένα σπουδαίο album, είναι ένα εξαιρετικό ντοκουμέντο εκείνης της εποχής και μου άρεσε πάρα πολύ». Παραγωγός του album ήταν ο θρυλικός Conny Plank. Ο Göttsching λέει στο Hit Channel για τον Plank: «Εκείνη την εποχή, δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι στη Γερμανία οι οποίοι δούλευαν με την πειραματική μουσική. Είχαμε πρόβλημα στο να ηχογραφήσουμε το πρώτο μας album. Πήγαμε σε διάφορα studios και βρήκαμε τελικά τον Conny Plank. Ήταν καλό αυτό, επειδή ήθελα να κρατήσω τη μουσική όσο το δυνατόν πιο αυθεντική, όπως σε μια συναυλία, πολύ αυθεντική, χωρίς να κάνουμε πολλά στουντιακά κόλπα και overdubs. Ήθελα να ακούγεται σαν ένα live album, επειδή η αρχική σύνθεση των Ash Ra Tempel ήταν ένα πολύ καλό live συγκρότημα. Ναι, ο Conny ήταν σπουδαίος, του άρεσε η μουσική μας και υπήρχε μια πολύ καλή ατμόσφαιρα στο studio και ήμασταν πολύ χαρούμενοι που βρήκαμε τον Conny Plank. Ήταν η τρίτη προσπάθειά μας για να βρούμε ένα studio». Αν δεν το έχετε κάνει ακόμα, ακούστε αυτό το κλασικό album.

 

manuelManuel Göttsching – “Inventions for Electric Guitar” (1975)

Αυτό είναι το πρώτο solo album του ηγέτη των Ash Ra Tempel. Υπήρχαν τρεις παράγοντες που τον οδήγησαν στη δημιουργία του: 1) Ο φίλος του Hartmut Enke (μπάσο), αποχώρησε από τους Ash Ra Tempel και τίποτα πλέον δεν ήταν το ίδιο γι’αυτόν. 2) Ήθελε να ηχογραφήσει κάτι μόνος του, με το όργανό του –την κιθάρα- όπως έκανε ο μινιμαλιστής συνθέτης Terry Riley με τα πλήκτρα και 3) ήθελε να να ασχοληθεί για πρώτη φορά με την σύνθεση, και όχι μόνο με αυτοσχεδιασμούς. Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο τον ακροατή είναι ότι ο MG πέτυχε αυτόν τον ήχο χωρίς τη χρήση synthesizers. Ό,τι ακούγεται, είναι ηλεκτρική κιθάρα με κάποια εφέ και overdubs. Ένω φαινομενικά το ύφος του album είναι κοντά στα ambient έργα των Klaus Schulze και Tangerine Dream, αυτό που το διαφοροποιεί είναι η αποκλειστική χρήση ηλεκτρικής κιθάρας. Το “Echowaves” μας προδιαθέτει για το δρόμο που θα ακολουθήσει αργότερα η μουσική του με τους Ashra. Πριν το 14.00, η κιθάρα του απομακρύνεται από τους μονότονους ambient ρυθμούς και αρχίζει το ξέφρενο σολάρισμα a la Hendrix. To “Quasarsphere” είναι το πιο χαμηλών τόνων τραγούδι του album. Προσωπικά μου θυμίζει το “Wahnfried 1883” από το “Timewind” album του πρώην συνεργάτη του, Klaus Schulze το οποίο συμπτωματικά κυκλοφόρησε το ίδιο έτος (1975). Όπως και σε εκείνο, κυριαρχεί μια σχεδόν πένθιμη μελωδία. Η σχετικά μικρή του διάρκεια, βοηθάει στο να μη γίνει βαρετό και να μη χαλάσει το ρυθμό ανάμεσα στο τραγούδι που προηγήθηκε και σ’αυτό που ακολουθεί… Το οποίο είναι το “Pluralis”. Κι εδώ, τα overdubs δίνουν περισσότερο βάθος, πέρα από την κιθάρα που ακούγεται σε πρώτο επίπεδο. Είναι αξιοσημείωτο το πώς η η αρχική επαναλαμβανόμενη μελωδία εξελίσσεται στη διάρκεια του τραγουδιού. Σ’αυτό το ζήτημα ο Göttsching είναι κορυφαίος. Στο 14.20 η κιθάρα rock-άρει πάλι όπως έκανε στο εναρκτήριο“Echowaves”. Το album παίχτηκε live σε ένα festival στην Ιαπωνία το 2010 μαζί με τους Steve Hillage (solo, Gong, System 7, Khan), Elliott Sharp και Zhong Shouwang. Υπάρχουν κάποια ερασιτεχνικά videos στο Youtube, αλλά περιμένουμε την επίσημη κυκλοφορία σε DVD από τον Manuel Göttsching. Η ιστορικότητα αυτού του album είναι αδιαμφισβήτητη. Δεν νομίζω να είχε γίνει μέχρι τότε κάτι αντίστοιχο από ένα και μόνο κιθαρίστα. Για παράδειγμα, στο “Echo” των A.R & Machines (1972) με το οποίο το συγκρίνουν πολλοί, συμμετέχουν 15 άτομα, μεταξύ των οποίων και ο φίλτατος Klaus που κάνει φωνητικά. Αν ξέμενα ποτέ σε ερημικό νησί και είχα μαζί μου ένα album, θα ήθελα να ήταν το “Inventions …”. Οι φίλοι των Porcupine Tree ξέρουν το πόσο επηρέασε το “Voyage 34”.

 

ΥΓ. 1: Επειδή σιχαίνομαι τις λίστες, για να διασφαλιστεί η τυχαία σειρά παρουσίασης στο παρόν άρθρο έκανα το εξής: Αρίθμησα τα albums με την σειρά που τα έγραψα στο word, έφτιαξα χαρτάκια με το νούμερο που αντιστοιχεί στο κάθε album, πέταξα τα χαρτάκια σε ένα καπέλο, τα ανακάτεψα, και τράβαγα ένα-ένα χαρτάκι. Τη σειρά με την οποία βγήκαν τα χαρτάκια τη βλέπετε. Δεν είναι δική μου ιδέα, το ίδιο είχε κάνει και ο Thom Yorke με στίχους για το “Kid A” album των Radiohead.

ΥΓ. 2: Το Moog synthesizer που χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά οι Tangerine Dream στο “Phaedra” album (1974), το αγόρασε ο Christopher Franke από το Hansa Studio για 15.000 δολάρια με τα λεφτά της προκαταβολής από το συμβόλαιο των Tangerine Dream με την Virgin. Προηγουμένως ανήκε στους Rolling Stones που το πούλησαν επειδή ο Mick Jagger δεν τα κατάφερνε μ’αυτό. Εμφανίζεται και στην ταινία “Performance” που πρωταγωνιστεί ο Jagger, γυρισμένη το ‘68. Αργότερα ο Franke το πούλησε στον Hans Zimmer και έτσι το βλέπουμε στο video για το “Video Killed the Radio Star” των The Buggles (1979).

ΥΓ. 3: Η Kate Bush στις σημειώσεις του επιτυχημένου “Hounds of Love” album (1985) ευχαριστεί τον Florian Fricke των Popol Vuh και τον σκηνοθέτη Werner Herzog. Σε συνέντευξή του το 1989, ο Fricke ανέφερε ότι η Bush τον είχε πάρει τηλέφωνο και του ζήτησε να ηχογραφήσει ένα τραγούδι από το “Nosferatu” (19 78) των Popol Vuh, που ήταν το soundtrack για την ομώνυμη ταινία του Herzog. Ο Fricke αρνήθηκε επειδή δεν γνώριζε τότε ποια ήταν η Kate Bush. Αργότερα, όμως όταν την άκουσε, δήλωσε ότι θα έλεγε «ναι» και ότι θα ήθελε να την βοηθήσει με κάποιον τρόπο. Ως πιουρίστας (σύμφωνα με τον ίδιο) για πολλά χρόνια, δεν άκουγε μουσική άλλων, γιατί δεν ήθελε να επηρεαστεί. «Ένας συνθέτης επηρεάζεται πολύ εύκολα, χωρίς να το προσέξει. Χωρίς να το προσέξει αντιγράφει, και δεν ήθελα να το κάνω αυτό», δήλωνε ο Fricke στην ίδια συνέντευξη. Αυτό άλλαξε εξαιτίας του γιου του, που άρχισε να τον ενημερώνει για καινούργια -τότε-ακούσματα όπως η Kate Bush και η Tracy Chapman. Τελικά, η Bush χρησιμοποίησε από την ταίνια “Nosferatu”, το παραδοσιακό Γεωργιανό τραγούδι “Tsintskaro” (ή “Zinskaro”) με τα χορωδιακά φωνητικά από το φωνητικό σύνολο Gordela, για το τραγούδι της “Hello Earth”.

ΥΓ. 4: Το ίδιο πάνω-κάτω διάστημα δούλευε για το soundtrack της ταινίας “Aguirre, the Wrath of God” (1972) του Werner Herzog. Ο σκηνοθέτης είχε προσπαθήσει προηγουμένως να συνεργαστεί με τον Ennio Morricone, αλλά έκρινε ότι η μουσική του δεν ταίριαζε με την ταινία και αυτό το γεγονός τον είχε απογοητεύσει πολύ. Όμως, ένα βράδυ που έτρωγε στη Ρώμη με μια νεαρή Γερμανίδα ηθοποίο και της έκανε γνωστό το πρόβλημα που αντιμετώπιζε σχετικά με τη μουσική της ταινίας, αυτή του είπε ότι ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να το κάνει είναι ο Florian Fricke. Ο Fricke ήταν παλιός γνωστός του Herzog, από την εποχή που ο πρώτος ήταν κριτικός κινηματογράφου και μάλιστα είχε υποδυθεί τον πιανίστα στην πρώτη ταινία του Herzog, “Signs of Life” (1968). Το “Aguirre” ήταν η αρχή της μακροχρόνιας συνεργασίας μεταξύ των δυο ανδρών.

loading...
Like
Like Love Haha Wow Sad Angry